Σε σένα αρκεί ένα δωμάτιο, ενώ εμείς χρειαζόμαστε περισσότερο χώρο.
– Αλιόσα, – εξήγησε η μητέρα υπομονετικά, – η εστία και το διαμέρισμα είναι διαφορετικά πράγματα.
Στην εστία η κουζίνα είναι κοινή, η τουαλέτα είναι κοινή. Πώς θα ζήσω εγώ εκεί;

– Θα συνηθίσεις. Άνθρωποι ζουν κι εκεί.
Η Ταμάρα ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ και έβλεπε το νέο επεισόδιο της αγαπημένης της σειράς, όταν τηλεφώνησε ο γιος της.
– Μαμά, – είπε ο Αλέξιος με κουρασμένη φωνή, – πρέπει να μιλήσουμε ξανά. Για το θέμα της στέγασης.
– Αλιόσα, τα έχουμε ήδη συζητήσει όλα. Δεν θέλω να αλλάξω διαμέρισμα.
– Μαμά, μα βλέπεις πόσο στριμωγμένοι είμαστε. Ήρθε και ο Μίσκα, δεν υπάρχει καθόλου χώρος.
– Το βλέπω, φυσικά. Αλλά τι σχέση έχει το δικό μου διαμέρισμα;
– Έχει, γιατί εσύ ζεις μόνη σου σε δύο δωμάτια, κι εμείς είμαστε τέσσερα άτομα σε ένα δωμάτιο στην εστία.
Η Ταμάρα αναστέναξε. Αυτές οι συζητήσεις είχαν ξεκινήσει πριν από ένα χρόνο, όταν η νύφη της, η Σβετλάνα, ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί.
Τότε ήταν η πρώτη φορά που άκουσε την πρόταση να ανταλλάξουν σπίτια.
– Αλιόσα, σου εξήγησα. Εδώ με βολεύει. Έχω τις συνήθειές μου, τους γείτονες που ξέρω.
– Αλλά εμάς δεν μας βολεύει! Ο Σεμιόν είναι ήδη πέντε χρονών, χρειάζεται τον δικό του χώρο.
Αλλά και ο Μίσκα είναι ακόμα μωρό, κλαίει τη νύχτα και τους ξυπνάει όλους.
– Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολα. Αλλά πρέπει να λύνετε τα προβλήματά σας μόνοι σας.
– Πώς μόνοι μας; Λεφτά για ενοίκιο δεν υπάρχουν!
Ο μισθός μου είναι μικρός, η Σβετλάνα είναι σε άδεια λοχείας.
– Τότε βρες μια καλύτερη δουλειά!
– Μαμά, τι δουλειά; Δεν έχω ανώτερη μόρφωση, έχω λίγη εμπειρία.
Η Ταμάρα καταλάβαινε ότι ο γιος της είχε δίκιο.
Δούλευε ως ηλεκτρολόγος σε ένα εργοστάσιο, έπαιρνε γύρω στις είκοσι χιλιάδες.
Με τέτοια χρήματα δεν μπορείς να θρέψεις τετραμελή οικογένεια, πόσο μάλλον να νοικιάσεις διαμέρισμα.
– Και τι προτείνεις;
– Ας ανταλλάξουμε διαμερίσματα. Εσύ έχεις δυάρι, εμείς έχουμε ένα δωμάτιο στην εστία.
Σε σένα αρκεί ένα δωμάτιο, ενώ εμείς χρειαζόμαστε περισσότερο χώρο.
– Αλιόσα, – εξήγησε η μητέρα υπομονετικά, – η εστία και το διαμέρισμα είναι διαφορετικά πράγματα.
Στην εστία η κουζίνα είναι κοινή, η τουαλέτα είναι κοινή. Πώς θα ζήσω εγώ εκεί;
– Θα συνηθίσεις. Άνθρωποι ζουν κι εκεί.
– Νέοι άνθρωποι. Εγώ όμως είμαι εξήντα δύο ετών.
– Και λοιπόν; Είσαι ακόμα γερή, υγιής.
– Γερή, αλλά όχι τόσο ώστε να ζήσω σε εστία.
– Μαμά, μα έτσι θα ήταν δίκαιο!
– Δίκαιο είναι όταν ο καθένας ζει στο δικό του σπίτι.
– Μα είμαστε οικογένεια! Η οικογένεια πρέπει να βοηθάει!
– Γιε μου, βοηθάω όσο μπορώ. Κακομαθαίνω τα εγγόνια μου με δώρα, βοηθάω καμιά φορά με τρόφιμα.
– Αυτό δεν φτάνει!
– Εμένα όμως μου φαίνεται αρκετό.
Η κουβέντα έληξε άδοξα.
Ο Αλέξιος έκλεισε το τηλέφωνο, ενώ η Ταμάρα έμεινε με μια δυσάρεστη γεύση.
Πίστευε όντως ο γιος της ότι έπρεπε να χειροτερέψει τις συνθήκες της ζωής της για τη δική τους άνεση;
Μετά από μια εβδομάδα ήρθαν επίσκεψη.
Η Σβετλάνα φαινόταν κουρασμένη, το μωρό γκρίνιαζε, ο μεγαλύτερος γιος έτρεχε πάνω-κάτω στο διαμέρισμα.
– Ταμάρα Ιβάνοβνα, – είπε η νύφη κουνώντας τον Μίσκα, – μπορούμε να μιλήσουμε άλλη μια φορά για την ανταλλαγή;
– Μπορούμε να μιλήσουμε. Αλλά η απάντησή μου δεν θα αλλάξει.
– Μα γιατί; Εξηγήστε μας, παρακαλώ.
– Γιατί μου αρέσει να ζώ εδώ!
Και δεν θέλω να ανταλλάξω την άνεσή μου με ταλαιπωρίες!
– Μα πρόκειται για τα εγγόνια σας!
– Φυσικά και είναι εγγόνια μου. Και λοιπόν;
– Πώς «και λοιπόν»; Δεν τα λυπάστε που μεγαλώνουν σε τέτοια στενότητα;
Η Ταμάρα κοίταξε προσεκτικά τη νύφη της.
Η Σβετλάνα δεν ήταν κακό κορίτσι, αλλά μερικές φορές ξεπερνούσε τα όρια.
– Τα λυπάμαι, – είπε ήρεμα. – Αλλά αυτά είναι δικά σας παιδιά, δική σας ευθύνη.
– Δική μας ευθύνη; – εξοργίστηκε η Σβετλάνα. – Ασείς δηλαδή δεν είστε καθόλου συγγενής μας;
– Συγγενής είμαι. Γιαγιά είμαι. Αλλά δεν είμαι ο γονέας.
– Η γιαγιά πρέπει να βοηθάει τα εγγόνια!
– Βοηθάω. Μέσα σε λογικά πλαίσια.
Ο Αλέξιος άκουγε σιωπηλός τη συζήτηση της γυναίκας του με τη μητέρα του.
– Μαμά, – είπε τελικά, – κι αν σου δίνουμε επιπλέον χρήματα κάθε μήνα;
– Τι χρήματα;
– Μια αποζημίωση. Για την ταλαιπωρία στην εστία.
– Πόσα;
– Δύο χιλιάδες το μήνα.
Η Ταμάρα χαμογέλασε:
– Δύο χιλιάδες; Για να ζήσω σε ένα δωμάτιο με κοινή κουζίνα;
– Ε, τότε πέντε χιλιάδες.
– Αλιόσα, το θέμα δεν είναι τα χρήματα.
Το θέμα είναι ότι δεν θέλω να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου.
– Μα θα είναι προσωρινό! Για δυο-τρία χρόνια!
– Και μετά τι;
– Μετά θα μπούμε σε κάποια λίστα αναμονής για διαμέρισμα, ίσως αργότερα αποκτήσουμε δικό μας σπίτι.
– Λίστα αναμονής! – γέλασε η Ταμάρα.
– Αλιόσα, σε ποιον αιώνα ζεις; Σήμερα τα σπίτια τα αγοράζεις, δεν σου τα δίνουν!
– Ε, τότε θα πάρουμε στεγαστικό.
– Με τι μισθό θα σου δώσουν στεγαστικό;

Ο γιος σιώπησε, καταλαβαίνοντας ότι η μητέρα του είχε δίκιο.
– Ταμάρα Ιβάνοβνα, – μίλησε ξανά η Σβετλάνα, – κι αν δίνουμε επτά χιλιάδες το μήνα;
– Όχι.
– Δέκα;
– Σβετλάνα, ακόμα και ένα εκατομμύριο να μου προτείνετε, δεν θα δεχτώ.
– Μα γιατί; – ρώτησε η νύφη σχεόν κλαίγοντας.
– Γιατί είμαι εξήντα δύο ετών.
Δούλεψα όλη μου τη ζωή για να ζω σε κανονικές συνθήκες. Και δεν σκοπεύω τώρα να τις απαρνηθώ.
– Να μην το κάνετε ούτε καν για χάρη των εγγονιών σας;
– Ούτε καν για χάρη των εγγονιών μου.
– Μα αυτό είναι σκληρό!
– Σκληρό είναι να απαιτείς από έναν ηλικιωμένο άνθρωπο να θυσιάσει την άνεσή του!
– Δεν απαιτούμε, ζητάμε!
«– Μου ζητάτε να γίνω δυστυχισμένη για τη δική σας άνεση!
– Δυστυχισμένη; – εξοργίστηκε ο Αλέξιος. – Μαμά, μην υπερβάλλεις!
– Δεν υπερβάλλω. Στην εστία θα είμαι δυστυχισμένη. Στο εγγυώμαι!
– Και τι πρέπει να κάνουμε εμείς τότε;
– Να βγάλετε χρήματα.
– Πώς να βγάλουμε χρήματα; – θύμωσε η Σβετλάνα. – Εγώ κάθομαι σπίτι με δύο μικρά παιδιά! Ο άντρας μου παίρνει ψίχουλα!
– Τότε έπρεπε να είχατε προγραμματίσει καλύτερα το πότε θα κάνετε παιδιά.
– Να προγραμματίσουμε; – εξοργίστηκε ακόμα περισσότερο η νύφη. – Τα παιδιά δεν είναι πλάνα, είναι η ίδια η ζωή!
– Μια ζωή όμως που πρέπει να μπορείς να συντηρήσεις!
– Ταμάρα Ιβάνοβνα, – είπε η Σβέτα ψυχρά, – σας κατάλαβα. Η δική σας άνεση είναι πιο σημαντική για εσάς από την οικογένεια!
Ο Αλέξιος σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει τα παιδιά:
– Μαμά, εγώ πάντα πίστευα ότι με αγαπάς.
– Σε αγαπάω, γιε μου. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να θυσιάσω τα πάντα για σένα.
– Να θυσιάσεις τα πάντα; Μια ανταλλαγή διαμερισμάτων ζητάμε μόνο!
– Για μένα, αυτό είναι θυσία των πάντων.
– Κατάλαβα, – είπε εκείνος με πίκρα. – Σημαίνει ότι θα τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας.
– Να τα βγάλετε. Αυτό είναι το φυσιολογικό.
– Φυσιολογικό είναι όταν οι γονείς βοηθούν τα παιδιά τους!
– Βοήθησα. Τώρα πια μεγαλώσατε, θα τα καταφέρετε μόνοι σας.
– Μαμά, είμαι τριάντα χρονών! Αλλά τι σόι ενήλικας είμαι με τέτοιο μισθό;
– Τότε άλλαξε δουλειά.
– Ποια δουλειά;
– Διάβασε, ανέβασε τα προσόντα σου. Μήπως εγώ σε εμπόδισα να σπουδάσεις;
– Και πότε να διαβάσω; Έχω οικογένεια, παιδιά!
– Έπρεπε να το είχες σκεφτεί αυτό νωρίτερα!
Οι καλεσμένοι έφυγαν μέσα σε μια βαριά σιωπή.
Η Ταμάρα έμεινε μόνη της στο δυάρι της και ένιωσε ανακούφιση. Έπραξε σωστά που δεν συμφώνησε.
Όμως, μετά από λίγες μέρες, έγινε φανερό ότι ο γιος της είχε παρεξηγηθεί σοβαρά.
Σταμάτησε να τηλεφωνεί, δεν την επισκεπτόταν με τα εγγόνια, και στα καλέσματά της να έρθουν, απαντούσε κοφτά: «Δεν ευκαιρώ».
– Αλιόσα, – τηλεφώνησε η Ταμάρα, – τι συμβαίνει; Γιατί δεν έρχεστε;
– Και γιατί να έρθουμε;
– Αλιόσα, τι θα πει γιατί; Γιαγιά είμαι, θέλω να δω τα εγγόνια μου.
– Μια γιαγιά που δεν λυπάται τα εγγόνια της.
– Αλιόσα, μην κάνεις σαν παιδί! Μην με πιέζεις να κάνω θυσίες!
– Δεν πιέζουμε κανέναν. Απλώς ζητήσαμε βοήθεια. Και λάβαμε μια άρνηση.
– Έχετε λάβει ήδη όσα μπορούσα να δώσω.
Μετά από αυτή την κουβέντα πέρασε μια εβδομάδα απόλυτης σιωπής.
Η Ταμάρα δεν άντεξε και πήγε να βρει τον γιο της στην εστία.
Αυτό που είδε την συγκλόνισε.
Σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο υπήρχαν δύο κρεβάτια, μια κούνια, ένα τραπέζι και μια ντουλάπα.
Χώρος δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου.
Η Σβετλάνα μαγείρευε στην κοινή κουζίνα, την οποία μοιραζόταν με άλλες τρεις οικογένειες.»
«– Ταμάρα Ιβάνοβνα, – χαιρέτησε ψυχρά η νύφη.
– Σβετλάνα, ήθελα να δω τα εγγόνια μου.
– Ορίστε τα.
Τα παιδιά έπαιζαν στο πάτωμα ανάμεσα στα κρεβάτια. Ο Σεμιόν έχτιζε κάτι με κυβάκια, το μωρό ήταν ξαπλωμένο σε μια κουβέρτα.
– Πώς πάνε τα πράγματα; – ρώτησε η γυναίκα τη νύφη της.
– Όπως βλέπετε. Ζούμε.
– Μήπως, τελικά, βρείτε κάποια άλλη λύση;
– Ποια λύση; Εσείς δεν θέλετε να κάνουμε την ανταλλαγή.
– Μήπως όμως υπάρχει άλλη επιλογή;
– Ποια;
– Δεν ξέρω. Ας σκεφτούμε μαζί.
– Εμείς σκεφτήκαμε ήδη. Η μόνη λύση είναι το δικό σας διαμέρισμα.
– Και το να νοικιάσετε ένα διαμέρισμα;
– Με τι χρήματα; Δεν μας φτάνουν ούτε για κανονικό φαγητό!
Η Ταμάρα κοίταξε τα εγγόνια της και ένιωσε θλίψη. Πράγματι, οι συνθήκες ήταν άθλιες.
– Γιατί δεν προτείνετε στους άλλους συμπεθέρους σας να ανταλλάξετε σπίτια, αλλά έχετε κολλήσει μόνο σε μένα; Κι εκείνοι δυάρι έχουν, – έκανε επιτέλους την ερώτηση που την απασχολούσε.
– Αυτό μόνο σκεφτήκατε; Εκείνοι είναι ήδη τρία άτομα στριμωγμένα, πού να χωρέσουν σε ένα δωμάτιο; Ζει και ο αδερφός της μαζί τους. Μόνο εσείς είστε μόνη σας, σαν κυρία!
– Κι αν σας βοηθούσα με χρήματα για το ενοίκιο;
– Με πόσα;
– Επτά με οκτώ χιλιάδες το μήνα.
– Αυτό δεν μας σώζει.
– Περισσότερα όμως δεν μπορώ να δώσω.
– Ξέρετε κάτι, – είπε η Σβετλάνα, – ας τελειώσουμε αυτή την κουβέντα. Δεν θέλετε να μας βοηθήσετε; Δικαίωμά σας. Αλλά ούτε εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να επικοινωνούμε μαζί σας.
Η Ταμάρα προσπάθησε να μιλήσει με τον γιο της, αλλά εκείνος στήριξε τη γυναίκα του:
– Μαμά, αν δεν μας βοηθήσεις, τότε δεν έχουμε τίποτα να πούμε.
– Αλιόσα, είμαι η μητέρα σου!
– Κι εγώ είμαι ο γιος σου! Και μπορείς να με βοηθήσεις, αλλά δεν θέλεις.
Η Ταμάρα έφυγε με άδεια χέρια. Ούτε ο γιος ούτε η νύφη απαντούσαν πλέον στις κλήσεις της.
Πέρασε ένας μήνας. Μετά δεύτερος. Η Ταμάρα καθόταν στο ευρύχωρο δυάρι της και ένιωθε δυστυχισμένη. Ναι, υπερασπίστηκε την άνεσή της. Αλλά έχασε την οικογένειά της.
Δεν έβλεπε πια τα εγγόνια της. Ο γιος διέκοψε κάθε επαφή. Η Σβετλάνα μάλιστα άλλαξε πεζοδρόμιο όταν συνάντησε τυχαία την πεθερά της στο δρόμο.
Ωστόσο, η Ταμάρα δεν μετάνιωνε για την απόφασή της να παραμείνει στο σπίτι της, παρόλο που πονούσε για την απώλεια της επικοινωνίας με τους δικούς της ανθρώπους.
Όσο κι αν η ψυχή της λαχταρούσε τους συγγενείς της, κάθε μέρα οι ελπίδες για συμφιλίωση λιγόστευαν – η πικρία τους είχε ριζώσει πολύ βαθιά.

Η Ταμάρα δεν πίστευε πια ότι θα έβλεπε ποτέ τον γιο και τα εγγόνια της στο τραπέζι της. Ήταν πικρό και επώδυνο, αλλά δεν θα υποχωρούσε, γιατί δεν ήθελε στα γεράματά της να καταλήξει σε μια εστία…
Εσείς τι πιστεύετε; Έπραξε σωστά η μητέρα; Γράψτε τις σκέψεις σας στα σχόλια και κάντε like.
Φίλοι μας, αν σας ενδιαφέρει να διαβάζετε περισσότερες ιστορίες μας – αφήστε τα σχόλιά σας. Αυτό μας δίνει έμπνευση να συνεχίσουμε να γράφουμε!»