— Δεν κατάλαβα; Και ποιος αποφάσισε ότι θα ζήσετε εκεί; Από ποιον ζητήσατε άδεια; – κοιτούσε έκπληκτη η πεθερά τη νύφη της. — Μετακομίζουμε στο εξοχικό σας – επανέλαβε η γυναίκα. – Βγάλτε τα πράγματά σας, μας εμποδίζουν. Η Μαρίνα στεκόταν στην πόρτα του διαμερίσματος της πεθεράς της στην πόλη, τραβώντας νευρικά το λουρί της τσάντας της. Η Ελένα Παύλοβνα πάγωσε με ένα μισοπλυμένο φλιτζάνι στα χέρια. Ήταν μια συνηθισμένη Πέμπτη, αρχές Νοεμβρίου. Σκόπευε να αφιερώσει τη μέρα στην καθαριότητα, και ξαφνικά – μια τέτοια επίσκεψη.

— Τι πάει να πει «μετακομίζετε»; – άφησε προσεκτικά το φλιτζάνι στο τραπέζι. — Αυτό που είπα. Ο Ντίμα έχασε τη δουλειά του. Δεν μπορούμε να πληρώνουμε άλλο ενοίκιο. Και το εξοχικό σας είναι άδειο όλο τον χειμώνα.
Στο δωμάτιο, λόγω της φασαρίας, εμφανίστηκε η Ναταλία – η κόρη της Ελένας Παύλοβνα. Φιλοξενούνταν προσωρινά στη μητέρα της – είχε έρθει από την πόλη της για μια εβδομάδα, να βοηθήσει με την ανακαίνιση στο μπάνιο. — Ω, εμφανίστηκε η κυρία – είπε η Μαρίνα στραβομουτσουνιάζοντας μόλις είδε την αδελφή του άντρα της. — Κοίτα ποια μιλάει, η «νοικοκυρά» – ανταπάντησε η Ναταλία. – Εγώ μεγάλωσα εδώ, παρεμπιπτόντως. Κι εσύ ποια είσαι που θα μας δώσεις και εντολές;
Η Ελένα Παύλοβνα σήκωσε το χέρι της, σταματώντας τον καυγά που ξεκινούσε: — Περίμενε, Μαρίνα. Πώς έχασε τη δουλειά του; Τι συνέβη; — Λες και δεν ξέρετε! Τον απέλυσαν. «Βελτιστοποίηση», βλέπετε. Τρία χρόνια δούλευε σαν το σκυλί σε αυτή την εταιρεία, και τι; Τον πέταξαν στον δρόμο!
Η Ελένα Παύλοβνα συννεφίασε. Ο γιος της όντως είχε καιρό να φανεί, μόνο τηλεφωνούσε που και που. Όλο δουλειές, δουλειές… Και τώρα αυτό. — Γιατί δεν ήρθε ο ίδιος; – ρώτησε. — Είναι σε συνέντευξη – γρύλισε η Μαρίνα. – Η τρίτη για σήμερα. Αλλά τι να το κάνεις… Παντού ζητάνε άλλη εμπειρία, δεν έχει τα προσόντα, λένε.
Μπήκε στο διαμέρισμα χωρίς πρόσκληση και κάθισε βαριά σε ένα σκαμπό: — Λοιπόν, αποφασίστε. Ή μας αφήνετε να μείνουμε στο εξοχικό, ή… ή δεν ξέρω κι εγώ τι. — Όχι, δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα – η Ελένα Παύλοβνα κάθισε απέναντι από τη νύφη της. – Πρώτα πες τα μου όλα με τη σειρά.
Η Μαρίνα ανασήκωσε τους ώμους: — Και τι να πω; Πριν από έναν μήνα έρχεται ο Ντίμα – μάτια κόκκινα, χέρια να τρέμουν. Αποδείχθηκε ότι απέλυσαν όλους τους προγραμματιστές του τμήματός τους. Ήρθε νέος διευθυντής, αποφάσισε να φέρει δική του ομάδα. — Και τι, ούτε μια αποζημίωση; – ρώτησε η Ναταλία. — Του έδωσαν δύο μισθούς. Αλλά αυτά έφτασαν ίσα-ίσα για το ενοίκιο και για να κλείσει η δόση του αυτοκινήτου. Αλλά το πουλήσαμε ήδη το αυτοκίνητο για να ξεχρεώσουμε τελείως τα δάνεια…
Η Ελένα Παύλοβνα αναστέναξε. Θυμόταν πόσο χαιρόταν ο Ντίμα εκείνο το μεταχειρισμένο «Toyota» – το πρώτο του αυτοκίνητο. — Και γιατί δεν με πήρε τηλέφωνο; Γιατί δεν μου το είπε; — Και τι θα κάνατε; – ειρωνεύτηκε η Μαρίνα. – Θα δίνατε λεφτά; Αφού κι εσείς μια σύνταξη παίρνετε… – σταμάτησε απότομα, βλέποντας το βαρύ βλέμμα της πεθεράς της. — Δεν είναι το θέμα τα λεφτά – είπε σιγά η Ελένα Παύλοβνα. – Είναι γιος μου. Έχω δικαίωμα να ξέρω τι του συμβαίνει.
Ακολούθησε μια βαριά σιωπή. Από τον δρόμο ακουγόταν ο ήχος της βροχής. — Θα πάω να βάλω το τσάι – είπε απροσδόκητα ήρεμα η Ναταλία. — Δεν θέλω τσάι – η Μαρίνα σηκώθηκε απότομα. – Δεν καταλάβατε; Πρέπει να ξενοικιάσουμε. Αύριο! Η ιδιοκτήτρια μας προειδοποίησε – αν καθυστερήσουμε την πληρωμή έστω και μια μέρα, θα βγάλει τα πράγματα στον δρόμο. — Και πού θα πάτε όλα αυτά τα πράγματα; – ρώτησε πρακτικά η Ελένα Παύλοβνα. – Στο εξοχικό; Εκεί κάνει σκυλόκρυο, δεν έχει θέρμανση. — Έχει σόμπα – είπε πεισματικά η Μαρίνα. – Και θα πάρουμε ηλεκτρικά καλοριφέρ. — Με τι λεφτά; – γέλασε ειρωνικά η Ναταλία από την κουζίνα. — Θα βρούμε! Ο Ντίμα ψάχνει για μεροκάματο, εγώ… εγώ επίσης θα σκεφτώ κάτι.
Η Ελένα Παύλοβνα κοίταξε προσεκτικά τη νύφη της. Πίσω από την προσποιητή επιθετικότητα κρυβόταν ξεκάθαρα ο φόβος. Ο απλός ανθρώπινος φόβος του να μείνεις στον δρόμο. — Ξέρετε κάτι – θύμωσε ξαφνικά η Ναταλία, βγαίνοντας από την κουζίνα. – Φτάνει αυτό το θέατρο! Ήρθες εδώ και απαιτείς… Αλλά πού ήσουν όταν η μαμά ήταν στο νοσοκομείο; Όταν έκανε την εγχείρηση; — Τι σχέση έχει αυτό; – πετάχτηκε η Μαρίνα. – Εγώ μιλάω για το τώρα! Για το ότι δεν έχουμε πού να μείνουμε! — Κι εμείς, δηλαδή, πρέπει να τα παρατήσουμε όλα και να τρέξουμε να σας βοηθήσουμε; Μετά από μισό χρόνο που δεν πατήσατε το πόδι σας; — Κόρη μου, περίμενε… – άρχισε η Ελένα Παύλοβνα. — Όχι μαμά, δεν περιμένω – η Ναταλία κοκκίνισε. – Ας τα ακούσει! Νομίζεις δεν βλέπω πώς στεναχωριέσαι; Πώς περιμένεις ένα τηλεφώνημά τους κάθε Κυριακή; Κι αυτοί τι; Μια φορά τον μήνα θα περάσουν για μισή ώρα, κι αυτό αν χρειαστούν κάτι! — Μα πώς τολμάς! – η Μαρίνα έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. – Δουλεύαμε σαν τους καταραμένους! Δεν είχαμε χρόνο… — Για τη μάνα πρέπει να υπάρχει πάντα χρόνος! – έκοψε η Ναταλία. – Κι εσύ μόνο να τον απομακρύνεις από την οικογένεια ήξερες. Νομίζεις δεν ξέρω πώς στραβομουτσούνιαζες όταν η μαμά σάς καλούσε στο εξοχικό το καλοκαίρι; «Ωχ, έχουμε άλλα σχέδια, πετάμε για Τουρκία»… — Ναι, πετάξαμε! Με δανεικά, παρεμπιπτόντως! Γιατί ήθελα να έχουμε μια κανονική ζωή! Όχι σαν εσάς – παρτέρια, βάζα και τουρσιά… — Κανονική ζωή; – η Ναταλία ξέσπασε σε γέλια. – Και πού είναι τώρα η κανονική σου ζωή; Στα ίδια αυτά παρτέρια έτρεξες τώρα που σφίξανε τα γάλατα!
— Κορίτσια, σταματήστε! – η Ελένα Παύλοβνα χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι. — Όχι, άφησέ την να τελειώσει! – η Μαρίνα ούρλιαζε πια. – Ας πει πώς κατέστρεψα τη ζωή του πολύτιμου αδελφού της! Πώς τον απομάκρυνα από την οικογένεια! Ξέρεις όμως ότι ο ίδιος δεν ήθελε να έρχεται εδώ; Γιατί τον επικρίνετε σε κάθε του βήμα! Φταίει που ζει έτσι, φταίει που δουλεύει αλλιώς… — Ψέματα! – φώναξε η Ελένα Παύλοβνα. – Εγώ ποτέ… — Αλήθεια είναι! Όλη την ώρα τον συγκρίνετε με τον πατέρα του! «Να, ο μπαμπάς στην ηλικία σου ήταν ήδη διευθυντής! Ο μπαμπάς δεν θα έπαιρνε ποτέ δάνειο! Ο μπαμπάς…» — Μην τολμήσεις! – η Ελένα Παύλοβνα άσπρισε. – Μην τολμήσεις να μιλήσεις για τον πατέρα του! Εσύ… εσύ… — Τι εγώ; – η Μαρίνα δεν κρατιόταν πια. – Την αλήθεια λέω! Μας πνίξατε με αυτόν τον πατέρα πια! Ο Ντίμα τι είναι, δεν είναι άνθρωπος; Δεν μπορεί να έχει τη δική του ζωή; — Ποια δική του ζωή; – φώναξε η Ναταλία. – Σε νοικιασμένο σπίτι, χωρίς δουλειά… — Κι εσύ πού μένεις; Σε δικό σου σπίτι; Α, ναι, ο άντρας σου σου τα αγόρασε όλα! Στάθηκες τυχερή και βολεύτηκες!
Η Νατάσα κοκκίνισε: — Μα πώς… τι λες… — Έτσι είναι! Νομίζεις δεν ξέρω πώς ψιθυρίζετε με τη μαμά; «Ωχ, η Μαρινούλα μας πάλι με καινούργιο φόρεμα, ωχ, πάλι διακοπές ετοιμάζονται». Και τώρα χαίρεστε μάλλον – καλά να πάθουμε! — Σκάσε! – η Ελένα Παύλοβνα σηκώθηκε. – Σκάσε αμέσως! — Δεν σκάω! Μου βγήκαν όλα από τη μύτη! Εσείς αυτό περιμένατε, να αποτύχουμε! Να συρθούμε στα γόνατα! Ειδικά εσύ – έδειξε με το δάχτυλο τη Ναταλία. – Που παριστάνεις πάντα την τέλεια κόρη! — Φύγε από το σπίτι μου! – η Ναταλία άρπαξε τη Μαρίνα από τους ώμους. — Κάτω τα χέρια σου! – η Μαρίνα ξέφυγε. – Δεν είναι δικό σου σπίτι! Ούτε το εξοχικό είναι δικό σου! — Κορίτσια… – η Ελένα Παύλοβνα προσπαθούσε να μπει ανάμεσά τους. — Και τίνος είναι; Δικό σου; – ούρλιαζε και η Ναταλία. – Νομίζεις επειδή παντρεύτηκες τον Ντιμάκη, σου ανήκουν όλα εδώ; — Καλύτερα κάτω από τη γέφυρα παρά μαζί σας! – η Μαρίνα άρπαξε την τσάντα της. – Να το βράσετε το εξοχικό σας!
Όρμησε προς την πόρτα, αλλά ξαφνικά ζαλίστηκε και πιάστηκε από τον τοίχο, έτοιμη να λιποθυμήσει. Η Ελένα Παύλοβνα πρόλαβε να την πιάσει από το μπράτσο: — Θεέ μου… μήπως είσαι έγκυος;
Στο δωμάτιο απλώθηκε μια εκκωφαντική σιωπή. Η Μαρίνα κάθισε αργά στο σκαμπό και ξέσπασε σε λυγμούς.
— Όγδοη εβδομάδα, – είπε ανάμεσα στους αναφιλητούς. – Το έμαθα ακριβώς πριν την απόλυση του Ντίμα…
— Και δεν έλεγες τίποτα; – η Ελένα Παύλοβνα κούνησε το κεφάλι της.
— Και τι να έλεγα; Για να μας κατηγορήσετε και γι’ αυτό; «Βρήκατε κι εσείς ώρα να κάνετε παιδί».
— Ανόητη είσαι, – είπε ξαφνικά σιγανά η Ναταλία. – Μα πόσο ανόητη…
Στο χολ ακούστηκε ο ήχος της πόρτας που άνοιγε. Στο κατώφλι στάθηκε ο Ντίμα – καταβεβλημένος και αξύριστος.
— Τι συμβαίνει εδώ; Μαρίνα; Εσύ γιατί είσαι εδώ;
— Εμφανίστηκε ο κύριος! – η Ναταλία άρχισε να ανάβει πάλι. – Εσύ γιατί δεν έβγαζες μιλιά; Γιατί δεν ενημέρωσες τη μητέρα σου;
— Για ποιο πράγμα; – ο Ντίμα ακούμπησε κουρασμένος στην κάσα της πόρτας.
— Για το ότι σε απέλυσαν! Για το ότι δεν έχετε πού να μείνετε! Για το ότι η γυναίκα σου περιμένει παιδί!
— Παιδί; – ο Ντίμα έστρεψε το βλέμμα του στη Μαρίνα. — Εσύ… στ’ αλήθεια;
— Ναι, – εκείνη σκούπισε τα δάκρυά της. – Ήθελα να περιμένω μέχρι να βρεις δουλειά…
— Μαρίνα μου, πώς έγινε έτσι; – κάθισε δίπλα της στις φτέρνες. – Γιατί σώπαινες;
— Γιατί ούτε εγώ ήξερα τι να κάνω! – λύγισε πάλι εκείνη. – Εσύ είσαι εξαντλημένος, τρέχεις από συνέντευξη σε συνέντευξη… Κι από πάνω η ιδιοκτήτρια με το διαμέρισμα…
— Λοιπόν, – η Ελένα Παύλοβνα σηκώθηκε αποφασιστικά. – Ντίμα, γρήγορα στο μπάνιο για ξύρισμα. Μαρίνα, στην κουζίνα, δεν κάνει να είσαι νηστική. Ναταλία…
— Βάζω ήδη το τσάι, – γρύλισε εκείνη, αλλά πλέον χωρίς την προηγούμενη κακία.

— Και μετά θα κάτσουμε και θα τα συζητήσουμε όλα ήρεμα, – κατέληξε η Ελένα Παύλοβνα. – Σαν ώριμοι άνθρωποι.
— Μαμά, – ο Ντίμα σήκωσε το κεφάλι του. – Συγγνώμη που δεν στο είπα αμέσως. Νόμιζα ότι θα τα καταφέρω μόνος μου…
— Όλοι σας νομίζετε ότι θα τα καταφέρετε μόνοι σας, – πέρασε το χέρι της πάνω από το αξύριστο μάγουλό του. – Όπως και ο πατέρας σου κάποτε…
Στην κουζίνα, πάνω από το τσάι και τα σάντουιτς που η Ναταλία ετοίμασε σιωπηλά για όλους, ξεκίνησε η δύσκολη συζήτηση.
— Πόσα χρειάζεστε για το ενοίκιο; – ρώτησε η Ελένα Παύλοβνα.
— Μαμά, μην αρχίζεις, – συνοφρυώθηκε ο Ντίμα. – Ξέρω πόση είναι η σύνταξή σου.
— Έχω κάποιες αποταμιεύσεις.
— Όχι! – η Μαρίνα χτύπησε το φλιτζάνι στο τραπέζι. – Δεν πρόκειται να πάρουμε τα χρήματά σας!
— Πάλι τα ίδια, – αναστέναξε η Ναταλία. – Φύλαξε την περηφάνια σου για άλλη φορά, εδώ διακυβεύεται ένα παιδί.
— Εσύ μη χώνεσαι! – της την είπε η Μαρίνα.
— Λοιπόν, σωπάστε όλοι, – η Ελένα Παύλοβνα χτύπησε το κουταλάκι στο φλιτζάνι. – Δημήτρη, τι επιλογές υπάρχουν για δουλειά;
— Υπάρχει μια πρόταση… Αλλά είναι σε άλλη πόλη.
— Πού; – πετάχτηκε η Μαρίνα.
— Στη Ζαπορίζια. Είναι εν μέρει τηλεργασία, αλλά τους πρώτους έξι μήνες πρέπει να είμαι εκεί.
— Κι εγώ; – η φωνή της Μαρίνας έτρεμε. – Θα μείνω εδώ μόνη μου; Σε αυτή την κατάσταση;
— Γι’ αυτό δεν έλεγα τίποτα, – ο Ντίμα έτριψε τη γέφυρα της μύτης του. – Ήξερα ότι θα στεναχωρηθείς.
Η Ελένα Παύλοβνα κοίταξε σκεπτική το παράθυρο:
— Και τι σκέφτεστε για το εξοχικό;
— Μαμά, εκεί κάνει σκυλόκρυο, – άρχισε να λέει ο Ντίμα.
— Περίμενε! Αυτό που προτείνω είναι το εξής: μείνετε προς το παρόν στο διαμέρισμά μου.
— Κι εσύ; – απόρησε η Ναταλία.
— Εγώ θα πάω στο εξοχικό. Η σόμπα εκεί είναι καλή, και τον λέβητα τον έλεγξα από το καλοκαίρι. Το μόνο που μένει είναι να κοπούν τα ξύλα.
— Μόνη σου στο εξοχικό; Τον χειμώνα; – εξεγέρθηκε ο Ντίμα.
— Και τι έγινε; Εκεί είμαι πιο ήρεμη. Ο κήπος, το περιβόλι… Όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν να ζήσω έναν χειμώνα στο εξοχικό, αλλά ποτέ δεν προλάβαινα.
— Όχι, μαμά, – ο Ντίμα σηκώθηκε αποφασιστικά. – Δεν σε αφήνω μόνη σου στο εξοχικό.
— Μα τι θα μου συμβεί; – τον απέπεμψε η Ελένα Παύλοβνα.
— Και η πίεση; Και η καρδιά σου; – συμπλήρωσε η Ναταλία. – Μαμά, τρελάθηκες!
Η Μαρίνα ξαφνικά σηκώθηκε κι εκείνη:
— Μήπως… μήπως να πάμε όλοι μαζί στο εξοχικό; Θα νοικιάσουμε το διαμέρισμα στην πόλη και τα χρήματα θα πάνε στην ανακαίνιση του εξοχικού. Έχει πολύ χώρο εκεί…
— Για να βγάλουμε ο ένας το λαρύγγι του άλλου μέσα σε μια εβδομάδα; – ειρωνεύτηκε η Ναταλία.
— Δεν θα το βγάλουμε, – είπε αναπάντεχα σταθερά η Μαρίνα. – Εγώ… εγώ θα προσπαθήσω.
Η Ελένα Παύλοβνα κοίταξε προσεκτικά τη νύφη της:
— Γιατί δεν μιλούσες έτσι νωρίτερα; Γιατί έδειχνες μόνο εγωισμό;
— Νομίζετε ότι είναι εύκολο; – η Μαρίνα χαμήλωσε τα μάτια. – Εσείς δεν με συμπαθήσατε από την πρώτη μέρα. «Δεν είναι για σένα αυτή, γιε μου», – είπε μιμούμενη τη φωνή της πεθεράς της.
— Έγινε κι αυτό, – παραδέχτηκε ήρεμα η Ελένα Παύλοβνα. – Γιατί έβλεπα ότι είσαι υπερβολικά περήφανη. Όλα ήθελες να τα κάνεις μόνη σου.
— Και πώς αλλιώς; Η ζωή με έμαθε ότι δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι κανέναν.
— Την οικογένεια όμως μπορείς, – είπε σιγά ο Ντίμα. – Πρέπει.
Επικράτησε σιωπή. Έξω από το παράθυρο ακούστηκε ένας θρόισμα – ο άνεμος παρέσυρε τα ξερά φύλλα.
— Λοιπόν, ακούστε, – είπε επιτέλους η Ελένα Παύλοβνα. – Το εξοχικό έχει τέσσερα δωμάτια. Χωράμε όλοι. Ο Ντίμα θα πηγαινοέρχεται στη δουλειά. Κι εμείς εδώ, κάπως θα τα βρούμε.
— Μαμά… – άρχισε η Ναταλία.
— Κι εσύ, κόρη μου, να έρχεσαι επίσκεψη. Πιο συχνά. Ο άντρας σου πιάνουν τα χέρια του, θα βοηθήσει με τις επισκευές.
Μετά από μια εβδομάδα μετέφεραν τα πράγματα. Ο Ντίμα με τον άντρα της Ναταλίας μόνωσαν τα παράθυρα και έλεγξαν τον λέβητα. Η Ελένα Παύλοβνα έβγαζε από την αποθήκη παλιές κουρτίνες, τακτοποιούσε τα πιάτα στα ντουλάπια – κάθε αντικείμενο είχε τη δική του ιστορία.
— Κι αυτό τι είναι; – η Μαρίνα έβγαλε από ένα κουτί ένα παλιό, φθαρμένο άλμπουμ.
— Ω, – χαμογέλασε η πεθερά. – Είναι οι πρώτες μας φωτογραφίες από το εξοχικό. Να, κοίτα – εδώ μόλις είχαμε αγοράσει το οικόπεδο, ένα γυμνό χωράφι…
Η Μαρίνα γύρισε προσεκτικά τη σελίδα:
— Κι αυτός εδώ είναι ο Ντίμα μικρός;
— Ναι, είναι πέντε χρονών. Ο πατέρας του τού έφτιαξε μια κούνια, τη βλέπεις; Στέκεται ακόμα εκεί.
Στην πόρτα φάνηκε το κεφάλι της Ναταλίας:
— Μαμά, εκείνη η κούνια τρίζει τόσο πολύ που τρομάζει τους γείτονες. Ο Μιχάλης λέει ότι πρέπει να την αλλάξουμε.
— Όχι, – είπε ξαφνικά η Μαρίνα. – Ας μείνει. Ίσως… ίσως τη χρειαστεί το παιδί μου.
Η Ελένα Παύλοβνα αγκάλιασε σιωπηλά τη νύφη της από τους ώμους. Το βράδυ, όταν όλοι είχαν αποσυρθεί στα δωμάτιά τους, στην κουζίνα έμειναν μόνο η Μαρίνα και η Ναταλία, πλένοντας τα πιάτα.
— Ξέρεις, – είπε χαμηλόφωνα η Μαρίνα, σκουπίζοντας ένα φλιτζάνι. – Στην αρχή σάς μισούσα όλους πραγματικά.
— Για ποιο λόγο;
— Επειδή εσείς είστε… αληθινοί. Μια οικογένεια. Ενώ εγώ ένιωθα πάντα ξένη.
Η Νατάσα πήρε το φλιτζάνι από το χέρι της:
— Καλά, δεν παίζεσαι. Υποτίθεται ότι είσαι έξυπνη κοπέλα, αλλά μερικές φορές είσαι εντελώς ανόητη, μα την πίστη μου! Κανείς δεν σε θεώρησε ξένη. Εσύ η ίδια… απομονώθηκες.
— Το ξέρω, – η Μαρίνα κάθισε στο τραπέζι. – Φοβόμουν. Μήπως δεν με αποδεχτείτε; Μήπως με διώξετε;
— Και τώρα, δεν φοβάσαι;
— Τώρα… τώρα φοβάμαι διαφορετικά. Μήπως δεν τα καταφέρω; Μήπως γίνω κακή μητέρα;
— Δεν θα γίνεις, – ακούστηκε η φωνή της Ελένας Παύλοβνα. Στεκόταν στην πόρτα φορώντας μια παλιά ρόμπα. – Θα τα καταφέρεις. Θα σε βοηθήσουμε εμείς.
Έξω από το παράθυρο έπεφτε το πρώτο χιόνι. Το εξοχικό, που έμοιαζε τόσο αχανές τη μέρα, τη νύχτα φαινόταν ζεστό και φιλόξενο. Από το δωμάτιο ακουγόταν η φωνή του Ντίμα – μιλούσε στο τηλέφωνο με έναν υποψήφιο εργοδότη. Στο λεβητοστάσιο βούιζε σιγανά ο καυστήρας.
— Ξέρετε, – είπε ξαφνικά η Μαρίνα. – Τελικά καλά έκαναν και ήρθαν έτσι τα πράγματα. Που δεν είχαμε πού αλλού να πάμε.
Η Ελένα Παύλοβνα έβαλε τσάι σε όλους:
— Πάντα υπάρχει κάπου να πας. Απλώς μερικές φορές δεν πρέπει να φεύγεις, αλλά να μένεις. Με αυτούς που είναι δίπλα σου.
Το σπίτι βυθιζόταν στον ύπνο. Μπροστά τους άπλωνε ένας μακρύς χειμώνας – με παγωνιές, χιονοθύελλες και καθημερινές δυσκολίες. Αλλά τώρα ήξεραν πως θα τα βγάλουν πέρα. Γιατί αποφάσισαν να είναι οικογένεια. Όχι από ανάγκη, αλλά από επιλογή.

Και την άνοιξη, στον κήπο, άνθησε η παλιά μηλιά. Αυτή που κάποτε είχαν φυτέψει ο Ντίμα με τον πατέρα του. Και όταν πάνω της είχαν πια εμφανιστεί οι ευωδιαστοί καρποί, από κάτω της στεκόταν ένα μικρό παιδικό καροτσάκι.
Φίλοι μας, αν σας ενδιαφέρει να διαβάζετε περισσότερες ιστορίες μας – αφήστε τα σχόλιά σας και μην ξεχνάτε τα likes. Αυτό μας δίνει έμπνευση να συνεχίσουμε να γράφουμε!