— Πόσο άκαιρη είναι αυτή η επέτειός τους, — είπε εκείνη. — Βρήκαν ώρα να γιορτάσουν, και μάλιστα στο χωριό. Στα αυτιά της Λιούμπα έφταναν αποσπάσματα από τις φράσεις του δυσαρεστημένου συζύγου της. Κατάλαβε ότι ο αδερφός του άντρα της τους είχε καλέσει για την εικοστή πέμπτη επέτειο της κοινής τους ζωής ή, όπως λένε, για τους αργυρούς γάμους.

«— Πόσο άκαιρη είναι αυτή η επέτειός τους, — είπε εκείνη. — Βρήκαν ώρα να γιορτάσουν, και μάλιστα στο χωριό.

Στα αυτιά της Λιούμπα έφταναν αποσπάσματα από τις φράσεις του δυσαρεστημένου συζύγου της. Κατάλαβε ότι ο αδερφός του άντρα της τους είχε καλέσει για την εικοστή πέμπτη επέτειο του γάμου τους, ή όπως λένε, για τους αργυρούς γάμους.

Το τηλέφωνο του Ιγκόρ χτυπούσε δυνατά και επίμονα, μέχρι που απάντησε. Τηλεφωνούσε ο ξάδερφός του από το χωριό.

— Γεια σου, Ζαχάρ, γεια! — είπε ο Ιγκόρ. — Όλα καλά, εσείς πώς είστε; Ωραία λοιπόν. Πότε, το Σάββατο; Εντάξει, θα το πω στη Λιούμπα! Φυσικά και θα έρθουμε, πού αλλού να πάμε;!

Η γυναίκα του Ιγκόρ, η Λιούμπα, μπήκε στο δωμάτιο.

— Πόσο άκαιρη είναι αυτή η επέτειός τους, — είπε. — Βρήκαν ώρα να γιορτάσουν, και μάλιστα στο χωριό.

Η Λιούμπα άκουγε τις σκόρπιες κουβέντες του εκνευρισμένου άντρα της. Είχε καταλάβει ότι ο αδερφός του τους καλούσε για τα εικοσιπεντάχρονα της κοινής τους ζωής.

Όμως ο Ιγκόρ και η Λιούμπα, μέσα σε όλα αυτά, είχαν αποφασίσει να χωρίσουν. Τελευταία είχαν πάρα πολλές διαφωνίες, είχε εμφανιστεί μια αποξένωση και μια απόσταση μεταξύ τους. Μόλις πριν από δύο μέρες πήραν την απόφαση για το διαζύγιο.

Η Λιούμπα δεν είχε καμία διάθεση να πάει σε αυτόν τον αργυρό γάμο — δεν ήταν η ψυχολογία της κατάλληλη…

— Μήπως, Ιγκόρ, να πας μόνος σου σε αυτή την επέτειο; Στο κάτω-κάτω είναι ο αδερφός σου. Βέβαια, θα ήθελα πολύ να δω την Τατιάνα, — είπε για τη γυναίκα του Ζαχάρ. — Πάντα ήμασταν φίλες και επισκεπτόμασταν η μία την άλλη… Αλλά πώς να πάμε στην επέτειό τους και να ανακοινώσουμε ότι χωρίζουμε;

…Για το χωριό χρειαζόταν τέσσερις ώρες με το λεωφορείο από την πόλη, ενώ το παλιό τους αυτοκίνητο βρισκόταν στο γκαράζ εδώ και τρεις μήνες. Παλαιότερα, πήγαιναν συχνά με το αυτοκίνητο στο χωριό του Ζαχάρ, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Ιγκόρ.

Τώρα όμως το αμάξι δεν δούλευε και η Λιούμπα δεν ήξερε αν άξιζε να το επισκευάσουν επενδύοντας χρήματα ή αν έπρεπε να αγοράσουν καινούργιο. Τώρα πια δεν ήξερε τίποτα — το επικείμενο διαζύγιο είχε αλλάξει όλα τα σχέδια της ζωής τους…

Ο Ιγκόρ σκεφτόταν επίσης με τον δικό του τρόπο:

«Δύσκολο να έρθει η Λιούμπα, μάλλον θα αρνηθεί. Και να πάω μόνος μου… τότε θα πρέπει να πω στον Ζαχάρ και την Τατιάνα ότι αποφασίσαμε να χωρίσουμε. Θα αρχίσουν τα «αχ» και τα «βαχ», θα με ανακρίνουν. Και χρειάζονται τέτοια νέα μια τέτοια μέρα; Εκείνοι έχουν γιορτή, αργυρούς γάμους, κι εγώ θα εμφανιστώ με το διαζύγιό μου. Δεν είναι σωστό…»

Βλέποντας τη γυναίκα του να μπαίνει στο δωμάτιο, ο Ιγκόρ είπε:

— Τηλεφώνησε ο Ζαχάρ. Λες να πάμε; Δεν θα τους πούμε τίποτα για τη σχέση μας. Πάμε, και μετά ασχολούμαστε με το διαζύγιο.

Η Λιούμπα έγνεψε καταφατικά:

— Εντάξει, γιορτή έχουν οι άνθρωποι, ας πάμε, δεν πειράζει…

Το λεωφορείο σταμάτησε και ο οδηγός ανακοίνωσε:

— Κατεβείτε όλοι, το λεωφορείο δεν συνεχίζει παρακάτω!

— Πώς δεν συνεχίζει;! — εξοργίστηκε ο Ιγκόρ. — Μέχρι το χωριό είναι ακόμα πέντε χιλιόμετρα!

— Ο δρόμος εκεί είναι χάλια, ειδικά τώρα που μόλις σταμάτησαν οι βροχές, δεν περνάω με το λεωφορείο. Θα κολλήσω, και ποιος θα με τραβάει; Βρείτε κάποιο περαστικό αμάξι ή πηγαίνετε με τα πόδια, — είπε κοφτά ο οδηγός.

Ο Ιγκόρ και η Λιούμπα κατέβηκαν από το λεωφορείο — εκείνος κρατούσε μια τσάντα στα χέρια. Το να περπατήσουν πέντε χιλιόμετρα δεν ήταν στα σχέδιά τους.

— Λοιπόν, τι θα κάνουμε; Θα περιμένουμε κανένα αμάξι ή θα πάμε με τα πόδια; — ρώτησε τη γυναίκα του.

— Το αμάξι μπορεί να το περιμένουμε μέχρι το πρωί, αναγκαστικά θα πάμε με τα πόδια, — είπε η Λιούμπα.

Βρίζοντας τον οδηγό με κάθε τρόπο, ο Ιγκόρ προπορευόταν και η γυναίκα του τον ακολουθούσε στην άκρη του δρόμου. Ο δρόμος ήταν όντως κακός, με τεράστιες λακκούβες με νερό στη μέση, αλλά από την άκρη μπορούσες να περπατήσεις.

«Περίεργο, η Λιούμπα σιωπά και δεν γκρινιάζει καν», σκέφτηκε ο Ιγκόρ. «Στο σπίτι θα είχε γίνει ήδη έξω φρενών. Εδώ όμως σιωπά, μαζεύει μέσα της την αρνητικότητα και μετά, θα ξεσπάσει! Μάλλον στη μέση του δρόμου θα μου τα πει όλα…»

Είχαν ήδη διανύσει τη μισή διαδρομή. Μπροστά τους φάνηκε ένα δάσος με βελανιδιές που έπρεπε να διασχίσουν, και μετά το χωριό ήταν πια κοντά.

Ο Ιγκόρ περίμενε πότε η γυναίκα του θα άρχιζε να μαλώνει. Εκείνη όμως ακολουθούσε από πίσω, δεν έμενε πίσω και παρέμενε σιωπηλή. Ο Ιγκόρ σταμάτησε, άφησε την τσάντα κάτω και ρώτησε:

— Κουράστηκες; — ένιωθε λίγο ένοχος που της πρότεινε αυτό το ταξίδι.

— Λίγο, ίσως να ξεκουραστούμε σε εκείνον τον κορμό, — έδειξε ένα δέντρο που βρισκόταν πεσμένο στο έδαφος.

Κάθισαν και κοίταξαν γύρω τους. Ομορφιά. Η ώρα δεν ήταν ακόμα αργά, το βράδυ πλησίαζε, τα πουλιά κελαηδούσαν, οι πεταλούδες πετούσαν, τα δέντρα θρόιζαν, τα τριζόνια τραγουδούσαν.

Η Λιούμπα θυμήθηκε πώς πριν από σχεόν είκοσι χρόνια πήγαιναν στο χωριό του Ιγκόρ, όπου τα τραπέζια ήταν ήδη στρωμένα και οι καλεσμένοι περίμεναν τους νεόνυμφους.

— Πώς άλλαξαν όλα μέσα σε είκοσι χρόνια, το δασάκι μεγάλωσε, οι βελανιδιές ψήλωσαν και έγιναν υπέροχες, — είπε η Λιούμπα.

— Ναι, ο χρόνος κυλάει γρήγορα, όλα αλλάζουν, — συμφώνησε ο σύζυγός της. — Θυμάσαι που εκείνη τη μέρα κόντεψε να μας φύγει η ρόδα στο αυτοκίνητο; Εσύ με το νυφικό και τα τακούνια, εγώ με το κοστούμι και τα γυαλισμένα παπούτσια, περπατούσαμε έτσι στην άκρη του δρόμου προς το χωριό.

Όσο ο Ζαχάρ άλλαζε τη ρόδα. Εμείς για κάποιο λόγο δεν θέλαμε να περιμένουμε και ξεκινήσαμε με τα πόδια. Βέβαια, δεν περπατήσαμε πολύ, αλλά παρ’ όλα αυτά έβγαλες μια μικρή φουσκάλα στο πόδι.

— Αμέ, το θυμάμαι, το πόδι μου ήταν! — γέλασε η Λιούμπα. — Ευτυχώς που ο Ζαχάρ έφτιαξε γρήγορα το αμάξι, αχ τα νιάτα! Τώρα δεν θα πηγαίναμε, θα στεκόμασταν και θα περιμέναμε…

Αφού ξεκουράστηκαν λίγο ακόμα, ξεκίνησαν πάλι το δρόμο τους. Περπατούσαν σιωπηλά, ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο Ιγκόρ θυμόταν πώς στα σχολικά χρόνια πήγαιναν με τα παιδιά εκδρομές, ενώ η Λιούμπα δεν πήγαινε, ήταν παιδί της πόλης και δεν είχε κοιμηθεί ποτέ στο δάσος.

Η Λιούμπα περπατούσε κουρασμένη, βυθισμένη και εκείνη στις δικές της σκέψεις:

«Όσο ο γιος μας υπηρετεί τη θητεία του, εμείς θα έχουμε χωρίσει. Φυσικά δεν θα του αρέσει, αλλά τι να κάνουμε; Τα έχουμε αποφασίσει όλα πια…»

Ο δρόμος τους έβγαλε έξω από το δάσος και αντίκρισαν το χωριό που εκτεινόταν στην πεδιάδα.

— Τι ομορφιά! Το καλοκαίρι είναι υπέροχα εδώ — έντονα χρώματα, ζέστη, ήλιος, — είπε η Λιούμπα.

— Ναι, εδώ είναι πάντα όμορφα, και το καλοκαίρι, και την άνοιξη, και το φθινόπωρο, ακόμα και τον χειμώνα. Εξάλλου έχουμε έρθει μαζί όλες τις εποχές. Αχ, χάλασε το αμάξι, κρίμα, γιατί θα είχαμε φτάσει εδώ και ώρα, — απάντησε ο σύζυγός της.

Άνοιξαν την εξώπορτα, μπήκαν στην αυλή και είδαν τον Ζαχάρ, ο οποίος έστηνε ήδη τα τραπέζια. Εκείνος έτρεξε κοντά τους και τους αγκάλιασε.

— Μα ήρθατε με τα πόδια;! — αναφώνησε. — Πού είναι το αυτοκίνητο; Και γιατί δεν μου το είπες στο τηλέφωνο; Θα ερχόμουν να σας πάρω. Είναι αλήθεια πως ο δρόμος είναι χάλια, αλλά θα ερχόμουν από τον περιφερειακό.

— Δεν ξέραμε ότι το λεωφορείο δεν θα συνέχιζε, οπότε αναγκαστήκαμε να έρθουμε σημειωτόν. Δεν πειράζει όμως, τουλάχιστον αναπνεύσαμε καθαρό αέρα και απολαύσαμε την ομορφιά.

— Λιούμποτσκα! — Η Τατιάνα αγκάλιασε τη συνυφάδα της, δείχνοντας ειλικρινή χαρά. — Τι υπέροχο που ήρθατε, είχαμε καιρό να ιδωθούμε. Κι εμείς αύριο έχουμε την επέτειό μας, τους αργυρούς γάμους. Ο χρόνος πέρασε σαν αστραπή, δεν προλάβαμε καν να το καταλάβουμε.

Ο Ζαχάρ και ο Ιγκόρ έμειναν ώρα κουβεντιάζοντας και μετά, αφού άλλαξαν ρούχα, κάθισαν όλοι μαζί για δείπνο. Έμειναν στην αυλή για πολλή ώρα, μιλώντας και γελώντας, και μετά αποσύρθηκαν στα δωμάτια. Στον Ιγκόρ και τη Λιούμπα έστρωσαν σε ένα μικρό δωμάτιο, σε έναν καινούργιο καναπέ.

— Κοιτάξτε, τον αγοράσαμε πρόσφατα, — τους έδειξε η Τατιάνα τον ανοιγμένο και στρωμένο καναπέ. — Τέτοιον έχουμε τώρα εδώ. Λοιπόν, καληνύχτα σας.

Η Λιούμπα γδύθηκε και ξάπλωσε στην άκρη, κολλητά στον τοίχο, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του καναπέ στον άντρα της. Στο σπίτι τους δεν κοιμόντουσαν πια μαζί, όμως ο Ιγκόρ κοίταξε τον καναπέ και ξάπλωσε στην άλλη άκρη.

— Λιούμπα, γιατί στριμώχτηκες έτσι στον τοίχο; Ξάπλωσε κανονικά, υπάρχει χώρος και για τους δύο. Τα πόδια σου θα βουίζουν από την κούραση, περπατήσαμε πέντε χιλιόμετρα.

— Άστα να πάνε, βουίζουν και παραβουίζουν, — απάντησε εκείνη.

Ξαφνικά, ο Ιγκόρ τράβηξε την κουβέρτα από τα πόδια της και άρχισε να της κάνει μασάζ στις πατούσες.

— Καλά είναι, άφησέ το, Ιγκόρ. Θα περάσει, μέχρι το πρωί θα είμαι καλά! — είπε η Λιούμπα.

— Μη μιλάς τώρα, θα σου τα τρίψω λίγο και θα νιώσεις αμέσως καλύτερα.

…Την επόμενη μέρα, ο Ιγκόρ και η Λιούμπα βοήθησαν στο στρώσιμο των τραπεζιών στην αυλή και υποδέχτηκαν τους καλεσμένους. Οι κουβέντες άρχισαν, σιγανές στην αρχή και μετά όλο και πιο δυνατές.

Έπειτα άρχισε η μουσική, τα τραγούδια, ο χορός, και το γλέντι φούντωσε. Είναι όμορφα στο χωριό, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και διασκεδάζουν με την ψυχή τους.

— Φαντάσου, Ιγκόρ, ζήσαμε μαζί με την Τατιάνα είκοσι πέντε χρόνια. Περάσαμε απ’ όλα, αλλά τα καλά ήταν περισσότερα. Καμιά φορά μαλώνουμε, πληγώνουμε ο ένας τον άλλον, αλλά πάντα τα βρίσκουμε. Δεν μπορούμε να κρατάμε κακία για πολύ, είναι καλή γυναίκα! Αλλά ξέρεις, έτσι είναι μάλλον για όλους! — έλεγε ο ευδιάθετος Ζαχάρ στον αδερφό του.

— Φαντάσου, ένα τέταρτο του αιώνα! Ακούγεται βαρύ, ένα τέταρτο του αιώνα! Και την Τατιάνα μου την αγαπάω, δεν τη δίνω σε κανέναν, και κανέναν άλλον δεν χρειάζομαι εκτός από αυτήν!

— Ζαχάρ, φτάνει πια, — του ψιθύρισε η γυναίκα του στο αυτί. — Τι κάθεσαι και λες τώρα…

— Και τι έγινε; Ας μάθουν όλοι τι καλή και χρυσή γυναίκα έχω, την καλύτερη του κόσμου, θα έλεγα! — καυχιόταν πια φωναχτά ο Ζαχάρ, και οι καλεσμένοι, σαν ένας άνθρωπος, τον υποστήριξαν χειροκροτώντας.

Ο Ιγκόρ κοίταξε τη Λιούμπα του. Παρατηρούσαν και οι δύο το ευτυχισμένο ζευγάρι.

Πώς να πεις τώρα ότι αποφάσισες να χωρίσεις; Πώς μπορείς να χαλάσεις μια τέτοια στιγμή;

Η Λιούμπα ένιωθε την ευτυχία να πλανάται στον αέρα, όλα ήταν ποτισμένα από αυτήν, τύλιγε τους καλεσμένους και τις ψυχές τους…

Ο Ιγκόρ κοίταζε τη γυναίκα του με εντελώς διαφορετικά μάτια και τότε μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του:

«Μα και η δική μου η Λιούμπα δεν υστερεί σε τίποτα από την Τατιάνα! Ε, συμβαίνουν και παρεξηγήσεις – ζωή είναι αυτή. Και γιατί ξαφνικά αποφασίσαμε να χωρίσουμε; Όχι, μάλλον δεν θέλω να χάσω τη γυναίκα μου!»

Ασυναίσθητα αγκάλιασε τη Λιούμπα που καθόταν δίπλα του, κι εκείνη τον κοίταξε στα μάτια με έκπληξη.

Είδε στα μάτια του ζεστασιά, αγάπη και τρυφερότητα, και κάτι ακόμα ανεξήγητο… Όμως μετά κατάλαβε τον άντρα της, γιατί και η ίδια ένιωθε τα ίδια συναισθήματα.

Ίσως και οι δύο ένιωσαν την ευτυχία εκεί, σε αυτή τη γιορτή του Ζαχάρ και της Τατιάνας…

«Μάλλον η ευτυχία τύλιξε κι εμάς», σκέφτηκε με χαρά η Λιούμπα και χαμογέλασε τρυφερά στον άντρα της, κι εκείνος τη φίλησε στο μάγουλο…

…Την επόμενη μέρα είχε ψησίματα, πάλι μεγάλες συζητήσεις, και ο Ιγκόρ δεν άφηνε πια τη Λιούμπα να απομακρυνθεί από κοντά του. Κι αν εκείνη έφευγε για λίγο, την έψαχνε αμέσως με το βλέμμα του.

Μετά, ο Ζαχάρ τους πήγε με το αμάξι μέχρι το λεωφορείο…

…Στο σπίτι ο Ιγκόρ, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ρώτησε τη γυναίκα του:

— Λιούμπα, σκέφτομαι τι να κάνουμε με το αυτοκίνητο. Αν είναι να το επισκευάσουμε, χρειάζονται πολλά χρήματα. Μήπως να αγοράσουμε καινούργιο; Να πουλήσουμε αυτό και να συμπληρώσουμε, τι λες; Άλλωστε δεν θέλω να πηγαίνουμε στον Ζαχάρ με το λεωφορείο…

— Εσύ ξέρεις καλύτερα. Αν πρέπει να πάρουμε, ας πάρουμε, εσύ καταλαβαίνεις περισσότερο από αυτά τα σίδερα, — απάντησε η σύζυγός του.

— Τότε αύριο το πρωί πάμε στην έκθεση αυτοκινήτων, να ρίξουμε μια ματιά, να δούμε τιμές… Στο κάτω-κάτω, μαζί θα ταξιδεύουμε!

…Δεν ξαναέγινε κουβέντα για διαζύγιο, λες και η ιδέα του χωρισμού διαλύθηκε από μόνη της.

Πέρασε ο καιρός, ο γιος τους επέστρεψε, παντρεύτηκε. Και η Λιούμπα με τον Ιγκόρ παραμένουν το ίδιο ευτυχισμένοι…

Για να μη χάνετε τις νέες ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις μας, ακολουθήστε τη σελίδα μας! Μοιραστείτε τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας στα σχόλια και υποστηρίξτε μας με ένα like.

Φίλοι μας, αν σας ενδιαφέρει να διαβάζετε ακόμα περισσότερες ιστορίες μας – αφήστε τα σχόλιά σας και μην ξεχνάτε τα likes. Αυτό μας δίνει έμπνευση να συνεχίσουμε να γράφουμε!

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: