— Σε προειδοποίησα: εκεί που έδωσες τα λεφτά, εκεί να πας και για δείπνο! Και για πρωινό, παρεμπιπτόντως, — δήλωσε η σύζυγος και κάθισε στην πολυθρόνα με το πλεκτό της.

— Λιούδα! Σπίτι είσαι; — φώναξε τη γυναίκα του ο Βασίλης, μπαίνοντας στο διαμέρισμα.

— Στην κουζίνα είμαι, — απάντησε η Λουντμίλα.

Σήμερα είχε γυρίσει στο σπίτι νωρίτερα και ετοίμαζε το δείπνο. Ο Βασίλης γδύθηκε, έπλυνε τα χέρια του και μπήκε στην κουζίνα.

— Και γιατί δεν καμαρώνεις; — ρώτησε εκείνος.

— Περίεργο, και για ποιο πράγμα θα έπρεπε να καμαρώνω; — απόρησε η σύζυγος.

— Μα συνάντησα στον δρόμο τη Ρίτα από το τμήμα σου. Είπε ότι σήμερα σας έβαλαν το μπόνους τριμήνου. Καλό ποσό!

— Το έβαλαν, αλήθεια είναι. Αλλά εσένα τι χαρά σου δίνει αυτό;

— Πώς τι χαρά; Σου είπα και χθες: πήρε η μητέρα μου τηλέφωνο και ζήτησε να βοηθήσουμε τη Ζωή με το στεγαστικό. Εσύ είπες ότι δεν έχουμε λεφτά. Ε, τώρα έχουμε! Ας στείλουμε στη Ζωίτσα καμιά δεκαριά χιλιάδες, — πρότεινε ο Βασίλης.

— Και με ποια αφορμή; — ρώτησε η Λουντμίλα.

— Μην παριστάνεις, ξέρεις και μόνη σου ότι η Ζωίτσα δυσκολεύεται να πληρώσει μόνη της το δάνειο. Θα πάρω τώρα τη μάνα μου να της πω ότι θα στείλουμε τα λεφτά, — είπε ο Βάσια και έπιασε το τηλέφωνο.

— Στάσου! Φρέναρε! Είπα εγώ ποτέ ότι είμαι έτοιμη να πληρώνω το δάνειο της αδερφής σου; — τον σταμάτησε η Λουντμίλα.

— Και γιατί να μη βοηθήσουμε, αφού έχουμε λεφτά; — ρώτησε εκείνος.

— Ας ξεκινήσουμε από το ότι τα λεφτά δεν τα έχουμε «εμείς», αλλά «εγώ». Είναι το μπόνους που κέρδισα δουλεύοντας σκληρά επί τρεις μήνες!

Τι νομίζεις, Βάσια; Ότι ξεθεωνόμουν από το πρωί μέχρι το βράδυ μόνο και μόνο για να κάνω το χατίρι στην αδερφή σου; Δεν είχα άλλον σκοπό;

— Λιούδα, μα έχει παιδιά!

— Βάσια, κι εγώ έχω παιδί. Η Βάρια είναι η κόρη μας. Αν θυμάσαι, φυσικά, σπουδάζει στο δεύτερο έτος στο πανεπιστήμιο και μένει σε άλλη πόλη, σε εστία.

Κι εγώ της στέλνω κάθε μήνα λεφτά για να ζήσει. Εσύ, αυτά τα δύο χρόνια, έδωσες στην κόρη σου έστω και μία γρίβνα;

— Μα ξέρω ότι της στέλνεις εσύ.

— Ε, ίσως να της ήταν πολύ ευχάριστο να πάρει έστω και χίλιες από τον μπαμπά της για τα έξοδά της; — ρώτησε η Λουντμίλα.

Και η αδερφή σου, πριν μπλέξει με στεγαστικά, έπρεπε να υπολογίσει αν μπορεί να τα ξεπληρώσει.

— Μα η τράπεζα της το ενέκρινε, — υπενθύμισε ο Βασίλης.

— Σωστά. Στην τράπεζα δουλεύουν έξυπνοι άνθρωποι που ξέρουν να λογαριάζουν. Αυτοί λοιπόν υπολόγισαν ότι η Ζωή πρέπει να έχει αρκετά χρήματα.

Κι αν δεν της φτάνουν, σημαίνει ότι απλώς τα ξοδεύει λάθος. Για παράδειγμα, πηγαίνει πολύ συχνά σε σαλόνια ομορφιάς και καφέ αντί να ξεπληρώνει το δάνειο. Οπότε, εγώ δεν σκοπεύω να πληρώνω τις ιδιοτροπίες της!

Το βράδυ ο Βασίλης άκουσε τη Λουντμίλα να ενημερώνει τη μητέρα της στο τηλέφωνο ότι μόλις της έστειλε οκτώ χιλιάδες.

— Περίεργο: για τη Ζωή δεν έχεις λεφτά, αλλά για τη μάνα σου, ορίστε, — αγανάκτησε ο σύζυγος.

— Ναι, Βάσια. Της μαμάς έσπασε η οδοντοστοιχία, πρέπει να πάει σε οδοντίατρο. Και η σύνταξή της δεν είναι μεγάλη.

Τι περισσότερο να πούμε; Αυτή είναι η μαμά μου, ενώ η Ζωή για μένα είναι ένας ξένος άνθρωπος, — εξήγησε η Λουντμίλα.

— Πάντως η Ζωή είναι η βιολογική μου αδερφή! — θύμισε στη γυναίκα του ο Βασίλης.

— Σωστά: δική σου, όχι δική μου. Τι παράπονα έχεις από μένα;

— Ε, αν είναι έτσι, εγώ μεθαύριο που παίρνω μισθό θα στείλω ο ίδιος λεφτά στη Ζωή, — είπε ο Βασίλης.

— Παρακαλώ, με τις υγείες σου. Μόνο που πρώτα θα καταθέσεις, όπως πάντα, τις δέκα χιλιάδες στην κάρτα για τα έξοδα του σπιτιού, — απάντησε η σύζυγος.

— Λιούδα, ήθελα καιρό να σε ρωτήσω: οι δέκα χιλιάδες δεν είναι πολλές; Δεν γίνεται λιγότερα;

— Γίνεται και λιγότερα, μόνο που τότε για δείπνο θα έχει μακαρόνια με κέτσαπ, αντί για σπιτικά μπιφτέκια ή μπριζόλες. Μπορούμε επίσης να μην πληρώσουμε τα κοινόχρηστα και να μην πάρουμε απορρυπαντικό, — χαμογέλασε η Λουντμίλα.

— Μα δεν γίνεται να κάνεις κάπως πιο οικονομική διαχείριση, ώστε να φτάνουν και για τις μπριζόλες και για όλα τα υπόλοιπα;

— Αν θέλεις, δοκίμασε. Αν τα καταφέρεις, θα πάρω μάθημα από την εμπειρία σου, — απάντησε η σύζυγος.

Εδώ τελείωσε η κουβέντα. Αλλά ο Βασίλης, για κάποιο λόγο, αποφάσισε ότι η Λουντμίλα δεν θα πραγματοποιούσε την απειλή της και έστειλε σχεδόν όλο του τον μισθό στην αδερφή του.

Όμως, έκανε λάθος. Ήδη από την επόμενη μέρα, επιστρέφοντας από τη δουλειά, δεν βρήκε στην κουζίνα ούτε ίχνος δείπνου.

— Λιούδα, τι έχουμε σήμερα για φαγητό; — ρώτησε εκείνος.

— Κοίτα στο ψυγείο, — απάντησε η σύζυγος.

Ο Βάσια κοίταξε στο ψυγείο: ήταν άδειο. Μόνο στην πόρτα υπήρχε ένα μοναχικό μπουκάλι κέτσαπ, και στο συρτάρι των λαχανικών δύο ζαρωμένα μήλα.

— Λιούδα, μα δεν έχει τίποτα εδώ.

— Αλήθεια; Και τι θα έπρεπε να έχει; Έβαλες εσύ κάτι μέσα; — ρώτησε εκείνη. — Μήπως δεν ήξερες ότι για να βγάλεις κάτι από το ψυγείο, πρέπει πρώτα να έχεις βάλει κάτι μέσα;

— Έλα τώρα, πεινάω πολύ, — είπε ο Βασίλης.

— Το φαντάζομαι. Αλλά σε είχα προειδοποιήσει: εκεί που έδωσες τα λεφτά, εκεί να πας και για δείπνο. Και για πρωινό, παρεμπιπτόντως, — δήλωσε η Λουντμίλα και κάθισε στην πολυθρόνα με το πλεκτό της.

Αναγκάστηκε ο Βάσια να πάει στη μάνα του.

Την επόμενη μέρα, η πεθερά — η Νίνα Βλαντιμίροβνα — ήρθε αυτοπροσώπως για να «συνετίσει» τη νύφη της. Αφού άκουσε τον μακρύ λογύδριο της πεθεράς, η Λουντμίλα είπε:

— Τζάμπα προσπαθείτε τόσο, Νίνα Βλαντιμίροβνα. Δεν άκουσα τίποτα καινούργιο. Ξέρω ήδη ότι είμαι κακή σύζυγος. Μήπως τότε να μετακομίσει ο Βάσια σε εσάς; Τι με θέλει μια τέτοια γυναίκα;

— Μη λες ανοησίες! Παντρεύτηκες, άρα πρέπει να ζεις με τον άντρα σου! — απάντησε η πεθερά.

— Κατάλαβα. Μόνο εγώ είμαι η κακή! Ενώ το διαμέρισμά μου είναι καλό, και ο μισθός μου είναι υπέροχος, και το μπόνους! Ένα μόνο κακό υπάρχει: δεν θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας και με τη Ζωή!

— Αποφασίσατε λοιπόν να αδειάσετε τις τσέπες του γιου σας; Ε τότε, συντηρήστε τον εσείς όλο αυτόν τον μήνα. Και έχετε υπόψη σας: λουκάνικα δεν τρώει. Από το κοτόπουλο επίσης στραβώνει τη μύτη του.

— Οπότε, για δείπνο θέλει μπριζόλες με τηγανητές πατάτες και σαλάτα. Μπορείτε και γιουβαρλάκια — αλλά να βάζετε περισσότερο κρέας. Ε, θα τα βρείτε μόνοι σας. Α, και τα ρούχα του θα τα πλένετε επίσης εσείς.

— Λουντμίλα, τρελάθηκες; Αφού ζούσατε κάπως τόσο καιρό πριν! — απόρησε η πεθερά.

— Ζούσαμε, μερικές φορές μάλιστα ζούσαμε και καλά, — απάντησε η νύφη. — Μέχρι που χώσατε τη μύτη σας στη ζωή μας. Χωρίσατε τη Ζωή από τον Γκρίσα, και τώρα πιάσατε εμάς;

— Τι λες; Ποιον χώρισα εγώ; — εξοργίστηκε η Νίνα Βλαντιμίροβνα.

— Ποια άλλη αν όχι εσείς; Της πρήζατε τα συκώτια: «Ο Γκρίσα είναι έτσι, ο Γκρίσα είναι αλλιώς! Ο Γκρίσα δεν σε σέβεται, βγάζει λίγα, δεν έχει μόρφωση, το σπίτι είναι μικρό» και τα λοιπά!

— Φτάσατε τον άνθρωπο στα όριά του και σηκώθηκε κι έφυγε! Και η Ζωή έμεινε μόνη με δύο παιδιά και ένα ασήκωτο στεγαστικό δάνειο. Λοιπόν; Τώρα είναι ικανοποιημένη η ψυχή σας;

— Φαίνεται πως όχι! Βαρεθήκατε και πιάσατε εμάς! Αλλά εγώ δεν είμαι Γκρίσα, δεν θα κάνω υπομονή για πολύ. Θα σας επιστρέψω τον Βάσια και να τον φροντίζετε εσείς — ποιος θα το κάνει καλύτερα από τη μάνα του; Έτσι δεν είναι, Βάσια;

— Τι λες, Λιούδα! Ούτε που πέρασε από το μυαλό μου κάτι τέτοιο! Δεν θέλω να χωρίσουμε! Απλώς η μαμά πρότεινε να βοηθήσουμε τη Ζωή, — άρχισε να δικαιολογείται ο σύζυγος.

— Βοήθησες; Τότε μέχρι τον επόμενο μισθό μένεις στη μαμά σου ή στη Ζωή — ας τα βρουν μεταξύ τους. Κι εγώ θα το σκεφτώ.

Και ο Βάσια κατάλαβε ότι η Λουντμίλα δεν αστειευόταν. Όλο τον μήνα μέχρι τον επόμενο μισθό, έμενε στη μητέρα του.

Στις πέντε του μηνός, γύρισε σπίτι.

— Λιούδα, σου έστειλα τον μισθό μου και έστειλα και τρεις χιλιάδες στη Βάρια, — ανακοίνωσε από την πόρτα.

Από την κουζίνα ερχόταν μια μεθυστική, λαχταριστή μυρωδιά από τηγανητό χοιρινό σε γλυκόξινη σάλτσα.

— Πήγαινε να πλύνεις τα χέρια σου και κάτσε να δειπνήσεις, — χαμογέλασε η Λουντμίλα. — Ή μήπως προτιμάς να πας στη μαμά σου;

Ο Βάσια γούρλωσε τα μάτια του τρομαγμένος και κούνησε νευρικά το κεφάλι του αρνητικά. Από τον φόβο του, η γλώσσα του έδεσε κόμπο.

Και η Λιούδα κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να ξοδεύει λόγια για να τον πείσει! Να που ορισμένες πράξεις από την πλευρά της έβαλαν αμέσως μυαλό στο κεφάλι του και θα του μείνουν αξέχαστες για καιρό!

Και αν αρχίσει να ξεχνάει, εκείνη θα του το υπενθυμίσει με μεγάλη της ευχαρίστηση! Δεν έμπλεξαν με την κατάλληλη γυναίκα!

Πώς σας φάνηκε το κόλπο της Λουντμίλα; Γράψτε τις σκέψεις σας στα σχόλια. Κάντε like.

Φίλοι μας, αν σας ενδιαφέρει να διαβάζετε ακόμα περισσότερες ιστορίες μας – αφήστε τα σχόλιά σας και μην ξεχνάτε τα likes. Αυτό μας δίνει έμπνευση να συνεχίσουμε να γράφουμε!

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: