— Έλενα, νομίζω πως τηλεφωνήσατε για μια δουλειά. Και σας απάντησα σε όλες τις ερωτήσεις. Το γιατί στέρησα ένα λουλούδι από τη μητέρα μου, αυτό δεν είναι δική σας δουλειά.
— Α, ώστε έτσι… Μεγάλωσες ως ένα τόσο καλό παιδί, και έγινες αυτό το πράγμα…

Πέρυσι, οι γονείς του Ανδρέα έφυγαν από τη ζωή. Πρώτα έφυγε η μητέρα και μετά ο πατέρας. Ο Ανδρέας δεν πήγε στα μνημόσυνα των γονιών του. Οι συγγενείς μάζεψαν λίγα χρήματα για να αποχαιρετήσουν με αξιοπρέπεια αυτούς που έφυγαν για το στερνό τους ταξίδι. Ο Ανδρέας ήταν μοναχοπαίδι, γι’ αυτό και πάντα περίμεναν από αυτόν έστω κάποια βοήθεια. Αλλά μόλις το αγόρι πήρε το απολυτήριο λυκείου, έφυγε αμέσως για να σπουδάσει σε άλλη πόλη. Από τότε, ο Ανδρέας τηλεφωνούσε στους γονείς του μόνο σπάνια. Η βοήθειά του ήταν ελάχιστη: έστελνε χρήματα μόνο σε περιπτώσεις απόλυτης ανάγκης. Οι γονείς του, όλα αυτά τα δεκαπέντε χρόνια, τα έβγαζαν πέρα μόνοι τους όπως μπορούσαν. Οι συγγενείς, με κάθε ευκαιρία, του έλεγαν κατάμουτρα όσα πίστευαν γι’ αυτόν. Αλλά εκείνος δεν νοιαζόταν, και δεν υπήρχε νόημα να του μιλά κανείς.
— Ήταν τα γενέθλια της μητέρας σου. Τουλάχιστον ένα λουλούδι ας της έστελνες! Αφού βγάζεις καλά λεφτά, λυπάσαι τα χρήματα για ένα καημένο τριαντάφυλλο; — τον μάλωνε η θεία του.
— Έλενα, νομίζω πως τηλεφωνήσατε για μια δουλειά. Σας απάντησα. Το γιατί δεν έστειλα λουλούδι στη μητέρα μου, είναι δικό μου θέμα.
— Α, ώστε έτσι… Μεγάλωσες ως ένα τόσο καλό παιδί, και κατέληξες έτσι…
Ο Ανδρέας δεν κάθισε να ακούσει τη συνέχεια. Απλώς έκλεισε τη γραμμή και, αφού σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα, έβαλε τον αριθμό στη μαύρη λίστα. Όταν τον ενημέρωσαν ότι η μητέρα του πέθανε, τίποτα δεν σκίρτησε μέσα του. Ένιωσε μάλιστα, σε κάποιο βαθμό, ανακούφιση. Είναι αλήθεια πως κάποιες φορές φαινόταν ότι είχε όντως γίνει εγωιστής, κακός και ψυχρός… Αλλά ο Ανδρέας ήξερε ότι αυτό δεν ίσχυε.
— Ανδρέα, τι συμφορά είναι αυτή; — θρηνούσε η ξαδέρφη του στο τηλέφωνο. — Η θεία Λίντα έφυγε. Ο πατέρας σου είναι χαμένος. Από τον καημό του για τη μάνα σου, θα πάει κι αυτός στον άλλο κόσμο, στο λέω εγώ!
— Δεν προσλήφθηκα ως νταντά του πατέρα μου. Έχετε τόσους εκεί να τον προσέχετε, θα τα βγάλετε πέρα.
— Μα τι πάει στραβά μαζί σου; Μη φοβάσαι τον Θεό, Ανδρέα; Έλα. Θάψε τη μητέρα σου όπως πρέπει. Με ακούς;
— Σας ακούω. Δεν θα έρθω. Μη με ξαναπάρετε τηλέφωνο.
Ο Ανδρέας πέταξε το τηλέφωνο στο κάθισμα του συνοδηγού και ακούμπησε το κεφάλι του στο τιμόνι. Μπροστά στα μάτια του άρχισαν αμέσως να τρεμοπαίζουν αναμνήσεις… Ήταν παιδί που γεννήθηκε αργά. Η μητέρα του, η Λυδία, ήταν σαράντα ενός ετών όταν γεννήθηκε ο Ανδρέας. Ο πατέρας του, ο Δημήτρης, κοντά στα πενήντα. Ο Ανδρέας ήξερε ότι πριν από αυτόν η μητέρα του είχε αρκετές αποτυχημένες εγκυμοσύνες. Αλλά η οικογένεια ήθελε πολύ έναν κληρονόμο, γι’ αυτό η Λυδία και ο Δημήτρης γύρισαν όλους τους πρακτικούς γιατρούς, τις μάγισσες και τους ειδικούς. Και μετά από πολλά χρόνια, γεννήθηκε ένα υγιές και δυνατό αγόρι. Ο Ανδρέας μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό, το πολύ διακοσίων σπιτιών. Πολλοί συγγενείς ζούσαν είτε δίπλα του, κυριολεκτικά μεσοτοιχία, είτε σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων. Και όταν…
Ο Ανδρέας τίναξε απότομα το κεφάλι του, μη θέλοντας να θυμηθεί άλλο την περασμένη ζωή. Έβαλε μπροστά τη μηχανή και έφυγε για το σπίτι του, στη γυναίκα και τον γιο του.
Μετά από μερικές εβδομάδες, οι συγγενείς άρχισαν να τηλεφωνούν ασταμάτητα. Ο Ανδρέας δεν το σήκωνε, τους αγνοούσε επιδεικτικά. Όταν οι θείες δεν μπορούσαν να τον βρουν στο τηλέφωνο, άρχισαν να του γράφουν σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα όπου είχε εγγραφεί ποτέ.
«Ο πατέρας σου δεν υπάρχει πια. Το σπίτι έχει μεταβιβαστεί σε σένα. Έλα επειγόντως. Πρέπει να γίνει κάτι με το σπίτι», — η ξαδέρφη του βρήκε τον τρόπο, στέλνοντας μήνυμα στη γυναίκα του Ανδρέα.
— Άκου, πρέπει να πας. Είναι κάπως άσχημο — δεν ήμασταν ούτε στα μνημόσυνα… Δεν είναι ανθρώπινο αυτό, Ανδρέα.
— Το συζητήσαμε. Ας κάνουν ό,τι θέλουν με το σπίτι.
— Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, το καταλαβαίνεις αυτό. Νομικά μιλώντας. Αλλιώς θα σαπίσει και τέλος. Ίσως να το βγάλεις προς πώληση; Οι ίδιοι οι συγγενείς μπορεί να θέλουν να το αγοράσουν — ας το πάρουν. Για ένα συμβολικό ποσό.
— Δεν θέλω να πάω εκεί. Καθόλου.
— Τώρα δεν χρειάζεται καν να πας. Κάνε ένα πληρεξούσιο σε έναν δικηγόρο, ας το πουλήσει εκείνος. Οι μεσίτες αναλαμβάνουν τέτοια πράγματα. Και γενικά, Ανδρέα, είναι η μνήμη των γονιών σου. Εγώ θα το κράταγα. Νομίζω ότι στον Αλέξη θα του άρεσε στο χωριό. Και η γη σύντομα θα αξίζει χρυσάφι…
— Όχι. Ούτε λόγος γι’ αυτό!
— Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ. Σκέψου το καλά. Πρέπει να πας να δεις σε τι κατάσταση είναι το σπίτι. Ίσως να πάρεις κάτι από εκεί. Φωτογραφικά άλμπουμ, πράγματα που σου θυμίζουν τα παιδικά σου χρόνια.
— Φτάνει, Κατερίνα, ας κλείσουμε το θέμα. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, αλλά ξέρεις τη στάση μου απέναντι σε όλα αυτά.
Όμως αργότερα ο Ανδρέας υπέκυψε στην πίεση της γυναίκας του και τελικά πήγε εκεί όπου πέρασε ολόκληρα δεκαεπτά χρόνια. Η διαδρομή για το χωριό ήταν μερικές ώρες με το αυτοκίνητο, αλλά ο Ανδρέας αποφάσισε να πάει μόνος του, χωρίς τρένα. Σε όλη τη διαδρομή ήθελε να κάνει αναστροφή και να γυρίσει πίσω, να προσλάβει έναν μεσίτη από το σπίτι και να του μεταβιβάσει όλες τις αρμοδιότητες για την κληρονομιά. Αλλά η Κατερίνα είχε δίκιο. Έπρεπε να το κάνει ο ίδιος και να βάλει επιτέλους μια τελεία σε αυτή την ιστορία.
— Εμφανίστηκε ο κύριος! — είπε ειρωνικά μια γιαγιά με γαλότσες που περνούσε έξω από το σπίτι.
— Καλημέρα σας και σε εσάς, Ναταλία Ιγκόροβνα, — απάντησε αδιάφορα ο Ανδρέας.
— Μπα, με γνώρισες; — απόρησε η γιαγιά. Άφησε κάτω τον κουβά και πλησίασε σέρνοντας τα πόδια της. Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα στο πρόσωπο και μετά είπε: — Για την κληρονομιά ήρθες, Ανδρέα; Μα τι ρωτάω. Είναι φανερό πως για την κληρονομιά ήρθες.
— Πολλά ξέρετε, Ναταλία Ιγκόροβνα, — μουρμούρισε ο Ανδρέας, ανοίγοντας το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου.
— Και περισσότερα από σένα! Όλο το χωριό ξέρει πια πώς παράτησες τους γέρους σου στη μοίρα τους!

Ο Ανδρέας δεν απάντησε τίποτα. Έβγαλε μια βαλίτσα από το πορτμπαγκάζ και κατευθύνθηκε προς την αυλόπορτά του. Η Ναταλία Ιγκόροβνα έκανε μια χειρονομία απαξίωσης και συνέχισε τον δρόμο της. Ο Ανδρέας, μετά από απαίτηση της γυναίκας του, είχε αποφασίσει να μείνει στο σπίτι για μια εβδομάδα ώστε να ξεδιαλέξει τα πράγματα.
«Κατερίνα, είσαι αγία γυναίκα. Εσύ θα έκανες και τον πιο άπιστο να προσευχηθεί», σκέφτηκε μέσα του. «Τι κάθομαι και κάνω εγώ εδώ τώρα;»
«Τι να τα κάνω αυτά τα πράγματα… Αν δεν άγγιζα το σπίτι, οι ντόπιοι θα τα είχαν ρημάξει όλα μόνοι τους…»
Τα νέα για την άφιξη του Ανδρέα διαδόθηκαν αμέσως σε όλο το χωριό. Μέσα σε μισή ώρα, άρχισαν να εμφανίζονται συγγενείς στο κατώφλι του. Οι γυναίκες άρχισαν αμέσως να τον κατακρίνουν, ενώ οι άντρες πρότειναν να πιουν στη μνήμη των μακαριτών, κρύβοντας το τσίπουρο από τις γυναίκες τους.
Όταν ο Ανδρέας ξεπροβόδισε και τον τελευταίο απρόσκλητο επισκέπτη, είχε ήδη σκοτεινιάσει. Ένα ρίγος πέρασε την πλάτη του· πάντα φοβόταν τη νύχτα στο χωριό. Υπερβολική ησυχία —που κάθε θρόισμα στα κλαδιά σε έκανε να παγώνεις— και υπερβολικό σκοτάδι.
Μπήκε στο σπίτι και άναψε παντού τα φώτα. Τα δωμάτια φωτίστηκαν από μια θαμπή, κίτρινη λάμψη. Ο Ανδρέας αναστέναξε και ψιθύρισε στον εαυτό του: — Αχ, πόσο βαριά είναι εδώ…
Όλη την επόμενη μέρα, ο Ανδρέας προσπαθούσε να βρει το κουράγιο να ξεδιαλέξει τα πράγματα των γονιών του. Αντί γι’ αυτό όμως, κάθισε πάνω από μία ώρα κοιτάζοντας ένα παλιό άλμπουμ με τις παιδικές του φωτογραφίες. Τον υπόλοιπο χρόνο τον αφιέρωσε περπατώντας στα αγαπημένα του μέρη.
Ο Ανδρέας πήγε στην παλιά βελανιδιά, στα κλαδιά της οποίας τα παιδιά κρύβονταν από τη ζέστη. Τώρα το απλωμένο δέντρο ήταν μισοξεραμένο. Μετά έφτασε στη λίμνη, όπου μπορούσε να κάθεται μόνος του για ώρες. Θυμόταν ακόμα πως μετά τον καύσωνα, το νερό γινόταν ζεστό σαν γάλα.
Στην επιστροφή, τον περίμενε μια επισκέπτρια: έξω από το σπίτι στεκόταν η θεία Έλενα. Η ίδια που είχε βάλει στη μαύρη λίστα.
— Λοιπόν, γεια σου Ανδρέα, — η θεία στεκόταν δίπλα στον φράχτη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. — Καλησπέρα, — αποκρίθηκε ξερά. Ο Ανδρέας δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν. Χωρίς να κοιτάξει τη συγγενή του, άπλωσε το χέρι στην αυλόπορτα, αλλά εκείνη τον σταμάτησε.
— Και δεν ντρέπεσαι; — Για ποιο πράγμα; — Για όλα. Παράτησες τη μάνα και τον πατέρα σου. Ούτε δεκάρα δεν έστειλες. Ούτε μια φορά δεν ρώτησες πώς ζούσαν εδώ. Της μάνας σου τα χέρια ξεράθηκαν, δεν μπορούσε να δουλέψει. Με τη λιγοστή σύνταξη του πατέρα σου τον γηροκομούσε. Κι εσύ εκεί, εγκαταστάθηκες σαν άρχοντας — διαμέρισμα, αυτοκίνητο. Τι νόμιζες, πως δεν ξέρουμε πώς ζεις, Ανδρέα; Τα ξέρουμε όλα για σένα. Ασυνείδητε! Αλλά για να πάρεις την κληρονομιά, έτρεξες πρώτος!
— Τι άνθρωποι είστε εσείς! Η θεία τον κοίταξε με έκπληκτα μάτια.
— Τι κοιτάτε, θεία Έλενα;! Μια χαρά τα βολέψατε. Όλα πάνω μου τα ρίξατε. Αλλά πού ήσασταν εσείς, οι τόσο έξυπνοι με τις συμβουλές σας, τόσο καιρό; Μακάρι να το γκρέμιζα αυτό το σπίτι, το καταλαβαίνετε;! Και όλο το χωριό σας μαζί! Αυτή η κληρονομιά δεν με νοιάζει καθόλου. Ανησυχείτε για το σπίτι, για τα υπάρχοντα; Περάστε και πάρτε ό,τι θέλετε. Μέχρι και τα τούβλα του σπιτιού. Δεν με νοιάζει!
— Μα πώς πάει η γλώσσα σου και τα λέει αυτά; Είσαι ασυνείδητος! Η μάνα κι ο πατέρας σου έδωσαν όλη τους τη ζωή για να σου αφήσουν κάτι. Κι εσύ έτσι μιλάς;
— Εγώ είμαι ο ασυνείδητος; Ή μήπως εσείς; Πού ήσασταν όλοι σας όταν ο πατέρας μου με έδερνε για το παραμικρό φταίξιμο; Καθόμουν ώρες στη λίμνη και έκλαιγα. Εβδομάδες ολόκληρες! Πού ήσασταν; Αφού περνούσατε από μπροστά μου. Δεν είστε εσείς αυτοί που θα με καλέσετε στην τάξη, θεία Έλενα!
Ο Ανδρέας φώναζε τόσο δυνατά που ακουγόταν σε όλο τον δρόμο. Εκείνη τη στιγμή, ξεστόμισε όλα όσα ήθελε να πει στους γονείς του, αλλά δεν είχε τολμήσει ποτέ.
Ξέσπασε, τα είπε… Και ξαφνικά κατάλαβε ότι πραγματικά δεν τον ένοιαζε το σπίτι, το παρελθόν, οι γονείς, οι αναμνήσεις. Μπήκε μέσα, ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα ρούχα και αποκοιμήθηκε αμέσως. Όλη τη νύχτα έβλεπε κακά όνειρα, όπου η μητέρα του τον κυνηγούσε στην αυλή και ο πατέρας του χειροκροτούσε με χαρά.
Το πρωί, ο Ανδρέας φόρτωσε στο πορτμπαγκάζ τη βαλίτσα του και ένα μόνο άλμπουμ με τις παιδικές του φωτογραφίες. Σεβόταν τη γυναίκα του και τη γνώμη της, αλλά δεν είχε πια τη δύναμη να μείνει άλλο εκεί.
Μόλις κάθισε στο αυτοκίνητο, έτρεξε κοντά η θεία Έλενα. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο.
— Σε πρόλαβα! — είπε μόνο. Ο Ανδρέας την κοίταξε με απορία. — Ήθελα μόνο να σε αποχαιρετήσω. Όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι, σκεφτόμουν αυτά που μου είπες χθες. Ντρέπομαι που έκλεινα τα μάτια στη ζωή σας. Όλοι ήξεραν πάντα ότι «ξένη οικογένεια — σκοτεινό δωμάτιο». Και δεν έπρεπε να ανακατευόμαστε. Με τα δικά μας προβλήματα μόλις που τα βγάζαμε πέρα. Ξέρεις κι ο ίδιος πώς ζούσαμε όλοι…
Η θεία Έλενα ξέσπασε σε κλάματα και άπλωσε τα χέρια της προς τον Ανδρέα, ο οποίος καθόταν ακόμα στο αυτοκίνητο, προσπαθώντας να μην κοιτάξει τη συγγενή του. Ο Ανδρέας τη λυπήθηκε. Βγήκε από το αυτοκίνητο και επέτρεψε στη θεία του να τον αγκαλιάσει. Η μικροσκοπική, στεγνή γυναίκα ακούμπησε πάνω του, συνεχίζοντας μέσα από τα δάκρυα:
— Μα όλοι τα βλέπαμε, Ανδρέα μου. Όλοι ξέραμε τι τραβούσες. Αλλά όλοι σιωπούσαμε. Συγχώρεσέ μας, Ανδρέα μου, σε παρακαλώ!
— Θεία Έλενα, δεν σας κρατάω κακία. Εδώ και καιρό δεν κρατάω κακία σε κανέναν…
— Κι όμως, γιε μου, συγχώρεσέ με. Δεν ξέρω πόσο μου απομένει ακόμα, αλλά δεν θα μπορέσω να ησυχάσω στα γεράματά μου, ξέροντας ότι δεν σου ζήτησα συγγνώμη.
Ο Ανδρέας ελευθερώθηκε από την αγκαλιά της και ακούμπησε την παλάμη του στην οροφή του αυτοκινήτου. Ετοιμάστηκε να επιβιβαστεί και να φύγει, κρύβοντας τα δάκρυα που έπνιγαν το βλέμμα του. Αλλά γύρισε και είπε:
— Ζητήσατε συγγνώμη. Τώρα θα κοιμάστε ήσυχη. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Ξέρω ότι δεν αλλάζει. Κοιμόσασταν ήσυχα και παλιότερα, όταν ξέρατε πώς με βασάνιζαν οι γονείς μου. Δεν σας κρατάω κακία. Ο καθένας ζει σύμφωνα με τη συνείδησή του. Το ίδιο κι εγώ. Αντίο, θεία Έλενα.
Ο Ανδρέας μπήκε στο αυτοκίνητο, έκλεισε την πόρτα και έφυγε. Τον κοίταζε από πίσω η στεγνή γριούλα, η ίδια που κάποτε τον είχε προσπεράσει όταν εκείνος ικέτευε να του ανοίξουν τον αχυρώνα για να τον βγάλουν έξω. Τώρα, εκείνος έκλεινε την πόρτα με τη σύρτη για πάντα, αφήνοντας μέσα όλους εκείνους που γνώριζαν τα σκοτεινά μυστικά της οικογένειας, αλλά προτίμησαν να σιωπήσουν.
Μετά από μερικά χιλιόμετρα, ο Ανδρέας έστριψε σε έναν χωματόδρομο και έσβησε τη μηχανή. Πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε έναν γνωστό του δικηγόρο.
— Πώς μπορώ να αποποιηθώ την κληρονομιά; Υπέρ κάποιου συγκεκριμένου; Όχι. Θέλω το σπίτι να μοιραστεί ανάμεσα σε όλους τους συγγενείς.
— Μα αυτοί θα φαγωθούν μεταξύ τους! — αποκρίθηκε ο δικηγόρος.
— Ακριβώς… — χαμογέλασε πικρά ο Ανδρέας.
Έβαλε το τηλέφωνο στο ντουλαπάκι, γύρισε ξανά το κλειδί της μίζας και πάτησε γκάζι.

Έφευγε για εκεί που ήταν ευτυχισμένος — στη γυναίκα και τον γιο του. Επιτέλους, έβαλε μια τελεία σε αυτή την ιστορία, αποφασίζοντας να ζήσει κι αυτός σύμφωνα με τη δική του συνείδηση…
Φίλοι μας, αν σας ενδιαφέρει να διαβάσετε περισσότερες από τις ιστορίες μας – αφήστε τα σχόλιά σας και μην ξεχνάτε τα likes. Αυτό μας δίνει έμπνευση να συνεχίσουμε να γράφουμε!