Οι συγγενείς του συζύγου είναι δυσαρεστημένοι με τη δουλειά της νύφης

— Σκυλοκομμώτρια; – ρώτησε η Ζόγια Βαντίμοβνα, στραβώνοντας το πρόσωπο. – Αυτό τι είναι, επάγγελμα;

— Ναι, – απάντησε η Άλλα. – Και μάλιστα αρκετά περιζήτητο.

— Και τι, κουρεύεις τα σκυλιά έτσι, σαν τους ανθρώπους; – επέμενε η Ζόγια Βαντίμοβνα.

— Και τα σκυλιά θέλουν να είναι όμορφα! – Η Άλλα χαμογέλασε.

— Γιατί σου φταίξανε οι άνθρωποι, που αποφάσισες να κουρεύεις σκυλιά; – δυσαρεστημένη ρώτησε η Ζόγια Βαντίμοβνα.

— Για τίποτα, – Η Άλλα ανασήκωσε τους ώμους. – Λοιπόν, αυτή είναι η δουλειά μου, γκρούμερ. Κουρεύω, χτενίζω και λούζω σκυλιά! Και τι ακριβώς σας ενοχλεί;

— Μα, είναι ανοησία, όχι δουλειά! Να πλένεις τους Μπόμπι και να τους ξύνεις το σβέρκο! – κατέληξε η Ζόγια Βαντίμοβνα και σώπασε.

— Συγγνώμη, – η Άλλα δεν είχε τελειώσει ακόμα τη συζήτηση. – Ο γκρούμερ, παρεμπιπτόντως, είναι ένα επάγγελμα όπως όλα τα άλλα!

— Μάνα, άσε ήσυχη τη γυναίκα του Ίγκορ! – δυνατά είπε ο Αντόν. – Ο αδελφός μου ήταν πάντα με τρύπα στο κεφάλι, γι’ αυτό και διάλεξε μια τέτοια γυναίκα! Δεν το βλέπεις;

— Αλλούτσκα, είσαι όντως τόσο χαζούλα που δεν μπόρεσες να αποκτήσεις κανονικό επάγγελμα; – σε τόνο εμπιστοσύνης ρώτησε η Ζόγια Βαντίμοβνα.

— Μα, από πού τα βγάλατε όλα αυτά; – αναφώνησε η Άλλα.

— Εντάξει, σκυλοκομμώτρια! – αδιάφορα είπε ο Αντόν. – Δεν γεννιούνται όλοι για να βγάζουν λεφτά από μια κανονική δουλειά!

— Και εσύ, συγγνώμη, πόσα παίρνεις; – προκλητικά ρώτησε η Άλλα.

— Εξήντα χιλιάδες! – με αξιοπρέπεια απάντησε ο Αντόν. – Έχω τέταρτη βαθμίδα! Σύντομα θα πάρω πέμπτη, τότε θα είναι εβδομήντα!

Η Άλλα χαμογέλασε ειρωνικά:

— Κι εγώ – εκατόν πενήντα. Και δουλεύω μέρα παρά δύο!

— Πόσα; – εξεπλάγη η Ζόγια Βαντίμοβνα. – Πώς τα κουρεύεις έτσι αυτά τα σκυλιά, αν παίρνεις τόσα;

— Τι τον βρήκε τον Ιγκόρκα! – Ο Αντόν χτύπησε τη γροθιά του στην ανοιχτή παλάμη. – Μας μπλέξε!

Μάνα! Στο κούρεμα των σκύλων συμπεριλαμβάνεται και η παρηγοριά του αφεντικού! Εκεί οφείλεται κι αυτός ο μισθός!

— Τι παρηγοριά; – ψιθύρισε η Ζόγια Βαντίμοβνα, συνοφρυωμένη, προσπαθώντας να καταλάβει.

— Μάνα, στην τηλεόραση έδειχναν για ινστιτούτα ομορφιάς! Και πάνε εκεί πέρα άντρες!

Και καθόλου για να καλλωπιστούν! Έτσι κάνουν «συνεδρία παρηγοριάς» με τις εργαζόμενες!

Η Άλλα κοίταξε ψυχρά την πεθερά και τον κουνιάδο της, πήρε μια βαθιά ανάσα, κι έπειτα έβγαλε το τηλέφωνο από την τσέπη της:

— Ίγκορ, σε παρακαλώ να διακόψεις την επικοινωνία σου με τους συμμαθητές σου και να γυρίσεις σπίτι! Οι συγγενείς σου μόλις με αποκάλεσαν εργάτρια του αρχαιότερου επαγγέλματος!

Ο Ίγκορ φώναξε στο ακουστικό:

— Αγάπη μου, ηρέμησε! Έρχομαι τρέχοντας!

— Και τι είσαι, αν όχι αυτή; – με ένα χαμόγελο ρώτησε ο Αντόν. – Ότι πληρώνουν τόσα για το κούρεμα ενός σκυλιού, δεν το πιστεύω στη ζωή μου!

— Και έχεις δοκιμάσει να χτενίσεις ένα Γερμανικό Ποιμενικό μετά την αλλαγή τριχώματος; – διατηρώντας την ψυχραιμία της ρώτησε η Άλλα. – Ειδικά όταν είναι νεαρό αρσενικό και αντιτίθεται σε όποια προσβολή στην ανεκτίμητη γούνα του!

Ή έναν Αλαμπάι που δεν κουνιέται από τη θέση του. Ή ένα Χάσκυ που δεν μπορείς να το βάλεις να καθίσει ήσυχο!

Έχεις δοκιμάσει; Εσύ δοκίμασε, κι έπειτα πες ότι είναι εύκολο!

— Κοίταξε τη, μάνα, πώς αμύνεται! – χαμογέλασε ειρωνικά ο Αντόν. – Η ίδια καταλαβαίνει ότι δεν είναι δουλειά, αλλά σκέτη ανοησία!

Άλλο η Λένκα μου! Δουλεύει πωλήτρια σε μαγαζί! Εκεί τουλάχιστον είναι ξεκάθαρο ότι δουλεύει και για τι παίρνει μισθό! Αυτή, – έκανε μια χειρονομία.

— Δεύτερη φορά παντρεύτηκε ο Ιγκόρ μας και δεύτερη φορά με άγνωστο τι, – κουνούσε το κεφάλι της η Ζόγια Βαντίμοβνα. – Πάλι μετά να διώχνουμε την τεμπέλα.

— Την άλλη τη διώξαμε, θα διώξουμε και αυτήν! – Ο Αντόν ξύστηκε στο γένι του. – Αυτή τουλάχιστον είναι μικροκαμωμένη! Την άλλη χρειάστηκε να τη σέρνουμε τρεις!

— Αλλούτσκα, μπορεί να είσαι και καλό κορίτσι, – χαμογελώντας γλυκά είπε η Ζόγια Βαντίμοβνα. – Αλλά μήπως να έφευγες μόνη σου;

🇬🇷 Μετάφραση στα Ελληνικά (με κάθε πρόταση σε νέα γραμμή, διατηρώντας το αρχικό φορμά):

Και στον Ίγκορ θα πούμε ότι δεν ταιριάζατε στον χαρακτήρα!

— Είμαστε παντρεμένοι ενάμιση χρόνο, – είπε ξερά η Άλλα. – Δεν παντρευτήκαμε χθες και αποφασίσαμε να πάμε να μείνουμε στους γονείς του άντρα μου!

Απλά ήθελε να επιστρέψει στη γενέτειρά του! Αλλά δεν θα μείνουμε εδώ! Δύο μέρες, το πολύ τρεις, μέχρι να βρω ένα κανονικό διαμέρισμα στην πόλη σας!

— Και με τέτοια φήμη θα ζήσεις στην πόλη μας; – αναφώνησε τρομαγμένη η Ζόγια Βαντίμοβνα. – Μη γένοιτο, να δουλέψεις κιόλας;

— Ήδη βρήκα δουλειά, – είπε η Άλλα. – Στο κομμωτήριο για σκύλους στη λεωφόρο Οκτώβρη! Και μου πρόσφεραν μόνο μισθό εκατόν ογδόντα χιλιάδες!

Και θα έχω και μπόνους! Και φιλοδωρήματα από τους πελάτες! – Η Άλλα σκόπιμα χτυπούσε τον Αντόν με τις εξήντα χιλιάδες του.

— Θα σε … τώρα! – φώναξε ο Αντόν. – Μάνα, μη σιωπάς! Θα μας ντροπιάσει με τη φήμη της!

— Και δεν θα σιωπήσω! Έλα! Πάρε τα πράγματά σου και εξαφανίσου! – Η Ζόγια Βαντίμοβνα σήκωσε το μπαστούνι της. – Αλλιώς θα σε χτυπήσω τόσο δυνατά, που θα κουρεύεις τα σκυλιά σου στραβά και ανάποδα!

— Αρκεί να δοκιμάσετε! – Η Άλλα ήταν σε ένταση.

— Θα σε…! – φώναξε η Ζόγια Βαντίμοβνα.

Η Άλλα άρπαξε το μπαστούνι και το έσφιξε δυνατά στη γροθιά της.

— Άσε το! – ούρλιαξε η Ζόγια Βαντίμοβνα.

— Να το φας! – και η Άλλα άφησε το μπαστούνι, σπρώχνοντάς το, με αποτέλεσμα η ίδια η Ζόγια Βαντίμοβνα να τραβηχτεί πίσω.

— Εσύ! – βρυχήθηκε ο Αντόν. – Τη μητέρα μου! – και όρμησε στην Άλλα.

Εκείνη την άρπαξε από το λαρύγγι και τον έσφιξε δυνατά. Ο Αντόν έβγαλε ένα συριγμό, αλλά από τον πόνο δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την επίθεση.

— Εγώ θα σε … για τον γιο μου! – Η Ζόγια Βαντίμοβνα άρπαξε τις βελόνες του πλεξίματος που ήταν δίπλα στα κουβάρια στο καλάθι με την μισοτελειωμένη κάλτσα. Πέταξε τις κλωστές από τις βελόνες.

Η Άλλα έπιασε το χέρι της πεθεράς της και το έστριψε πίσω της (σε λαβή πόνου).

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ο Ίγκορ εισέβαλε στο διαμέρισμα. Η εικόνα που αντίκρισε ήταν εκπληκτική λόγω της επικότητάς της.

Η αρκετά εύθραυστη Άλλα κρατούσε τον γοριλόμορφο αδελφό του από το λαρύγγι με το ένα χέρι, και με το άλλο είχε στριμμένο πίσω από την πλάτη το χέρι της μητέρας του με τέτοιο τρόπο που η μαμά του είχε στραβώσει. Ωστόσο, ο Ίγκορ πρόσεξε τις βελόνες στο χέρι της μητέρας του.

— Και τι σημαίνει αυτό; – αναφώνησε ο Ίγκορ.

— Και εσύ εξήγησέ μου τι συμβαίνει! – είπε αυστηρά η Άλλα. – Πρώτα χλευάζουν το επάγγελμά μου, μετά με κατηγορούν για όλες τις αμαρτίες! Μετά άρχισαν να με διώχνουν, κι έπειτα επίθεση! Ωραίοι συγγενείς έχεις!

— Άφησέ τον! – απαίτησε ο Ίγκορ.

— Εγώ θα τον αφήσω, μόνο πες τους ότι την επόμενη φορά δεν θα αντιδράσω τόσο ήπια! Γνωρίζω τα όρια της αυτοάμυνας!

Γκρούμερ δεν ήταν πάντα η Άλλα. Αλλά ακριβώς ως γκρούμερ τη γνώρισε ο Ίγκορ. Και του φάνηκε αστείο το επάγγελμά της, μέχρι που έμαθε δύο πράγματα.

Το πρώτο, ότι πρόκειται για μια πολύ δύσκολη και επικίνδυνη δουλειά.

Η Άλλα εργαζόταν σε ένα από τα κομμωτήρια για σκύλους, όπου κουρεύονταν, λούζονταν και χτενίζονταν μεγάλες ράτσες. Και μάλιστα σε εκείνο το κομμωτήριο, όπου στα μεγάλα σκυλιά δεν έκαναν ένεση με μυοχαλαρωτικό.

Οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης σκύλου θα πει ότι μια τέτοια ένεση μπορεί να σταματήσει την καρδιά του κατοικίδιου.

Δηλαδή, οι ειδικοί, αν ήθελαν να εργαστούν σε αυτό το κομμωτήριο, έπρεπε να ξέρουν πώς να προσεγγίζουν ακόμα και τους πιο, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ιδιότροπους επισκέπτες.

Από ένα μικρό σκυλάκι με κακό χαρακτήρα μπορεί κανείς να πάθει σοβαρά τραύματα. Και αν πρόκειται για Γερμανικό Ποιμενικό, Χάσκυ ή Αλαμπάι;

Εδώ, δεν μιλάμε πια για τραύματα, αλλά για τη ζωή.

Και αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό έφερε στον Ίγκορ τη δεύτερη γνώση.

Η Άλλα δούλευε μια μέρα και είχε δύο ρεπό, και έπαιρνε καθαρά εκατόν πενήντα χιλιάδες ρούβλια.

Και αυτό χωρίς να μετράμε τα φιλοδωρήματα!

— Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα καταφέρνεις μαζί τους, – απορούσε ο Ίγκορ.

— Εγώ ξέρω τη μαγική λέξη, – απαντούσε η Άλλα με χαμόγελο.

— Αστείο, – δεν πίστευε ο Ίγκορ. – Και μόνο που το φαντάζομαι! Αν σε βάλω δίπλα σε ένα Μαλαμούτ, είναι πιο βαρύ από σένα, πιο μεγάλο από σένα και πιο δυνατό από σένα! Και αν κάτι δεν του αρέσει…

— Τότε οι συγγενείς μου θα λάβουν ένα μεγάλο ποσό από την ασφάλεια, – αστειευόταν η Άλλα.

— Δεν είναι αστείο! – συνοφρυώθηκε ο Ίγκορ. – Πώς να σε αγαπήσω, αν κάθε φορά που είσαι στη δουλειά θα φοβάμαι;

— Και εσύ μην φοβάσαι! – τον διαβεβαίωνε η Άλλα. – Σε περίπτωση απρόοπτου, έχουμε προβλέψει μέτρα. Δεν είμαστε εχθροί του εαυτού μας για να μπούμε στο στόμα της τίγρης!

Έξι μήνες έβγαιναν ο Ίγκορ με την Άλλα, μέχρι που εκείνος αποφάσισε να της κάνει πρόταση.

Πράγματι, φοβόταν.

Ένα ατύχημα θα μπορούσε να βάλει ταφόπλακα στο αγαπημένο του πρόσωπο, αλλά και σε ολόκληρη την Άλλα, επί της ουσίας.

Ο γάμος της Άλλας με τον Ίγκορ ήταν αρκετά ώριμος.

Ήταν και οι δύο πάνω από τριάντα όταν παντρεύτηκαν.

Και αυτά που συνέβησαν στη ζωή τους πριν γνωριστούν, δεν τα δημοσιοποιούσαν.

Απλώς ανέφεραν ότι όλα ήταν κάπως άσχημα.

Και έτσι ξεκίνησαν μια νέα ιστορία μαζί.

Νοίκιασαν ένα διαμέρισμα για δύο.

Ζούσαν, δούλευαν.

Πέρασαν ενάμιση χρόνο, μέχρι που έληξε το συμβόλαιο του Ίγκορ.

— Πρέπει να επιστρέψω, – είπε με λύπη. – Στη γενέτειρά μου. Είχα κάτι σαν απόσπαση για τρία χρόνια εδώ.

— Λοιπόν, αν δεν σε περιμένει εκεί η γυναίκα σου και τρία παιδιά, τότε θα έρθω μαζί σου! – χαμογέλασε ειρωνικά η Άλλα. – Και, όπως και να το κάνουμε, είμαι η γυναίκα σου!

— Όχι, γυναίκα και παιδιά δεν με περιμένουν εκεί, – είπε με μια ελαφριά σκιά εκνευρισμού. – Μόνο συγγενείς, φίλοι. Απλώς, θα υπάρχει δουλειά για σένα στην πόλη μου.

— Θα βρούμε! – τον διαβεβαίωσε η Άλλα. – Και η γενέτειρά σου είναι πόλη εκατομμυρίων! Και εκεί υπάρχουν σκυλιά που χρειάζονται κούρεμα!

Η Άλλα ενθάρρυνε σκόπιμα τον άντρα της.

Έβλεπε τι συναισθήματα του προκαλούσε η επιστροφή.

Και ο Ίγκορ δεν μπορούσε να κρύψει την αληθινή του ανησυχία για το αν θα υπήρχε δουλειά για την Άλλα.

Και εδώ άξιζε να μοιραστούν τις ιστορίες που είχαν πριν τη γνωριμία τους.

Θα ήταν πολύ πιο κατανοητό τι τους περίμενε.

Και θα μπορούσε να τους προφυλάξει από πολλά.

Αλλά, το ποτάμι της ζωής τους παρέσυρε πιο πέρα, κρύβοντας το παρελθόν στον βυθό.

Και ο Ίγκορ έπρεπε να πει ότι ο γάμος του με την Άλλα δεν ήταν ο πρώτος του.

Και κυρίως να δώσει έμφαση στο πώς τελείωσε ο προηγούμενος γάμος.

Επειδή μάρτυρες ήταν οι συγγενείς του.

Και αυτοί ακριβώς θα εξέταζαν τη νέα εκλεκτή του Ίγκορ με μικροσκόπιο.

Και ο γάμος του Ίγκορ τελείωσε με το γεγονός ότι το παιδί που μεγάλωνε για τέσσερα χρόνια δεν ήταν δικό του.

Η γυναίκα του, επικαλούμενη την αναζήτηση εργασίας, στην πραγματικότητα δεν σκόπευε να δουλέψει.

Και όταν της ζήτησαν να εγκαταλείψει το διαμέρισμα, ξάπλωσε στο πάτωμα και φώναζε ότι δεν θα τολμούσαν να διώξουν μια μητέρα με το παιδί της στον δρόμο.

Τρεις άντρες τη βγάλανε έξω δύο φορές.

Την πρώτη φορά εκείνη ξέφυγε και ξαναξάπλωσε στο πάτωμα.

Ακριβώς μετά από ένα τέτοιο διαζύγιο ο Ίγκορ έφυγε με συμβόλαιο σε άλλη πόλη, για να ξεχαστεί, να αποσπαστεί και τέτοια.

Και στην Άλλα δεν θα έβλαπτε να μοιραστεί την ιστορία της ζωής της, πώς κατέληξε να δουλεύει ως γκρούμερ.

Γενικά, είχε εισαχθεί και αποφοιτήσει από την Ακαδημία του Υπουργείου Εσωτερικών (Αστυνομία).

Ναι, γλυκιά, ευαίσθητη, εύθραυστη.

Αλλά εισήχθη και αποφοίτησε.

Και της προφήτευαν ότι θα δουλέψει με ανηλίκους ή, γενικά, λόγω της ομορφιάς της, θα πήγαινε στο γραφείο Τύπου.

Αν και αποφοίτησε με άριστα.

Όμως η Άλλα εισήχθη στην ειδική σχολή εκπαίδευσης κυνοκόμων.

Και μετά το δίπλωμα, κατατάχθηκε στην κυνολογική υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών.

Έξι χρόνια υπηρέτησε εκεί, και μετά λύγισε.

Όχι, ο σκύλος της δεν πέθανε, ούτε τραυματίστηκε.

Αποσύρθηκε.

Και σύμφωνα με τον νόμο, θα μπορούσε να δοθεί σε καλά χέρια, αλλά γενικά οι σκύλοι σε σύνταξη στέλνονται σε ειδικό κυνοκομείο.

Η Άλλα ήθελε πολύ να πάρει τον σκύλο.

Αλλά δεν της το επέτρεψαν, γιατί έπρεπε να αναλάβει έναν άλλο σκύλο.

Έκανε μια ανοησία.

Πήγε στο κυνοκομείο για να επισκεφθεί τον σύντροφό της.

Από εκεί βγήκε μαζί του στο λουρί και χωρίς τους βαθμούς της.

Παραιτήθηκε για να πάρει τον Έρωτά της σπίτι.

Και η ίδια πήγε να δουλέψει ως γκρούμερ, γιατί ήξερε να συμπεριφέρεται ακόμα και στα πιο μεγάλα και άσχημα εκπαιδευμένα σκυλιά.

Ο Έρωτας έζησε μόνο δύο χρόνια με την Άλλα, η δουλειά στην αστυνομία δεν είναι ξάπλα στον καναπέ.

Αφού έκλαψε πολύ, γνώρισε τον Ίγκορ.

— Άλλα, άσε τη μαμά και τον Αντόν! Πονούν! – φώναξε ο Ίγκορ.

— Ενδιαφέρον, και αν ο Αντόν με έπνιγε και η μαμά σου με τρυπούσε με τις βελόνες, δεν θα πονούσα; – ρώτησε η Άλλα, συνεχίζοντας να κρατάει τους υβριστές. – Δεν αποφοίτησα από την Ακαδημία του Υπουργείου Εσωτερικών για να επιτρέπω σε διάφορους ανθρωπάκους να με πνίγουν και να με τρυπούν με βελόνες!

— Τι αποφοίτησες; – ξαφνιάστηκε ο Ίγκορ. – Είσαι κομμώτρια σκύλων!

— Σε ξέχασα να σε ρωτήσω πού να σπουδάσω και μετά τι δουλειά να κάνω! – αναφώνησε η Άλλα.

Ο Ίγκορ σώπασε αμήχανα.

— Λοιπόν, πολίτες συγγενείς, καταλάβατε ότι δεν θα ανεχθώ επιθέσεις στο πρόσωπό μου; – Ο Αντόν έβγαλε ένα συριγμό, και η Ζόγια Βαντίμοβνα μουρμούρισε. – Δεν σας καθυστερώ άλλο! – και η Άλλα τους άφησε.

Τις δύο μέρες που έζησαν κάτω από την ίδια στέγη, μέχρι που η Άλλα βρήκε διαμέρισμα, στο σπίτι επικρατούσε σιωπηλή ουδετερότητα.

Και μετά, όταν οι συγγενείς προσκλήθηκαν στα εγκαίνια του νέου σπιτιού, η πεθερά και ο κουνιάδος ήταν υπερβολικά ευγενικοί.

Και ο Ίγκορ προσπαθούσε να μην συγκρουστεί ιδιαίτερα.

Ήταν άσχημο, που εκείνος, αν και με τους συγγενείς του δεν ήταν σκύλοι, η Άλλα τους είχε εκπαιδεύσει όλους με την πρώτη.

Αλλά ας είναι κι έτσι, μόνο να μην άρχιζε να τους κουρεύει, γιατί πώς να της αρνηθείς;

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: