– Θα ετοιμάσω ένα τέτοιο δείπνο – θα το θυμάστε σε όλη σας τη ζωή.

– Μα πόσο πια, επιτέλους; – Η Λίζα πέταξε την πετσέτα στο τραπέζι. – Ήρθα από τη δουλειά πριν από μία ώρα, δεν πρόλαβα καν να αλλάξω ρούχα!

– Καλά, πάλι τα ίδια ξεκινάς; – Ο Αντρέι στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, φράζοντας το πέρασμα. – Η μητέρα απλώς πέρασε για πέντε λεπτά.

– Για πέντε λεπτά; Σοβαρά; – Η Λίζα έδειξε τον σωρό από τα βρώμικα πιάτα. – Και οι άλλοι δέκα άνθρωποι επίσης απλώς περνούσαν τυχαία; Όλοι μαζί, έτσι;

Από το δωμάτιο ακούστηκε ένα δυνατό γέλιο. Κάποιος άνοιξε την τηλεόραση στη διαπασών.

– Γιατί συμπεριφέρεσαι σαν να μην είσαι δικιά μας; – Ο Αντρέι συνοφρυώθηκε. – Καλά καθόμαστε, περνάμε ωραία.

– Εσύ περνάς ωραία, ακούς ιστορίες και γελάς. Εγώ κόβω την τρίτη σαλατιέρα ολιβιέ! – Η Λίζα έκανε μια κίνηση με το χέρι προς τον σωρό από πατάτες. – Και αυτό στις εννιά το βράδυ. Έχω παρουσίαση αύριο, παρεμπιπτόντως.

– Πάλι με την παρουσίασή σου. Σιγά τα πράγματα, κάτι εικόνες είναι…

– Εικόνες; – Η Λίζα κοκκίνισε από την αγανάκτηση. – Είναι ένα πρότζεκτ εκατομμυρίων! Το οποίο εγώ…

– Λιζάκι! – ακούστηκε η μελένια φωνή της πεθεράς. – Γιατί κάνεις τη σαλάτα τόσο αργά; Οι άνθρωποι περιμένουν.

Η Γκαλίνα Πετρόβνα εμφανίστηκε στην πόρτα της κουζίνας, φτιάχνοντας τα μαλλιά της.

– Μπορούμε τουλάχιστον να ενημερώνεστε, όταν σκοπεύετε να έρθετε; – Η Λίζα προσπάθησε να μιλήσει ήρεμα.

– Θεέ μου, γιατί να ενημερώσουμε; – Η πεθερά έβαλε το χέρι της στο μπολ με τα κομμένα αγγούρια και τσίμπησε ένα κομμάτι. – Η οικογένειά σου ήρθε για τσάι. Την εποχή τη δική μας…

– Την εποχή τη δική σας δεν υπήρχαν smartphones, – μουρμούρισε η Λίζα.

– Τι; Τι είπες; – η Γκαλίνα Πετρόβνα τη στένεψε με το βλέμμα.

– Λέω, τα λαχανικά είναι έτοιμα, – Η Λίζα πήρε επιδεικτικά το μαχαίρι και άρχισε να ψιλοκόβει το λουκάνικο.

– Αντριούσα, – η πεθερά γύρισε στον γιο της. – Η γυναίκα σου έχει ξεφύγει τελείως. Ούτε φιλοξενία, ούτε σεβασμός στους μεγαλύτερους…

– Μάμα, σταμάτα, – Ο Αντρέι άλλαζε βάρος από το ένα πόδι στο άλλο. – Απλώς είναι κουρασμένη.

– Κουρασμένη είναι! – φούσκωσε η Γκαλίνα Πετρόβνα. – Εγώ στην ηλικία της μεγάλωνα τέσσερα παιδιά, δούλευα, μαγείρευα, έπλενα. Και τίποτα, δεν παραπονιόμουν.

Από το δωμάτιο ακούστηκε ξανά μια έκρηξη γέλιου. Κάποιος φώναξε: «Αντριούχα, έλα εδώ, ο Βίτιεκ λέει κάτι…!»

– Ωχ, θα πάω να ακούσω, – χάρηκε ο Αντρέι και αποχώρησε γρήγορα.

– Πάντα έτσι, – ψέλλισε η Λίζα, κοιτάζοντάς τον καθώς έφευγε. – Όταν πρέπει να αναλάβει ευθύνη, αμέσως εξαφανίζεται.

– Μην τολμήσεις να μιλάς έτσι για τον άντρα σου! – άρχισε η πεθερά. – Πρέπει να είσαι ευγνώμων που σε παντρεύτηκε. Με τον χαρακτήρα που έχεις…

Η Λίζα σταμάτησε να ακούει. Κοίταξε το μαχαίρι στο χέρι της, την επιφάνεια κοπής, το πακέτο της μαγιονέζας… Και ξαφνικά θυμήθηκε το κουτάκι με τις σταγόνες που είχε αγοράσει το πρωί από το φαρμακείο…

– Ξέρετε τι, Γκαλίνα Πετρόβνα; – είπε αργά. – Έχετε δίκιο. Θα τα ετοιμάσω όλα τώρα. Θα κάνω ένα τέτοιο δείπνο – θα το θυμάστε για πάντα.

– Επιτέλους! – χάρηκε η πεθερά. – Έτσι έπρεπε να είχες κάνει από την αρχή. Θα τηλεφωνήσω και στη Ζιναΐντα Βασίλιεβνα, να έρθει κι αυτή. Μένει εδώ κοντά.

– Θυμάσαι, Γκάλια, την προηγούμενη φορά που η νύφη σου παρά-άλασε το πιλάφι; – ακούστηκε από το δωμάτιο η φωνή της θείας Βάλιας. – Μετά πίναμε νερό όλη νύχτα!

– Έτσι είναι, – συμφώνησε η πεθερά, κρυφοκοιτάζοντας έξω από την κουζίνα. – Η Λιζάκι μαγειρεύει… ιδιόρρυθμα.

Η Λίζα ανακάτευε τη σαλάτα σιωπηλά, μετρώντας μέχρι το δέκα μέσα της. Το κουδούνι χτύπησε ξανά.

– Είναι μάλλον η Ζινότσκα! – ζωντάνεψε η Γκαλίνα Πετρόβνα. – Αντριούσα, άνοιξε!

– Είμαι απασχολημένος! – φώναξε εκείνος από το δωμάτιο. – Λίζα, άνοιξε εσύ, ε;

– Έχω βρώμικα χέρια, – ψέλλισε η Λίζα.

– Αχ, τι γυναίκα είσαι εσύ! – διαμαρτυρήθηκε η πεθερά, πηγαίνοντας προς την πόρτα. – Δεν μπορείς να βοηθήσεις τον άντρα σου;

Στην πόρτα δεν στεκόταν μόνο η γιαγιά Ζίνα, αλλά και η αδελφή του Αντρέι, η Μαρίνα, με τον σύζυγο και τα παιδιά της.

– Απλώς περνούσαμε τυχαία, – χαμογέλασε η Μαρίνα, σπρώχνοντας μέσα στο διαμέρισμα δύο αγοράκια που φώναζαν. – Σκέφτηκα, ας ρίξω μια ματιά στον αδελφό μου.

– Όλοι σας περνάτε τυχαία, – γκρίνιαξε η Λίζα στον εαυτό της, βγάζοντας ένα νέο πακέτο μαγιονέζας. Στις εννιάμισι το βράδυ.

– Τι μουρμουράς εκεί; – γύρισε αμέσως προς το μέρος της η πεθερά.

– Λέω, ελάτε όλοι στο τραπέζι, – απάντησε δυνατά η Λίζα. – Όλα θα είναι έτοιμα τώρα.

Έβγαλε το πολυπόθητο κουτάκι από την τσάντα της. Οι οδηγίες ανέφεραν ότι το αποτέλεσμα θα ερχόταν μέσα σε μία ώρα, και καλό θα ήταν αυτό το διάστημα να μην απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι και την τουαλέτα… Η Λίζα χαμογέλασε και άδειασε το ένα τρίτο του μπουκαλιού στη σαλάτα.

– Λίζα, θα υπάρχει και ζεστό φαγητό; – ρώτησε ο σύζυγος, μπαίνοντας στην κουζίνα. – Τα αγοράκια της Μαρίνας θέλουν να φάνε.

– Θα υπάρχει, – νεύτησε εκείνη. – Όλα θα υπάρχουν. Κεφτέδες, πουρές, σάλτσα… ιδιαίτερη βγήκε σήμερα.

– Αυτή είναι η γυναίκα μου! – χάρηκε ο Αντρέι. – Γιατί τελευταία είχες σταματήσει να μαγειρεύεις τελείως.

– Δουλεύει συνέχεια, – συμφώνησε η πεθερά από την είσοδο. – Δεν έχει ποτέ χρόνο να ασχοληθεί με το σπίτι.

– Αντιθέτως, σήμερα θα υπερβάλλω εαυτόν, – η Λίζα ανακάτευε μεθοδικά τη σαλάτα. – Θα ετοιμάσω ένα τέτοιο δείπνο – θα το θυμάστε σε όλη σας τη ζωή.

Εκείνη τη στιγμή, το κουδούνι χτύπησε ξανά.

– Ω, αυτοί είναι μάλλον ο Βίτκα με την Ολιένκα! – φώναξε ο Αντρέι. – Τους είπα κι αυτούς να έρθουν.

Η Λίζα πάγωσε με το κουτάλι στο χέρι.

– Κάλεσες κι άλλους;

– Και τι έγινε; – σήκωσε τους ώμους. – Αφού μαζευτήκαμε όλοι. Ο Βίτκα, παρεμπιπτόντως, είπε ότι θα φέρει και την πεθερά του, τους φιλοξενεί.

Η Λίζα κοίταξε το σχεδόν άδειο κουτάκι, μετά τη σαλάτα, υπολόγισε τον αριθμό των καλεσμένων…

– Ξέρεις, – είπε, βγάζοντας άλλη μια συσκευασία από την τσάντα της, – μάλλον θα κάνω και τη σάλτσα ιδιαίτερη. Για να φτάσει για όλους.

– Αυτό είναι σωστό! – ακούστηκε από το δωμάτιο. – Τι δείπνο είναι αυτό χωρίς σάλτσα;

– Χωρίς σάλτσα δεν γίνεται, – συμφώνησε η Λίζα, μετρώντας μεθοδικά τις σταγόνες στη σάλτσα. – Το κυριότερο είναι να χορτάσουν όλοι.

– Λοιπόν, όλοι στο τραπέζι! – ανακοίνωσε επίσημα η Γκαλίνα Πετρόβνα. – Δείτε πόσο έχει προσπαθήσει η Λιζότσκα.

Οι συγγενείς βούιξαν, καθώς κάθονταν γύρω από το ανοιγμένο τραπέζι. Τα αγοράκια αμέσως όρμησαν στη σαλάτα.

– Μήπως πρώτα το ζεστό; – πρότεινε η Λίζα με προσποιητή φροντίδα. – Η σαλάτα πρέπει να μείνει λίγο.

– Πάντα τα κάνεις όλα περίπλοκα, – της απάντησε η πεθερά με μια κίνηση του χεριού. – Άσε τα παιδιά να φάνε.

– Ναι, ναι, – συμφώνησε η θεία Βάλια, γεμίζοντας το πιάτο της. – Τι ιδιοτροπίες είναι αυτές; Παλιά τα καταφέρναμε χωρίς να μένουν.

– Δεν πειράζει, – χαμογέλασε η Λίζα. – Τώρα όμως θα είναι ξεχωριστά.

– Λίζα, εσύ γιατί δεν τρως; – ρώτησε ο Αντρέι με γεμάτο στόμα.

– Έφαγα στη δουλειά, – στεκόταν, ακουμπισμένη στην κάσα της πόρτας. – Και μαγείρεψα πολύ, χόρτασα ήδη μόνο από τις μυρωδιές.

– Κοίτα να δεις, – φούσκωσε η Μαρίνα. – Τώρα ούτε με την οικογένειά της δεν θέλει να φάει. Όλα αυτά τα «κρεατίβ» της δουλειάς…

– Μιλώντας για δουλειά, – παρενέβη ο Βίτκα. – Εκεί, αλήθεια, πληρώνεστε για να ζωγραφίζετε εικόνες; Να τι κάνει ο κόσμος όταν δεν έχει τι να κάνει…

Η Λίζα παρακολουθούσε σιωπηλά καθώς όλοι έπαιρναν δεύτερη μερίδα. Τα πιάτα άδειαζαν με τρομακτική ταχύτητα.

– Ωχ, νοστιμιά! – μάσαγε η γιαγιά Ζίνα. – Επιτέλους έμαθε να μαγειρεύει, γιατί πριν ήταν συνέχεια κάτι μοντέρνες σαλάτες.

– Έτσι είναι, – συμφώνησε η Ολιένκα, η γυναίκα του Βίτκα. – Θυμάστε την προηγούμενη φορά την «Καίσαρα» της με τα κρουτόν; Εγώ μετά ταλαιπωρήθηκα με την καούρα όλο το βράδυ.

– Δεν πειράζει, – είπε ήσυχα η Λίζα. – Σήμερα δεν θα υπάρχει καούρα. Εντελώς διαφορετικές αισθήσεις θα εμφανιστούν.

– Τι; Τι είπες; – ρώτησε ξανά η πεθερά.

– Λέω, μήπως να βάλουμε μουσική για ατμόσφαιρα;

– Ας βάλουμε! – ζωντάνεψε ο Αντρέι. – Αμέσως, θα φέρω το ηχείο.

Σηκώθηκε από το τραπέζι, αλλά σταμάτησε στην πόρτα:

– Λίζα, κάτι είσαι περίεργη σήμερα.

– Είμαι κανονική, – σήκωσε τους ώμους. – Απλώς παρακολουθώ πώς χορταίνετε. Θα έλεγα μάλιστα – χορταίνετε για τα καλά.

– Έλα τώρα, – την χτύπησε στον ώμο. – Βλέπεις, σε όλους αρέσει. Ακόμα και η μαμά επαινεί.

– Το κυριότερο είναι ότι αρέσει σε όλους, – νεύτησε η Λίζα. – Παρεμπιπτόντως, ζέστανα λίγη ακόμα σάλτσα. Την έφτιαξα ειδικά για τη μαμά σου, με αγάπη. Ας τη δοκιμάσει οπωσδήποτε.

Κοίταξε το ρολόι. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, τα πρώτα «ειδικά εφέ» θα έπρεπε να ξεκινήσουν σε περίπου μισή ώρα. Ακριβώς όταν όλοι θα έχουν φάει καλά και θα έχουν χαλαρώσει.

– Λιζάκι, – ακούστηκε η φωνή της πεθεράς. – Και τσάι θα υπάρχει;

– Θα υπάρχει, – νεύτησε η Λίζα, παίρνοντας την τσάντα της από την είσοδο. – Μόνο που, αυτή τη στιγμή, πρέπει να φύγω επειγόντως. Με κάλεσαν στη δουλειά, έκτακτη ανάγκη.

– Πώς να φύγεις; – αγανάκτησε ο Αντρέι. – Στη μέση ενός οικογενειακού δείπνου; Είδες τι ώρα είναι;

– Και τι έγινε; – χαμογέλασε ειλικρινά για πρώτη φορά το βράδυ. – Εσείς ήρθατε χωρίς προειδοποίηση, εγώ φεύγω χωρίς προειδοποίηση. Όλα οικογενειακά.

– Να η σύγχρονη νεολαία, – έκανε μια κίνηση με το χέρι η Γκαλίνα Πετρόβνα. – Καθόλου σεβασμό στις οικογενειακές αξίες!

Και μισή ώρα αργότερα, δεν υπήρχε χρόνος για σεβασμό…

– Αντριούσα, δεν αισθάνομαι καλά, – μουρμούρισε η Γκαλίνα Πετρόβνα, πιάνοντας την κοιλιά της.

– Κι εμένα κάτι με πειράζει, – συνοφρυώθηκε ο Βίτκα, μετακινούμενος στην καρέκλα.

– Μήπως είναι η σαλάτα; – υπέθεσε ανήσυχη η θεία Βάλια, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της – σηκώθηκε απότομα και έτρεξε προς την τουαλέτα.

– Έι, πού πας;! – Η Μαρίνα όρμησε πίσω της. – Εγώ είμαι πρώτη!

– Ποια πρώτη; – αγανάκτησε η Ολιένκα, προσπαθώντας να τις προσπεράσει. – Εγώ εδώ έχω γενικά…

Μέσα σε πέντε λεπτά, είχε δημιουργηθεί ένας πραγματικός συνωστισμός στον διάδρομο. Η ουρά για την τουαλέτα έφτανε μέχρι την κουζίνα.

– Μαμά, πονάω! – έκλαιγαν τα παιδιά της Μαρίνας.

– Υπομονή! – τους απάντησε απότομα, μετατοπίζοντας το βάρος της από το ένα πόδι στο άλλο. – Γιαγιά Γκάλια, θα αργήσετε πολύ μέσα;

– Μόλις μπήκα! – ακούστηκε η φωνή από πίσω από την πόρτα ανακατεμένη με ήχους που έμοιαζαν με ριπές πολυβόλου.

– Τι αθλιότητα, – στέναξε η γιαγιά Ζίνα, ακουμπώντας στον τοίχο. – Στην εποχή μας δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα…

– Αντρέι! – φώναξε η Γκαλίνα Πετρόβνα από την τουαλέτα. – Τηλεφώνησε αμέσως στη γυναίκα σου! Όλα είναι το μαγείρεμά της!

Ο Αντρέι άρπαξε το τηλέφωνο, αλλά η Λίζα δεν απαντούσε. Μόνο ένα μήνυμα ήρθε: «Ελπίζω το δείπνο να πέτυχε. Παρεμπιπτόντως, και οι γείτονες έχουν τουαλέτα. Και ο Βίτκα έχει διαμέρισμα στο διπλανό κτίριο. Τρέξτε, αγαπημένοι μου, τρέξτε. Ίσως προλάβετε».

– Το έκανε επίτηδες; – αναφώνησε η θεία Βάλια, κλείνοντας το στόμα της με το χέρι της.

– Μαμά, βγες έξω! – στέναξε η Μαρίνα. – Η ουρά είναι σε όλο τον διάδρομο!

– Δεν μπορώ! – ούρλιαξε η Γκαλίνα Πετρόβνα. – Τι μας έβαλε μέσα αυτή η αχρείο!

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Στην πόρτα στεκόταν η γειτόνισσα από τον πάνω όροφο:

– Όλα καλά; Γιατί το φως μου τρέμει…

– Δεν αντέχω άλλο, – ακούστηκε από την ουρά. – Μήπως να καλέσουμε ασθενοφόρο;

– Τι ασθενοφόρο;! – φώναξε ο Αντρέι. – Για να το μάθουν όλοι;

– Τι, είναι καλύτερο να ντροπιαζόμαστε στους γείτονες; – απάντησε απότομα η Μαρίνα, προσπαθώντας να σπρώξει τον Βίτκα μακριά από την πολυπόθητη πόρτα.

Το τηλέφωνο του Αντρέι ξαναχτύπησε. Μήνυμα από τη Λίζα: «Παρεμπιπτόντως, αύριο καταθέτω αίτηση διαζυγίου».

– Τι σημαίνει διαζύγιο;! – ούρλιαξε η Γκαλίνα Πετρόβνα, απελευθερώνοντας επιτέλους την τουαλέτα. – Αντριούσα, δεν έχει δικαίωμα!

– Θα το λύσουμε αργότερα! – βρυχήθηκε ο Βίτκα, ο οποίος ήταν ο πρώτος που εισέβαλε στον ελεύθερο χώρο. – Τώρα έχουμε πιο σημαντικά προβλήματα!

Τα παιδιά της Μαρίνας έκλαιγαν συγχρονισμένα. Η Ολιένκα άρχισε να τηλεφωνεί στους γείτονες. Η γιαγιά Ζίνα έκλαιγε για τη σύγχρονη νεολαία. Και το τηλέφωνο συνέχιζε να χτυπά με νέα μηνύματα:

«Και ναι, μην ανησυχείς για τα πράγματά μου – τα πήρα όσο εσείς απολαμβάνατε το δείπνο. Καλή πέψη!»

«Υ.Γ. Μου άρεσε ιδιαίτερα, Αντρέι, που εκθείαζες τις ‘εικόνες’ μου. Τώρα αυτές οι ‘εικόνες’ θα φέρνουν εισόδημα μόνο σε εμένα. Και ναι, αυτό το έργο του ενός εκατομμυρίου – το παρέδωσα με επιτυχία χθες. Οπότε δεν θα μείνω χωρίς δουλειά».

«Εσύ, απ’ ό,τι φαίνεται, θα πρέπει να βρεις επειγόντως μια νέα μαγείρισσα για την πολύτιμη οικογένειά σου. Απλώς να ξέρεις – θα πρέπει να μαγειρεύεις μόνος σου, χρήματα για εστιατόριο δεν θα έχεις πια. Εγώ τα έβγαλα όλα από την κάρτα – δεν έχεις αντίρρηση, έτσι; Είμαστε οικογένεια, εξάλλου!»

Η ουρά στην τουαλέτα συνέχιζε να μεγαλώνει. Κάπου μακριά ακούστηκε η αλλόφρων κραυγή της Μαρίνας: «Οι γείτονες δεν ανοίγουν!!!»

Και η Λίζα, εν τω μεταξύ, καθόταν σε ένα ζεστό καφέ στην άλλη άκρη της πόλης, έπινε καπουτσίνο και για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια ένιωθε απόλυτα ευτυχισμένη.

Ειδικά για τον ιστότοπο Stories

Φίλοι, αν σας ενδιαφέρει να διαβάσετε περισσότερες από τις ιστορίες μας – αφήστε τα σχόλιά σας και μην ξεχνάτε τα likes. Αυτό μας εμπνέει να συνεχίσουμε να γράφουμε!

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: