— Ναι, μαμά, κι εγώ ήθελα να ρωτήσω. Με την υποθήκη είναι δύσκολα, — υποστήριξε η κόρη.
— Μα εμένα μου ήταν δύσκολα με τη γιαγιά! Χρήματα δεν υπάρχουν.»
Η Σβετλάνα επέστρεφε στο σπίτι των γονιών της και όχι στο δικό της.

Γιατί δεν είχε πια πού αλλού να πάει.
Είκοσι πέντε χρόνια κοινής ζωής, και ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή.
Το μεγαλύτερο μέρος του διαμερίσματος όπου ζούσαν ανήκε στη μητέρα του συζύγου της. Τα μερίδια είχαν παραχωρηθεί στον γιο και στα εγγόνια.
Η πεθερά της ζούσε χωριστά, δεν ενοχλούσε ποτέ με συμβουλές ή επισκέψεις. Μια ισορροπημένη σχέση από απόσταση.
Η κόρη της Σβετλάνας είχε ήδη παντρευτεί και είχε μετακομίσει στον άντρα της.
Ο γιος είχε παντρευτεί, δούλευε, αλλά περισσότερο έψαχνε τον εαυτό του.
Αρχικά μάνατζερ, μετά κομμωτής.
Δύο μήνες δούλεψε ως φύλακας, τρεις ως ταξιτζής, δύο ως σερβιτόρος, τέσσερις μήνες ασχολήθηκε με τη διανομή πίτσας και μετά ξαφνικά αποφάσισε να ασχοληθεί με την αρτοποιία.
Κάτι πετύχαινε και κάτι όχι.
Μέσα σε έξι μήνες, όλοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά.
Για τη Σβετλάνα δεν σκέφτηκε κανείς, ή μάλλον, κανείς δεν σκέφτηκε πού θα έμενε.
Ο γιος ονειρευόταν την επιχείρησή του, η κόρη ήθελε δικό της διαμέρισμα — το μερίδιο θα έφτανε ακριβώς για την προκαταβολή.
Η πεθερά συμφώνησε δύσκολα στην πώληση του διαμερίσματος.
Σε αυτό επέμεναν τα παιδιά της Σβετλάνας. Πήραν τα μερίδιά τους.
Κανείς δεν αρνήθηκε τα χρήματά του.
Το μερίδιο του θανόντος μοιράστηκε σε όλους — στη Σβετλάνα έμεινε ένα ψίχουλο.
Είχε μία εβδομάδα διορία να εκκενώσει τον χώρο.
— Μαμά, θα πάρω εγώ όλες τις συσκευές της κουζίνας.
— Όχι, κόρη μου. Όλα αυτά μου τα χάρισε ο πατέρας σου.
Μόνο την καφετιέρα μπορώ να σου δώσω, εγώ δεν πίνω καφέ, και για σένα θα είναι ένα ενθύμιο. Κι εσύ αγαπάς τον καφέ.
— Αυτό το άχρηστο πράγμα; Η θέση του είναι στα σκουπίδια.
— Μα ο πατέρας σου την αγαπούσε. Ήθελα να του πάρω μια καινούργια, αλλά δεν πρόλαβα.
Του απαγόρευσαν να πίνει καφέ. Γι’ αυτό την έβαλε αμέσως στο κουτί, για να μην μπαίνει σε πειρασμό.
Τα λόγια της κόρης της την πλήγωσαν.
— Τότε απλά φεύγω. Δεν χρειάζομαι τίποτα.
Ο γιος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να βοηθήσει τη μητέρα του να αδειάσει το διαμέρισμα.
Η Σβετλάνα έπρεπε να τα κάνει όλα μόνη της: να αδειάσει, να καθαρίσει…
Τα έπιπλα αναγκάστηκε να τα πουλήσει, δεν γινόταν να τα κουβαλήσει σχεδόν εκατό χιλιόμετρα μέχρι τη μητέρα της.
Εκεί υπήρχαν τα δικά της έπιπλα, που η μητέρα της δεν θα αποχωριζόταν. Η Σβετλάνα το ήξερε.
Τα έπιπλα τα αγόρασαν οι γείτονες. Αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ απλό και γρήγορο.
Το ψυγείο και το πλυντήριο η γυναίκα αποφάσισε να τα πάρει μαζί της.
Είχε πολλά πράγματα, έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να καλέσει μεταφορική.
Η μητέρα περίμενε τη Σβετλάνα από καιρό.
Η εβδομηντάχρονη γυναίκα άφηνε εδώ και καιρό υπονοούμενα για μόνιμη βοήθεια, όχι απλώς επισκέψεις τα Σαββατοκύριακα.
— Μα γιατί έχεις τόσα πράγματα; Πού θα τα χωρέσουμε όλα;
Το ψυγείο καλό είναι, το δικό μου δεν λειτουργεί καθόλου καλά, κάνει θόρυβο.
«Τουλάχιστον με αυτό την ευχαρίστησα», σκέφτηκε η Σβετλάνα, αλλά δεν το είπε φωναχτά.
«— Ας φωνάξουμε τον γείτονα. Εκείνος θα βγάλει έξω το παλιό. Αλλά αυτά εδώ, πού θα πάνε; Εγώ τα έχω όλα. Μη μου τα συσσωρεύεις όλα αυτά εδώ μέσα.
— Έχω συνηθίσει να τα βγάζω πέρα μόνο με μία κουζίνα. Όλα αυτά τα μαραφέτια σας μόνο λεφτά τρώνε από τον κόσμο, δεν φτάνει το ρεύμα για να τα ταΐζεις. Ανέβασέ τα όλα στη σοφίτα, ας μείνουν εκεί. Ή μάλλον — απλά πούλα τα.»
Η Σβετλάνα δεν ήθελε να πουλήσει τίποτα. Είχε συνηθίσει τη γκρίνια της μητέρας της.
Σιγά σιγά, η μητέρα θα συμβιβαζόταν και με τον φούρνο μικροκυμάτων και με την πολυκουζίνα, και με όλα τα υπόλοιπα.
Αλλά προς το παρόν, έπρεπε να τα μαζέψει όλα, όπως διέταξε η μητέρα της, στη σοφίτα, σε ένα ξεχωριστό καλοκαιρινό δωμάτιο.
Εκεί έμενε η Σβετλάνα τα καλοκαίρια, όταν ήταν παιδί. Ο πατέρας της, κάποτε παλιά, τα είχε εξοπλίσει όλα: μια ντουλάπα για τα ρούχα, ένα κρεβάτι.
Στην Σβετλάνα άρεσε να βρίσκεται εκεί· μπορούσε να διαβάζει μέχρι τα μεσάνυχτα χωρίς να την ενοχλεί κανείς.
Η μητέρα της έκανε οικονομία στο ρεύμα και παλιότερα, αλλά τώρα είχε τρελαθεί τελείως με αυτό. Δεν γινόταν τίποτα, έπρεπε να το αποδεχτεί.
Το βράδυ ήρθε ο γείτονας, τον φώναξε η μητέρα για να μεταφέρουν το ψυγείο. Τελείωσαν γρήγορα.
— Σε ευχαριστώ, Γιώργο, είναι χαρά μου να συνεργάζομαι μαζί σου. Καλός άντρας είσαι, αλλά δεν με ζητάς σε γάμο.
— Εγώ είμαι μοναχικός λύκος. Ελεύθερος.
Η συζήτηση φάνηκε παράξενη στη Σβετλάνα.

Ο Γιώργος ήταν κακοί είκοσι χρόνια νεότερος από τη μητέρα της, κι όμως εκείνη προσφερόταν για γυναίκα του με τόσο απροκάλυπτο τρόπο.
Κι ας ήταν η μαμά εβδομήντα χρονών.
Η Σβετλάνα έπιασε δουλειά· δεν γινόταν να κάθεται στο σπίτι, έπρεπε να τα βγάλει πέρα μέχρι τη σύνταξη.
Έπειτα, άρχισαν να συμβαίνουν κι άλλα περίεργα με τη μητέρα της. Μέσα στον χειμώνα έστελνε τη Σβετλάνα στο δάσος για μούρα, ενώ το καλοκαίρι της ζητούσε να καθαρίσει το μονοπάτι από το χιόνι.
— Σβετλάνα, καλά κάνατε που ήρθατε, — της είπε μια μέρα ο Γιώργος που τη συνάντησε στον δρόμο. — Εγώ μετακόμισα εδώ πρόσφατα, αλλά είχα ανάλογη εμπειρία στο παρελθόν.
— Παλαιότερα ερχόσασταν μόνο για λίγο και μπορεί να μην το προσέχατε, εξάλλου όλα άρχισαν πρόσφατα. Υποψιάζομαι ότι η μητέρα σας έχει άνοια. Θυμάστε τη συζήτηση που είχαμε όταν πρωτοήρθατε; Δεν ήταν η πιο απροκάλυπτη… έχουν υπάρξει και πολύ χειρότερες.
— Αλήθεια; Νιώθω τόσο άβολα.
— Μην ανησυχείτε, η ίδια δεν το συνειδητοποιεί. Είχα έναν τέτοιο συγγενή, τον άντρα της θείας μου. Να την προσέχετε. Εκείνος μάζευε χρήματα, τα έκρυβε, μετά δεν μπορούσε να τα βρει και προκαλούσε σκηνές. Και προσπαθούσε συνέχεια να φύγει κάπου. Είχε μέχρι και μια βαλίτσα κρυμμένη γι’ αυτόν τον σκοπό.
— Σας ευχαριστώ, το έχω ήδη καταλάβει.
Η κατάσταση της μητέρας της χειροτέρευε συνεχώς· ακόμα και τα φάρμακα που της έγραψαν βοηθούσαν ελάχιστα. Η μητέρα πότε θυμόταν τα παιδικά της χρόνια και πότε έψαχνε τον σύζυγό της, που είχε πεθάνει προ πολλού.
Μια μέρα, επιστρέφοντας από τη δουλειά, η Σβετλάνα είδε το τραπέζι στρωμένο. Η μητέρα καθόταν μόνη της και μιλούσε με φανταστικούς καλεσμένους.
— Να, ήρθε και η κόρη μου από το σχολείο.
Αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη δουλειά της για να είναι δίπλα της. Όλα συνέβησαν γρήγορα, πάρα πολύ γρήγορα. Η μητέρα μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο παιδί με δύστροπο χαρακτήρα. Η νόσος προχωρούσε και πολύ σύντομα η γυναίκα δεν σηκωνόταν πια από το κρεβάτι.
Η Σβετλάνα δεν μπορούσε να εργαστεί και αναγκάστηκε να ζει με τη σύνταξη της μητέρας της. Τα χρήματα από την κληρονομιά τα φύλαγε για μια ώρα ανάγκης.
Για να απασχολεί κάπως τον εαυτό της, η Σβετλάνα άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα. Οι ντουλάπες είχαν να καθαριστούν καιρό. Εκεί υπήρχαν ακόμα και τα ρούχα του πατέρα της — όλα, μέχρι και τα εσώρουχα.
Γιατί η μητέρα δεν τα είχε πετάξει όλα αυτά ή δεν τα είχε δώσει σε ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη; Τώρα πια, δεν μπορούσε να μάθει τίποτα από τη μητέρα της. Η Σβετλάνα τα μάζεψε όλα σε μεγάλες σακούλες και τα πέταξε.
Μέσα στα ασπρόρουχα βρήκε χρήματα· η μητέρα έκανε οικονομίες και τα έκρυβε σε διάφορα μέρη. Η τακτοποίηση και των υπόλοιπων πραγμάτων αύξησε κι άλλο τον προϋπολογισμό. Υπήρχαν χρήματα παντού, ακόμα και σε βάζα με δημητριακά στην κουζίνα. Τα ποσά ήταν μικρά, αλλά αν τα πρόσθετες όλα μαζί…
Η μητέρα της Σβετλάνας έφυγε από τη ζωή ήσυχα, ένα πρωί πριν από το πρωινό. Άνοιξε τα μάτια της, χαμογέλασε και έφυγε για πάντα.
Η Σβετλάνα έκλαιγε. Αν η μητέρα της είχε ζήσει περισσότερο σε αυτή την κατάσταση, ίσως να μην είχε πια δάκρυα, αλλά τώρα…
Η κηδεία. Τα εγγόνια ήρθαν να αποχαιρετήσουν τη γιαγιά στο τελευταίο της ταξίδι. Όλα έγιναν όπως έπρεπε.
— Μαμά, η γιαγιά δεν είχε χρήματα; Οι ηλικιωμένοι έχουν πάντα αποταμιεύσεις, είναι οικονομικοί. Θα ήθελα να επενδύσω λίγα ακόμα στην επιχείρησή μου, — ρώτησε ο γιος.
— Ναι, μαμά, κι εγώ ήθελα να ρωτήσω. Με την υποθήκη είναι δύσκολα, — υποστήριξε η κόρη.
— Μα εμένα μου ήταν δύσκολα με τη γιαγιά! Χρήματα δεν υπάρχουν, ήταν άρρωστη και εγώ δεν μπορούσα να δουλέψω. Όλα πήγαν στην κηδεία.
— Κρίμα. Και πότε θα πουλήσεις το σπίτι;
— Κι εγώ πού θα μείνω;
— Α… κατάλαβα.
Τα παιδιά έφυγαν. Η Σβετλάνα επέστρεψε στη δουλειά. Σταδιακά ανακαίνισε το σπίτι και αγόρασε καινούργια έπιπλα. Οι ηλεκτρικές συσκευές πήραν επιτέλους τη θέση τους στην κουζίνα.
Στο κουτί είχε μείνει μόνο η καφετιέρα. Λυπόταν να την πετάξει· ήταν η ανάμνηση του συζύγου της, η μυρωδιά του καφέ. Η Σβετλάνα άνοιξε το κουτί. Μέσα υπήρχε ένα σύντομο σημείωμα:
«Αγαπημένη μου Σβετλάνα! Ξέρω ότι μπορεί να μείνεις χωρίς τίποτα, και κυρίως χωρίς σπίτι. Όλα όσα βρίσκονται εδώ είναι μόνο για σένα. Σ’ αγαπώ!»
Η Σβετλάνα έκλαιγε, κρατώντας στα χέρια της δεσμίδες με χρήματα. Να γιατί δεν υπήρχε τίποτα στους λογαριασμούς του. Ήταν άρρωστος, αλλά πρόλαβε να φροντίσει για εκείνη.
Το διαμέρισμα δεν το χρειαζόταν πια· είχε το σπίτι της, είχε τη δουλειά της. Τα χρήματα; Μπορούσε να ξεκουραστεί, ήταν μόνο για εκείνη. Κι όμως, λίγο έλειψε να τα δώσει όλα στην κόρη της με τα ίδια της τα χέρια. Θα τα επέστρεφε άραγε η κόρη της, αν διάβαζε στο σημείωμα ότι προορίζονταν για τη Σβετλάνα; Μάλλον όχι. Εκείνοι δεν σκέφτηκαν καν πού θα έμενε η μητέρα τους.
Η καφετιέρα βρίσκεται πάντα στην κουζίνα. Η Σβετλάνα δεν πίνει καφέ, απλώς μερικές φορές φτιάχνει λίγον. Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ της θυμίζει τον άντρα της.

Ο Γιώργος περνάει καμιά φορά, αν χρειάζεται κάποια βοήθεια στις δουλειές του σπιτιού. Απλώς ένας γείτονας.
Τα παιδιά της Σβετλάνας δεν έρχονται συχνά. Θα ήθελαν χρήματα, αλλά η μητέρα αποφάσισε διαφορετικά. Τίποτα σε κανέναν! Ας φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους! Εκείνα δεν τη σκέφτηκαν όταν την άφησαν χωρίς στέγη. Όπως έστρωσαν, έτσι θα κοιμηθούν…
Γράψτε στα σχόλια τη γνώμη σας για το θέμα! Κάντε like!