— Ε, και λοιπόν, κόρη μου; Ώρα της ήταν πια, δεν θα έμενε ανύπαντρη για όλη της τη ζωή.
— Μα, μαμά, είναι ήδη είκοσι οκτώ, είναι γριά! Και ο γαμπρός είναι δεκαεννιά. Τον είδα, είναι τόσο όμορφος, με σγουρά μαλλιά.

— Πού την είδες τη γριά; Κοίτα πόσο όμορφη έχει γίνει, πιο όμορφη από πολλές κοπέλες μας, και δεν είναι φτωχή, το ξέρεις καλά. Έχει κάμποσα άλογα δικά της· θυμήσου τις απόκριες που κάναμε βόλτα, τα δικά της άλογα ήταν τα πιο καλοταϊσμένα και τα πιο όμορφα, με τις χαίτες τους πλεγμένες κοτσίδες. Είναι εξαιρετική νοικοκυρά.
— Και τι μ’ αυτό; Είναι σχεδόν στην ηλικία σου.
— Δηλαδή εγώ είμαι γριά;
— Όχι, εσύ δεν είσαι γριά, δεν εννοούσα αυτό. Απλώς εσύ έχεις τον μπαμπά, κι εμάς, την Αφόνκα, την Γκλάσκα και τον Μικίτκα. Εκείνη δεν έχει παιδιά και δεν παντρεύτηκε ποτέ.
— Ανόητη είσαι, Ντουνιάσκα. Η ηλικία δεν σημαίνει τίποτα εδώ. Ο νεαρός θα ζήσει σαν βασιλιάς κοντά της, γιατί είναι καλόψυχη κοπέλα. Και τα παιδιά είναι κάτι που έρχεται, θα κάνουν. Κάτσε λίγο, να σου πω μια ιστορία. Συνέβη όταν ήμουν κι εγώ έξι χρονών, όσο ο Μικίτκα μας. Ζούσε στο χωριό μας μια χήρα, η Ντάρια Σαμόχινα, ενδιαφέρουσα γυναίκα και έξυπνη. Ο άντρας της πέθανε —δεν ξέρω ποιος έφταιγε γι’ αυτό— αλλά παιδιά δεν έκαναν, και ήταν πια αργά, είχε κοντέψει τα σαράντα.
Υπήρχε και ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι, τον έλεγαν Γκρίτς. Ήταν παλικάρι περιζήτητο, άρεσε σε πολλές. Όταν όμως πέθαναν οι γονείς του, έτυχε να αφήσουν μεγάλα χρέη. Τα έδωσε όλα μετά την κηδεία και έμεινε «γυμνός σαν το αγκάθι». Οι συγγενείς τους στο διπλανό χωριό ήταν κι αυτοί φτωχοί. Ζήτησε, λοιπόν, το χέρι κάποιων κοριτσιών, αλλά ποιος θα έδινε την κόρη του σε έναν τέτοιον;
Μια φορά μέθυσε και στοιχημάτισε με τους φίλους του ότι μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα έβρισκε νύφη. Και πέταξε μια κουβέντα στη γιορτή: «Όποια κοπέλα έρθει απόψε να κοιμηθεί μαζί μου, αύριο θα της στείλω προξενητάδες», και έπεσε ξερός από το ποτό.
Βλέπεις, είχε βαρεθεί κι εκείνη να ζει ολομόναχη. Αν και δεν ήλπιζε σε τίποτα, νόμιζε πως εκείνος αστειευόταν. Αυτός όμως κράτησε τον λόγο του, γιατί έλεγε πάντα πως «ο λόγος δεν είναι σπουργίτι, αν πετάξει δεν τον πιάνεις»· έτσι, την επόμενη κιόλας μέρα πήγε στη Σαμόχινα για να τη ζητήσει σε γάμο.

Στην αρχή, αν και την αρραβωνιάστηκε, την απέφευγε, γύριζε το πρόσωπό του από την άλλη — ήταν βλέπεις πολύ μεγαλύτερή του. Μετά όμως, σιγά-σιγά, συνήθισε και ρίζωσε κοντά της.
Να ‘ξερες, Ντουνιάσκα, πώς άνθισε αυτός ο άνθρωπος μετά από έναν χρόνο! Η γυναίκα του τού αγόραζε ό,τι τραβούσε η ψυχή του, τον στόλιζε, τον καμάρωνε μπροστά σε όλους, λέγοντας πως είναι ο καλύτερος και ο πιο όμορφος. Παιδιά δεν είχε κάνει ποτέ, κι έτσι τον αγάπησε σχεδόν μητρικά. Και το πιο παράξενο είναι πως την αγάπησε κι αυτός. Εκείνη ήταν έτσι κι αλλιώς συμπαθητική γυναίκα, αλλά δίπλα στον Γκρίτσκο ομόρφυνε ακόμα πιο πολύ.
Παντού γύριζαν πιασμένοι χέρι-χέρι, σαν νεαρό ζευγαράκι, και δεν μπορούσαν να πάρουν τα μάτια τους ο ένας από τον άλλον.
Μόνο που έζησαν μαζί μόλις τρία χρόνια· τους χώρισε η συμφορά. Αρρώστησε η Ντάρια και πέθανε ξαφνικά. Κι εκείνος έμεινε μόνος — έκλαιγε στην κηδεία πιο δυνατά απ’ όλους, σαν λαβωμένο αγρίμι. Με το ζόρι τον τράβηξαν από το φέρετρο, δεν ήθελε με τίποτα να αποχωριστεί την αγαπημένη του.
Μετά, όταν πέρασε κάπου ένα εξάμηνο, άρχισαν οι συγγενείς του να τον πιέζουν: «Είσαι νέος», του έλεγαν, «όμορφος, ελεύθερος και τώρα πια όχι φτωχός. Παντρέψου, όποια κι αν ζητήσεις θα στη δώσουν». Εκείνος όμως τους έκοψε την κουβέντα, λέγοντας πως εκτός από την αγαπημένη του Νταριούσκα, δεν θέλει καμία άλλη.
Είχε ένα μικρό πορτρέτο της, που της είχε φτιάξει κάποτε ένας ζωγράφος στο πανηγύρι, όταν εκείνη ήταν είκοσι χρονών. Καθόταν στο τραπέζι, έστηνε μπροστά του το πορτρέτο, έπινε το πικρό ποτό και τα μάτια του γίνονταν ποτάμι από τα δάκρυα. Μιλούσε στην εικόνα, μέχρι που κοιμόταν μαζί της.
Προσπαθούσαν τα κορίτσια να του ρίξουν ματιές, να τον δελεάσουν, αλλά άδικα· εκείνος ούτε που τις έβλεπε.
Τον Ιανουάριο, πριν τα Φώτα, την ίδια μέρα που είχαν πρωτοσυναντηθεί με την Ντάρια σε εκείνη τη γιορτή, πέρασε ένας φίλος από το σπίτι του Γκρίσκα. Δεν ξέρω τι τον ήθελε, αλλά δεν τον βρήκε μέσα και άρχισε να τον ψάχνει. Τον βρήκε τελικά κρεμασμένο κάτω από τη στέγη στην αποθήκη. Δεν μπόρεσε να ζήσει χωρίς την Ντασένκα του. Το πορτρέτο της το βρήκαν πάνω στο στήθος του· μ’ αυτό τον έθαψαν.
— Φαίνεται πως την αγαπούσε αληθινά. Μπορώ να το πω στα κορίτσια;
— Πες το τους, ας το σκεφτούν πριν ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν. Σίγουρα θα τρέχουν κι αυτές στο χωριό σαν κι εσένα, μεταφέροντας τα νέα.
— Αμέ! Λοιπόν, φεύγω;
— Τρέχα, ζιζάνιο.

Το κορίτσι πετάχτηκε από τον πάγκο, έτρεξε στο χαγιάτι, πήρε μια κουτάλα νερό από τον κουβά, ήπιε και έφυγε τρέχοντας να βρει τις φίλες της.
Κι η μάνα της έμεινε να κάθεται στο παράθυρο, κοιτάζοντας την κόρη της που απομακρυνόταν, σκεπτόμενη τι μοίρα περιμένει την Ντουνιάσκα της και πόσο καλό θα ήταν να την προσπεράσουν οι πίκρες και οι συμφορές.