— Κι εγώ ήρθα σε εσάς. Ο Ντμίτρι με ξέχασε τελείως. Μα τι είναι αυτό; Έχετε καινούργια έπιπλα; Και πού είναι η σύνθετη βιβλιοθήκη μου; Και το χαλί;

«— Κι εγώ ήρθα σε εσάς. Ο Ντμίτρι με ξέχασε τελείως. Μα τι είναι αυτό; Έχετε καινούργια έπιπλα; Και πού είναι η σύνθετη βιβλιοθήκη μου; Και το χαλί;

— Μην ανησυχείτε, αυτά είναι όλα στον Ντμίτρι.

— Πώς στον Ντμίτρι; Και πού είναι αυτός;

— Μα δεν μένει πια εδώ. Χωρίσαμε.

— Τι λέτε; Πήρατε διαζύγιο; Γιατί δεν μου το είπατε;

— Δεν ξέρω γιατί δεν σας είπε τίποτα ο γιος σας.

Στη Νάστια φαινόταν ότι ο σύζυγός της —ο πρώην σύζυγός της πλέον— είχε υπολογίσει τα πάντα. Της χαλούσε όλες τις γιορτές, και όχι μόνο σε εκείνη. Η πρώτη φορά που δεν γύρισε σπίτι ήταν στα γενέθλιά του. Η Νάστια ετοίμαζε το δείπνο, υποδεχόταν τους καλεσμένους και ζητούσε συγγνώμη για την απουσία του. Οι συγγενείς του την κοίταζαν κάπως παράξενα και ψιθύριζαν μεταξύ τους. Μόνο ο σύζυγος της πεθεράς της, ο πατριός του Ντμίτρι, δεν συμμετείχε σε όλο αυτό.

Ο Ντμίτρι εμφανίστηκε το πρωί, σε πολύ καλή διάθεση και ευχαριστημένος. — Διασκεδάζαμε με φίλους σε μια καφετέρια. Έχω δικαίωμα, είναι η δική μου γιορτή. — Και οι συγγενείς σου; — Μα εσύ τους διασκέδασες μια χαρά.

Τη δεύτερη φορά ήταν τα γενέθλια της κόρης τους. Απλώς το ξέχασε και δεν ήρθε σπίτι την Παρασκευή. Ούτε το Σάββατο. Εμφανίστηκε αργά την Κυριακή. Η κόρη τους έκλαιγε. Ο πατέρας της δεν της είχε δώσει ούτε μια ευχή.

Την τρίτη φορά ήταν στις 8 Μαρτίου. Και στα γενέθλια της Νάστιας, ανακοίνωσε ότι φεύγει για μια άλλη γυναίκα. Η Νάστια δεν εξεπλάγη καν. Περίμενε μια τέτοια «έκπληξη», καταλαβαίνοντας ότι όλα εκεί οδηγούσαν. Μάζεψε τα πράγματά του σε μια μεγάλη αθλητική τσάντα και έφυγε.

Μια εβδομάδα αργότερα επέστρεψε για τα υπόλοιπα πράγματα. — Πρέπει να πουλήσουμε το διαμέρισμα και να μοιράσουμε την περιουσία. — Για ποιο λόγο; — Γιατί έτσι. Το διαμέρισμα αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, η ανακαίνιση, τα έπιπλα… — Α, την ανακαίνιση θέλεις! Τα έπιπλα, τώρα θα δεις…»

«— Έπιπλα, ε; Τώρα θα τα χωρίσουμε όλα. Τι σκοπεύεις να πάρεις για τον εαυτό σου;

— Μη μαλώνεις, ας το κάνουμε πολιτισμένα.

— Υπέροχα. Έτσι θα κάνουμε. Πάρε τα έπιπλα. Θέλεις την κουζίνα ή…

— Όχι. Δεν μου χρειάζεται η κουζίνα, δεν θα ταιριάζει στις διαστάσεις. Αλλά τα υπόλοιπα… Το κρεβάτι το παίρνω. Εσύ μπορείς να κοιμάσαι και στον καναπέ. Και τις δύο πολυθρόνες μάλλον θα τις πάρω.

— Τέλεια. Πάρε και τη σύνθετη βιβλιοθήκη.

— Ναι. Κι εσύ κράτα το πλυντήριο και τη ραπτομηχανή. Ο υπολογιστής είναι δικός μου.

— Όχι! Ο υπολογιστής είναι της κόρης σου, σε εκείνη θα μείνει. Μην αγγίξεις καθόλου το δωμάτιό της. Και ό,τι υπάρχει στην κουζίνα — είναι δικό μου!

— Εντάξει, μη φωνάζεις.

— Γιατί κοιτούσες το χαλί; Βγάλ’ το, η μητέρα σου μας το χάρισε στον γάμο μας.

— Μα είναι κάπως άσχημο.

— Δεν πειράζει. Θα το τινάξεις από τη σκόνη, θα το αερίσεις. Εκεί στον διάδρομο κρέμεται το χτυπητήρι για τα χαλιά, πάρ’ το, θα σου χρειαστεί.

Η δεκατετράχρονη Χριστίνα στεκόταν και παρακολουθούσε τον καβγά των γονιών της. Ήταν ακόμα θυμωμένη με τον πατέρα της από την ημέρα των γενεθλίων της. Το γεγονός ότι έφευγε δεν την απασχολούσε ιδιαίτερα. Και ο πατέρας μιας φίλης της είχε φύγει, και η ζωή τους έγινε πιο ήρεμη. Κανείς δεν μαλώνει, κανείς δεν σου κάνει κήρυγμα. Η μαμά δεν στενοχωριέται.

— Τι άλλο;

— Μη με βιάζεις, άσε με να σκεφτώ. Το φωτιστικό δαπέδου το είχαν χαρίσει οι δικοί μου συγγενείς;

— Όχι. Αλλά μπορείς να το πάρεις, δεν μου χρειάζεται. Ορίστε και η αγαπημένη σου κουβέρτα, — η Νάστια την τράβηξε απότομα από τον καναπέ και του την έδωσε. — Τι άλλο θέλεις να ρωτήσεις;

— Το home cinema, ποτέ δεν σου άρεσε.

— Μου το χάρισες για τα γενέθλιά μου, αλλά στην ουσία για τον εαυτό σου. Ωραίο δώρο ήταν. Πάρ’ το, δεν πειράζει.

Η Νάστια δεν άντεχε όλη αυτή τη συσσώρευση πραγμάτων σε κάθε γωνία. Χαιρόταν μόνο και μόνο που θα τα ξεφορτωνόταν.

— Μα είναι ακριβό!

— Πάρ’ το. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Έτσι θα αδειάσει και το δωμάτιο. Πότε θα έρθουν οι μεταφορείς;

— Είναι ήδη κάτω στην είσοδο.

— Μήπως θέλεις να πάρεις και τον καναπέ;

— Επιτρέπεται;

— Επιτρέπεται.

Ούτε ο καναπές άρεσε ποτέ στη Νάστια. Ο Ντμίτρι τον είχε αγοράσει μαζί με τη μητέρα του, σετ με τις πολυθρόνες. Είχε φρικτά μπράτσα και μαξιλάρια που είχαν χάσει το σχήμα τους.

Ο Ντμίτρι χάρηκε για τον καναπέ σαν μικρό παιδί. Σε ένα από τα μαξιλάρια του καναπέ είχε κρυμμένο ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Όταν έφευγε το είχε ξεχάσει, και τώρα έψαχνε την κατάλληλη στιγμή για να το πάρει. Η γυναίκα του, λες και το έκανε επίτηδες, δεν ξεκόλλαγε από δίπλα του. Όμως η τύχη του χαμογέλασε.

— Αυτά!!! Φτάνει για σένα. Από την κρεβατοκάμαρα βγάλε μόνο το κρεβάτι. Το home cinema τα κάλυψε όλα. Και ο καναπέ δώρο.

— Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο. Πούλησε το διαμέρισμα, σε εμπιστεύομαι.

— Με εμπιστεύεσαι; Ε, καλά λοιπόν. Μπράβο σου. Μόνο που το διαμέρισμα είναι δικό μου. Από κληρονομιά. Και η κληρονομιά δεν μοιράζεται.

— Εμείς… μα το απέκτησες ενώ ήμασταν παντρεμένοι!

— Ε και;

— Θα πάω στο δικαστήριο.

— Άντε πήγαινε τώρα, φώναξε τους μεταφορείς. Δεν έχω χρόνο. Και μην ελπίζεις σε τίποτα άλλο, τα έχω όλα καταγεγραμμένα. Όλες τις μαζώξεις σου, τις συζητήσεις σου. Εδώ μέσα. — Η Νάστια έδειξε την κάμερα δίπλα στην πόρτα. — Εσύ ο ίδιος την έβαλες, θυμάσαι; Ποιον προσπαθούσες να πιάσεις;»

— Τότε θα την ξηλώσω.

— Μην κάνεις τον κόπο, αν και μπορείς να την πάρεις αν θέλεις. Έχω ήδη κρατήσει όλο το «υλικό».

— Μα τι είσαι εσύ…

— Σώπα, έχουμε παιδί.

— Τι καλά που πήρα την απόφαση να χωρίσουμε. Χωρίς εσένα ο αέρας θα είναι πιο καθαρός, γιατί πια δεν μπορούσα να αναπνεύσω.

Το δωμάτιο έμεινε τελείως άδειο. Στις γωνίες και στο κάτω μέρος οι ταπετσαρίες είχαν ξεκολλήσει. Εκεί όπου στεκόταν η τεράστια παλιά σύνθετη βιβλιοθήκη, δεν υπήρχε καν ταπετσαρία.

Όταν μετακόμισαν εδώ, πέταξαν τα παλιά έπιπλα και η μητέρα του Ντμίτρι τους έδωσε τη βιβλιοθήκη. Είχε αποφασίσει τότε να ανανεώσει τα δικά της έπιπλα, οπότε τα έδωσε όλα στον γιο της. Η νεαρή οικογένεια δεν είχε χρήματα τότε, και η κόρη τους ήταν μωρό. Όλα τους φάνηκαν χρήσιμα.

Η Νάστια ήθελε από καιρό να την αλλάξει, αλλά ο Ντμίτρι δεν την άφηνε. Ε, λοιπόν, τώρα του φάνηκε χρήσιμη.

— Μαμά, και πώς θα ζήσουμε τώρα εμείς σε ένα άδειο διαμέρισμα;

— Θα κάνουμε ανακαίνιση και θα τα αγοράσουμε όλα καινούργια, κόρη μου.

— Θέλω κι εγώ κάτι, θέλω κι εγώ κάτι καινούργιο.

— Καλά. Σκέψου πώς θέλεις να αλλάξεις το δωμάτιό σου.

Το διαζύγιο έμεινε πίσω. Το διαμέρισμα ήταν πλέον με εξαιρετική ανακαίνιση και καινούργια έπιπλα. Η Νάστια χαιρόταν που ξεφορτώθηκε όλες εκείνες τις σαβούρες. Τι καλά που ο άντρας της θεωρούσε όλα αυτά τα παλιοπράγματα πολύτιμα. Καινούργια έπιπλα υπήρχαν μόνο στην κρεβατοκάμαρά τους, και αυτά παρέμειναν. Ο άντρας της πήρε από εκεί μόνο το κρεβάτι, το οποίο δεν λυπήθηκε καθόλου. Η Νάστια το αντικατέστησε αμέσως.

Τα χρήματα από την κρυψώνα του άντρα της έφτασαν ακριβώς για όλα. Ήταν η αποζημίωση για όλη την ταλαιπωρία που πέρασε. Ο ίδιος δεν τη ρώτησε ποτέ γι’ αυτά· υπέθεσε ότι τα πήραν οι μεταφορείς. Αλλά ακόμα κι αν ρωτούσε, η Νάστια δεν θα το παραδεχόταν.

Είχαν ήδη περάσει δύο ολόκληροι μήνες ελεύθερης και ήρεμης ζωής. Ένα Σάββατο πρωί, εμφανίστηκε η πεθερά της.

— Καλημέρα. Μα γιατί ήρθατε τόσο νωρίς; Η Χριστίνα κοιμάται ακόμα.

— Ήρθα σε εσάς. Ο Ντμίτρι με ξέχασε τελείως. Μα τι είναι αυτό; Έχετε καινούργια έπιπλα; Και πού είναι η σύνθετη βιβλιοθήκη μου; Και το χαλί;

— Μην ανησυχείτε, αυτά είναι όλα στον Ντμίτρι.

— Πώς στον Ντμίτρι; Και πού είναι αυτός;

— Μα δεν μένει πια εδώ. Χωρίσαμε.

— Τι λέτε; Πήρατε διαζύγιο; Γιατί δεν μου το είπατε;

— Δεν ξέρω γιατί δεν σας είπε τίποτα ο γιος σας. Αισθάνεστε καλά;

— Όχι ακριβώς καλά, νιώθω μια αδιαθεσία. Θα μου βάλεις τουλάχιστον ένα τσάι;

— Φυσικά. Νόμιζα ότι ήρθατε να δείτε τη Χριστίνα.

— Και πού είναι αυτός;

— Δεν ξέρω, δεν με ενδιαφέρει πια.

Η πεθερά ήπιε το τσάι της χωρίς καν να αγγίξει τα γλυκά και τα μπισκότα. Φαινόταν φανερά αναστατωμένη.

— Θα πηγαίνω. Το ξέχασα, έφερα μερικά πάστες για το τσάι. Δώσε τις στη Χριστίνα, και φάε κι εσύ…

— Εντάξει. Να σας συνοδεύσω;

— Όχι. Θα περπατήσω λίγο.

Μετά από μία ώρα τηλεφώνησε ο Ντμίτρι, για πρώτη φορά μετά το διαζύγιο.

— Γιατί τα είπες όλα στη μαμά μου;

— Και πώς το φανταζόσουν αλλιώς; Ήρθε και δεν ήσουν εδώ. Εξατμίστηκες;

— Και πώς θα της το εξηγήσεις αν επιστρέψω;

— Τι; Θα επιστρέψεις; Και θα φέρεις πίσω τα έπιπλα; Και το χαλί; Και το κρεβάτι; Τι χαρά που θα κάνει η μαμά σου! Της είπα ότι τα έχεις όλα εσύ. Δεν άφησες τίποτα. Μπράβο σου.

— Δηλαδή να επιστρέψω;

— Όχι. Όλα είναι κατειλημμένα. Δεν υπάρχει πια χώρος για τα έπιπλά σου, το χαλί σου, το home cinema και όλα τα υπόλοιπα. Κι εσύ ο ίδιος περισσεύεις εδώ. Τη Χριστίνα μπορείς να τη βλέπεις, αλλά να μείνεις μαζί μας δεν γίνεται. Υπάρχει όμως λύση. Πήγαινέ τα όλα στη μαμά σου.

— Πολύ κρίμα.

— Εγώ πάντως δεν μετανιώνω. Χωρίς εσένα ο αέρας είναι πιο καθαρός και αναπνέω εύκολα.

Και γιατί να μετανιώσει; Ξεφορτώθηκε τα άχρηστα πράγματα, ξεφορτώθηκε τον άντρα της και έκανε και ανακαίνιση. Φυσικά, εκείνος παραμένει ο πατέρας της κόρης της, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: