Ξαφνικά, η αυλόπορτα άνοιξε και στην αυλή εμφανίστηκε ο εγγονός της, ο Ιβάν.
— Ω, Θεέ μου! — αναφώνησε η γριούλα. — Ιβάν, τι συνέβη;! Γιατί δεν προειδοποίησες ότι θα έρθεις; Δεν πρόλαβα να ετοιμάσω τίποτα!
Ο Ιβάν πλησίασε σιωπηλά τη γιαγιά του και την χαιρέτησε σκυθρωπά.

Από το σπίτι βγήκε ο παππούς Μικόλα. Ο Ιβάν του έσφιξε σιωπηλά το χέρι.
— Γιαγιά, παππού, μπορώ να μείνω σε εσάς; — ρώτησε ξαφνικά.
Οι ηλικιωμένοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία.
— Μα τι έπαθες, Ιβάν;! — δεν άντεξε η γιαγιά.
Ο Ιβάν κάθισε σιωπηλά στον πάγκο και κάλυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του. Οι ηλικιωμένοι δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε.
— Μάλωσες με τους γονείς σου; — ρώτησε ο παππούς Μικόλα.
— Ναι, — έγνεψε ο εγγονός. — Θα μείνω λοιπόν;
— Φυσικά, μείνε! — είπε η γιαγιά.
— Αλλά μόνο για μια εβδομάδα, — πρόσθεσε ο παππούς. — Είναι μακριά για να πηγαίνεις στη δουλειά από εδώ. Θα αργείς. Και τέλος πάντων, για ποιο λόγο καταφέρατε να μαλώσετε;
— Για προσωπικούς λόγους.
Μπήκαν στο σπίτι. Ο εγγονός κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα και έκλεισε τα μάτια του, δείχνοντας στους συγγενείς του ότι δεν ήθελε να μιλήσει άλλο.
Ταυτόχρονα, είχε μια τόσο θλιβερή έκφραση στο πρόσωπό του που η γιαγιά δεν άντεξε.
— Ιβάνκο, πες μας όμως, τι σου συνέβη; — ρώτησε προσεκτικά. — Βλέπω ότι είσαι ράκος. Κάτι τρομερό, έτσι;
— Όλα καλά, γιαγιά, — είπε σιγά ο εγγονός. — Απλώς, με χώρισε η κοπέλα μου…
— Κοπέλα… — η γιαγιά αναστέναξε με κατανόηση. — Σε παράτησε… Μάλιστα… Είναι δύσκολο… Αλλά δεν καταλαβαίνω, οι γονείς σου τι φταίνε; Αυτοί φταίνε για αυτό; Έτσι;
— Όχι, δεν φταίνε, — απάντησε ο Ιβάν ενοχλημένος. — Αλλά αντί να στηρίξουν τον γιο τους, γελάνε.
— Πώς δηλαδή γελάνε;
— Έτσι. Γελάνε και αυτό είναι όλο. Μου φαίνεται ότι χαίρονται. Κι αυτό με κάνει να νιώθω ακόμα χειρότερα.
— Δηλαδή, σου συμβαίνει πρώτη φορά; — ρώτησε ο παππούς.
Ο εγγονός τον κοίταξε με έκπληξη, μετά σκέφτηκε λίγο και απάντησε απρόθυμα:
— Ε, ναι…
— Και γιατί σε παράτησε; — ρώτησε πάλι ο παππούς.
— Επειδή ένας άλλος της ζήτησε να παντρευτούν, — ακούστηκε η απόγνωση στη φωνή του Ιβάν.
— Και δέχτηκε; — αναφώνησε η γιαγιά.
— Δέχτηκε.
— Αμέσως;
— Ναι, γιαγιά, αμέσως, — ο εγγονός κάλυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του.
— Μάλιστα… Σαν ταινία… — ξαφνικά γέλασε ειρωνικά ο παππούς.
— Ο Ιβάνκο μας, βλέπεις, την κυνηγούσε, της χάριζε λουλούδια μάλλον… Κι εκείνη, μπαμ, και παντρεύτηκε άλλον. Πώς την έλεγαν; — κοίταξε ο παππούς τον εγγονό με κέφι.

— Οξάνα, — ο εγγονός κοίταξε τον παππού με υποψία και μετά ρώτησε αγανακτισμένος:
— Και γιατί χαμογελάς, παππού; Τι το αστείο υπάρχει εδώ; — Εδώ η ζωή μου καταστρέφεται κι εσείς μαζί με τους γονείς μου το διασκεδάζετε;
— Δεν διασκεδάζω, Ιβάν, — άρχισε αμέσως να δικαιολογείται η γιαγιά. — Μη νομίζεις, σε καταλαβαίνω. Και ο παππούς δεν γελάει με εσένα.
— Τότε με τι γελάει;
— Με την κατάσταση, — απάντησε ο παππούς. — Είναι αστείο.
— Και τι είναι το αστείο εδώ; — ξέσπασε νευρικά ο εγγονός.
— Το αστείο είναι ότι ακόμα δεν έχεις καταλάβει την τύχη σου.
— Ποια τύχη;
— Αυτήν, ότι γι’ αυτή την Οξάνα σου, ο γαμπρός εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή.
— Τι πάει να πει «κατάλληλη στιγμή»; — εξοργίστηκε ο Ιβάν. — Εγώ θα του έδειχνα αυτουνού! Αν δεν με σταματούσε η Οξάνα, θα του είχα…
— Εντάξει, αυτό είναι κατανοητό, — ο παππούς συνέχιζε να κοιτάζει τον εγγονό με το ίδιο κέφι.
— Αλλά φαντάσου ο νέος της θαυμαστής να εμφανιζόταν έναν χρόνο αργότερα. Όταν θα είχες πάρει πια την Οξάνα για γυναίκα σου.
— Τότε δεν θα εμφανιζόταν, — είπε σταθερά ο εγγονός.
— Και γιατί αυτό;
— Δεν θα τον άφηνα εγώ.
— Αυτό ακριβώς είναι το αστείο.
— Τι είναι αστείο; — ο Ιβάν δεν μπορούσε να καταλάβει τον παππού του.
— Το ότι είσαι τόσο σίγουρος για αυτό.
— Φυσικά και είμαι σίγουρος.
— Και ξέρεις, Ιβάνκο, ότι ο πατέρας σου έκλεψε τη μάνα σου από έναν άλλον άντρα;
— Πώς; — σάστισε ο Ιβάν.
— Με τον ίδιο τρόπο που σου πήραν εσένα την Οξάνα.
— Παππού, λες ψέματα, — είπε ο Ιβάν με αβεβαιότητα και κοίταξε ερωτηματικά τη γιαγιά. — Οι γονείς μου δεν μου έχουν πει ποτέ κάτι τέτοιο.
— Και ποιος λέει τέτοια πράγματα στον γιο του; — ανασήκωσε τους ώμους ο παππούς.
— Μήπως ξέρεις ότι κι εγώ την αγαπημένη σου γιαγιά την έκλεψα από κάποιον άλλον; Και μάλιστα από ποιον την πήρα!
— Άντε, σταμάτα αμέσως! — φώναξε ξαφνικά η γιαγιά στον παππού. — Μάζεψε τη γλώσσα σου!
— Είδες πώς φοβήθηκε; — γέλασε θριαμβευτικά ο παππούς.
— Θυμήσου, Ιβάνκο, η ζωή των νέων είναι η ίδια σε όλες τις εποχές. Είναι πολύ ταραγμένη. Μέχρι να βρει ο άνθρωπος τη μοίρα του, θα φάει πολλά χαστούκια.
Υπάρχουν βέβαια και άνθρωποι που βρίσκουν το ταίρι τους με την πρώτη. Αλλά αν ρωτήσεις όλους τους παντρεμένους άντρες στον κόσμο, θα βγει ότι τις γυναίκες τους τις πήραν οπωσδήποτε από κάποιον άλλον.
Κι εσύ, από κάποιον θα κλέψεις τη μελλοντική σου γυναίκα.
— Όχι… — κούνησε το κεφάλι του περήφανα ο Ιβάν. — Εγώ τέτοια ατιμία δεν πρόκειται να κάνω. Δεν είμαι τέτοιος τύπος.
— Μα δεν είναι ατιμία, καλέ μου, — γέλασε ξαφνικά και η γιαγιά. — Έτσι είναι η ανθρώπινη ζωή. Όταν έρθει η ώρα, όλα αυτά που εσύ ονομάζεις ατιμίες, θα γίνουν πεπρωμένο. Και αγάπη.
— Αγάπη; — ρώτησε ο εγγονός με αγανάκτηση.
— Ναι, Ιβάν, — έγνεψε ο παππούς. — Η αγάπη είναι πολύ ύπουλο πράγμα. Αλλά αν έρθει η πραγματική, δεν γλιτώνεις. Θα κάνεις ό,τι σου προστάξει.
Γι’ αυτό, σταμάτα να κλαίγεσαι. Τώρα η γιαγιά θα στρώσει το τραπέζι και θα πιούμε όλοι μαζί μια κομπόστα, για την τύχη που σου έλαχε αναπάντεχα.

— Αυτό εσείς το λέτε τύχη; — αναφώνησε ο εγγονός. — Μα καλά, τα χάσατε τελείως;
— Λοιπόν, φτάνει, φτάνει… — ο παππούς έκλεισε το μάτι στον εγγονό. — Πήγαινε πλύνε τα χέρια σου και κάθισε στο τραπέζι.
Για την τύχη θα το καταλάβεις αργότερα, όταν θα αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα το πραγματικό σου πεπρωμένο…