Είμαι 56 ετών και χωρίζω με τον άντρα μου. Ξέρω ότι μπορεί να ακούγεται ανόητο, αλλά αυτή ήταν η μοίρα μου… Παντρεύτηκα πολύ νωρίς, δεν ήμουν καν 17 χρονών. Τότε έτσι συνηθιζόταν στα μέρη μας: έβγαινε το παλικάρι με την κοπέλα, της φούσκωνε την κοιλιά και μετά την ζητούσε σε γάμο για να μην γίνουν ρεζίλι. Έτσι έγινε και με εμάς, με τον Σάσα.

Τότε δεν τον αγαπούσα, με τραβούσε περισσότερο ο Σεργκέι, ένα αγόρι από το διπλανό τμήμα στο σχολείο. Αλλά εκείνος δεν μου έδινε καμία σημασία… Έτσι, τα έφτιαξα με τον φίλο του για να τον κάνω να ζηλέψει. Οι νέοι νομίζουν ότι μόνο εκείνοι έχουν τέτοιες ερωτικές περιπέτειες. Ε, ας ήξεραν πώς ήταν τα πράγματα παλιά…
Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα. Βγήκα μερικές φορές με τον Σάσα και έμεινα έγκυος. Η μάνα μου είπε το εξής: ή θα με σκότωνε στο ξύλο ή θα παντρευόμουν. Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη για να διαλέξω. Φτιάξαμε μια καλή οικογένεια. Όπως και να το κάνεις, τον συνηθίζεις τον άνθρωπο. Κι όταν έρχονται τα παιδιά και οι σκοτούρες του σπιτιού, η αγάπη πάει περίπατο. Φτάνει ο άνθρωπος να είναι σωστός και σίγουρος.
Έτσι ζήσαμε σαράντα χρόνια. Είχαμε καλές μέρες, είχαμε και κακές. Όπως όλος ο κόσμος. Όμως, όσο πλησιάζουν τα γεράματα, τόσο περισσότερο μετανιώνεις για τα λάθη σου. Κάτι έξυνε την ψυχή μου εδώ και καιρό. Τι ήταν αυτό; Ο Θεός το ξέρει. Έτσι θα έφευγα από αυτόν τον κόσμο δυστυχισμένη, αν δεν έσπαγα το χέρι μου.
«Πήγα στο νοσοκομείο και εκεί, στην ουρά, κάθεται ο Σεργκέι! Καλοί μου άνθρωποι, εγώ νόμιζα πως στα γεράματα δεν υπάρχει πια έρωτας. Κι όμως, ένιωσα τέτοιο σκίρτημα, τέτοιες πεταλούδες στο στομάχι, που εύχομαι ο καθένας να το νιώσει!
– Σβετλάνα, εσύ είσαι; Από την τάξη του ’79; – με αναγνώρισε αμέσως ο παλιός μου φίλος.
Και από εκείνη την ερώτηση άρχισαν όλα… τόσα που ντρέπομαι και να τα διηγηθώ! Ο Σεργκέι είναι χήρος εδώ και δέκα χρόνια, τα παιδιά του ζουν μακριά… Έτσι άρχισα να τον επισκέπτομαι στο σπίτι του. Μεγάλη αμαρτία, τρομερή ντροπή… Αλλά ένιωσα σαν να αναστήθηκα, σαν να ξαναέγινα νέα!

– Άκου, Σβετλάνα, γιατί κρυβόμαστε σαν τα σχολιαρόπαιδα στις γωνίες; Είμαστε ενήλικες, ζήσαμε τη ζωή μας, μεγαλώσαμε τα παιδιά μας. Από ποιον να κρυφτούμε; Παράτα τον Σάσα και έλα να ζήσουμε μαζί! – με παρακαλούσε ο Σεργκέι κάθε φορά που πήγαινα.
– Μα πώς να αφήσω την οικογένειά μου; Αν αρχίσει ο κόσμος να μας κουτσομπολεύει, θα βγάλουν γλώσσα και δεν θα σταματούν! – του απαντούσα πάντα.
Και μετά, ο αγαπημένος μου μπήκε στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό! Δεν μπορούσα να ησυχάσω πουθενά. Μέσα δεν με άφηναν να μπω, γιατί δεν ήμουν συγγενής. Και στα παιδιά του, τι να έλεγα; Ότι είμαι ο πρώτος του έρωτας ή η ηλικιωμένη ερωμένη του;
Και τώρα σκέφτομαι: πόση ζωή μας έχει μείνει ακόμα; Μήπως να τα παρατήσω όλα, να πάρω διαζύγιο και να ζήσω έστω και λίγο για μένα; Γιατί σε λίγο θα ετοιμάζομαι για τον άλλον κόσμο, και ευτυχισμένη δεν ένιωσα ποτέ…»
Αυτή η ιστορία βασίζεται σε μια αληθινή μαρτυρία που μοιράστηκε μαζί μας ένας αναγνώστης.

Εσείς είστε με το μέρος της οικογένειας ή υπέρ του έρωτα σε μεγάλη ηλικία;
Φίλοι μας, αν σας ενδιαφέρει να διαβάσετε περισσότερες ιστορίες μας – αφήστε τα σχόλιά σας και μην ξεχνάτε τα like. Αυτό μας δίνει έμπνευση να συνεχίσουμε να γράφουμε!