Ο Αντρέι έβαλε τον γιο του στο κάθισμα του αυτοκινήτου και τον έδεσε. Ο μικρός Αλεξέι φούσκωσε τα χείλη του και συνοφρυώθηκε, καθώς το να κάθεται δεμένος ήταν γι’ αυτόν πραγματικό μαρτύριο.
— Έλα τώρα, κάνε υπομονή, άντρας είσαι εσύ, — είπε ο πατέρας χαϊδεύοντας τρυφερά τις μπούκλες στην κορυφή του κεφαλιού του γιου του. — Τρεις ώρες και θα φτάσουμε. Θυμάσαι τη θεία Ελένη;
Ο Λιόσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

— Θυμάσαι που πήγαμε πέρυσι στο χωριό; Ήταν υπέροχα, ψήναμε πατάτες στη φωτιά και στήσαμε σκηνή στον κήπο… Θυμάσαι;
Αλλά ο γιος του κούνησε το κεφάλι του πεισματικά. Αναστενάζοντας, ο Αντρέι έκλεισε την πόρτα και κάθισε στο τιμόνι. Στον γιο του ήταν καλά, θα μπορούσε τουλάχιστον να κοιμηθεί στη διαδρομή. Αλλά αυτός έπρεπε να οδηγήσει για αρκετές ώρες ακόμα και μετά να επιστρέψει. Και όλα αυτά μετά από μια δωδεκάωρη βάρδια στη δουλειά.
Η οικογένεια Κρούτικ ήταν πολύ δεμένη. Ο Αντρέι και η Κάτια γνωρίστηκαν σε ένα πάρκο και από εκείνη τη μέρα δεν χωρίστηκαν ποτέ. Μέσα σε μια εβδομάδα κατέθεσαν αίτηση γάμου στο ληξιαρχείο, και εννέα μήνες αργότερα γεννήθηκε ο Λιόσκα.
Το ζευγάρι ταξίδευε συνεχώς και δεν έμενε ποτέ στο σπίτι: κάθε Σαββατοκύριακο πότε στα βουνά, πότε με σκηνές στη λίμνη… Και πάντα έπαιρναν μαζί τον γιο τους. Με μια τόσο δραστήρια ζωή, η Κάτια δεν κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την υγεία της.
Αλλά όταν πήγε στο νοσοκομείο, αποδείχθηκε ότι ήταν πια πολύ αργά.
— Τα νέα δεν είναι καλά… Η επέμβαση δεν μπορεί πια να βοηθήσει… — κατέληξε λυπημένα ο ηλικιωμένος, κουρασμένος γιατρός, εξετάζοντας τα αποτελέσματα των αναλύσεων. — Αν είχατε έρθει έστω και πριν από έναν χρόνο, θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει κάτι…
Ο Αντρέι μοιραζόταν ανάμεσα στο σπίτι και τη δουλειά, ενώ και ο μικρός Αλεξέι απαιτούσε προσοχή…
Η Κάτια έφυγε από τη ζωή μόλις τρεις μήνες αργότερα. Μόνο τότε ο Αντρέι κατάλαβε πραγματικά τι σημαίνει έλλειψη χρόνου. Και παρόλο που ο γιος του πήγαινε ήδη στον παιδικό σταθμό, αυτό βοηθούσε μόνο εν μέρει. Το παιδί αρρώσταινε συχνά και οι προϊστάμενοι στη δουλειά έβλεπαν με κακό μάτι τις συχνές αναρρωτικές άδειες του ανύπαντρου πατέρα.
— Άφησέ τον στη γιαγιά και τελείωσε η υπόθεση, — τον συμβούλευαν οι πονετικοί συνάελφοι, μη γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Αντρέι είχε μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο και δεν είχε ουσιαστικά κανέναν να ζητήσει βοήθεια. Οι γονείς της Κάτιας είχαν μετακομίσει προ πολλού σε άλλη χώρα, οπότε και αυτή η επιλογή αποκλειόταν.
— Πρέπει να βρεις μια γυναίκα, και μάλιστα επειγόντως, — του πρότειναν έμπειροι σύντροφοι. — Αυτή θα προσέχει τον γιο και θα φροντίζει το σπίτι. Κατά προτίμηση να έχει και η ίδια παιδί. Αυτές δεν διαλέγουν πολύ — με όποιον τις ζητήσει, μαζί του ζουν.
Αλλά ο Αντρέι ήταν ανένδοτος. Αγαπούσε ακόμα την Κάτια και δεν ήταν έτοιμος να ριχτεί σε μια νέα σχέση από συμφέρον. Επιπλέον, πίστευε ότι κάθε γυναίκα θα αγαπούσε πρώτα το δικό της παιδί, ενώ ο γιος του θα κατέληγε σε δεύτερη μοίρα.
Δεν ήθελε τέτοια μοίρα για τον Λιόσκα, αν και καταλάβαινε ότι ο γιος του χρειαζόταν οπωσδήποτε μια νέα μητέρα.
Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, η βοήθεια ήρθε από εκεί που δεν την περίμενε — την πρόσφερε η αδερφή της Κάτιας. Η Ελένη ζούσε σε ένα χωριό, τρεις ώρες μακριά από το Ιβάνο-Φρανκίβσκ.
— Φέρε τον Λιόσκα σε μένα, — δήλωσε η συγγενής. — Ας μείνει έναν-δύο μήνες και βλέπουμε. Θα πάρει καθαρό αέρα και θα τρέχει μαζί με τα δικά μου παιδιά.
Ο Αντρέι δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα. Αφού έβαλε γρήγορα στο αυτοκίνητο δώρα για τα τρία παιδιά της Ελένης, οι Κρούτικ ξεκίνησαν για το ταξίδι.
Έφτασαν πολύ μετά τα μεσάνυχτα. Ο Λιόσκα είχε αποκοιμηθεί βαθιά και δεν ξύπνησε καν όταν ο πατέρας του τον μετέφερε προσεκτικά από το αυτοκίνητο στον καναπέ που η οικοδέσποινα είχε ήδη στρώσει προνοητικά.
Στο σπίτι, η Ελένη παραχώρησε στους καλεσμένους το μεγάλο δωμάτιο, ενώ η ίδια μετακόμισε με τα παιδιά της στο μικρό.
— Ξεκουραστείτε, — είπε η οικοδέσποινα γνέφοντας με το χέρι. — Θα τα πούμε αύριο.
— Μα εγώ… ήθελα να γυρίσω πίσω… — ψιθύρισε ο Αντρέι, παρατηρώντας μέσα του πόσο πολύ η Ελένη έμοιαζε στην αδερφή της. Την είχε δει συνολικά μόνο δύο φορές στο παρελθόν, και την πρώτη φορά ήταν στον γάμο του.
Τότε η Κάτια είχε πει κάτι του στυλ «γέννησε και τώρα τον μεγαλώνει μόνη της», γι’ αυτό ο Αντρέι είχε βγάλει βιαστικά συμπεράσματα για την ανευθυνότητα της Ελένης.
Τη δεύτερη φορά — όταν ταξιδεύοντας στην περιοχή, είχαν σταματήσει για μια νύχτα στο χωριό. Αλλά τότε δεν είχε επικοινωνήσει ιδιαίτερα με τη νέα του συγγενή, καθώς έπαιζε όλο το βράδυ με τον Λιόσκα.
Και τώρα ένιωσε ακόμα και ντροπή, γιατί εκείνη ήταν η μόνη που προσφέρθηκε να πάρει τον Λιόσκα έστω και για λίγο, μέχρι να τακτοποιήσει εκείνος τα θέματα της δουλειάς του.
— Τι λες τώρα, μέσα στη νύχτα! — αναφώνησε η Ελένη. — Μείνε εδώ, αύριο φεύγεις νωρίς. Θα σε ξυπνήσω στις πέντε, όταν θα σηκωθώ να αρμέξω την αγελάδα.
Ο Αντρέι έγνεψε υπάκουα, πραγματικά δεν είχε όρεξη να φύγει. Έτσι, έβγαλε το παντελόνι του και ξάπλωσε στην άκρη του καναπέ δίπλα στον γιο του. Μόλις το κεφάλι του άγγιξε το μαξιλάρι, κοιμήθηκε αμέσως. Η απόλυτη ησυχία του χωριού και ο καθαρός αέρας έκαναν το θαύμα τους — ο Αντρέι είδε μάλιστα ένα όνειρο, σαν να ήταν ο ίδιος παιδί.
Ήταν πολύ περίεργο, καθώς συνήθως από την κούραση δεν έβλεπε ποτέ όνειρα.
— Ξύπνα, — ένα γυναικείο χέρι ακούμπησε τον ώμο του.
— Σε λίγο, Κατιούσα, — μουρμούρισε ο Αντρέι μέσα στον ύπνο του. Σε ένα δευτερόλεπτο ο ύπνος χάθηκε — αφού η Κάτια δεν υπήρχε πια. Μπροστά του στεκόταν η Ελένη, πιέζοντας το δάχτυλο στα χείλη της.
Ξαφνιάστηκε ξανά: πόσο πολύ έμοιαζε η αδερφή με τη γυναίκα του. Και η φωνή — ίδια κι απαράλλαχτη. Και τα ίδια μαύρα μαλλιά και γαλανά μάτια. Αν τις έβαζες τώρα δίπλα-δίπλα, δεν θα τις ξεχώριζες, εκτός ίσως από το ότι η μία θα ήταν λίγο μεγαλύτερη.
— Σου έψησα πιροσκί για τον δρόμο και σου ετοίμασα ένα θερμός, — έγνεψε η Ελένη προς την τσάντα που ήταν δίπλα στο κατώφλι. — Για πόσο καιρό θα αφήσεις τον Λιόσκα; Πώς ζείτε, πώς τα βγάζετε πέρα; Νόμιζα ότι θα μένατε έστω για δυο μέρες, να μου έφτιαχνες λίγο την αποθήκη εκεί και να έκοβες μερικά ξύλα.

Ο Αντρέι ένιωσε αμήχανα. Φαινόταν πως είχε εκμεταλλευτεί τη φιλοξενία αυτής της γυναίκας χωρίς καν να προσφέρει βοήθεια ως αντάλλαγμα. Ήταν ηλίου φαεινότερο πως για εκείνη, μόνη με τρία παιδιά, η ζωή δεν ήταν καθόλου εύκολη.
— Μέχρι το Σαββατοκύριακο θα έρθω να σου κόψω τα ξύλα, — υποσχέθηκε αμέσως. — Αλλά γενικά, δυσκολευόμαστε πολύ, είναι άσχημα χωρίς την Κάτια. Ο Λιόσκα αρρωσταίνει συνέχεια, αναγκάζομαι να παίρνω αναρρωτικές άδειες. Θα με σώσεις αν μείνει εδώ μαζί σου για λίγο, μπας και καταφέρω να στρώσω λίγο τα πράγματα στη δουλειά.
Η Ελένη χαμογέλασε.
— Σιγά το πράγμα, θα μου λείψει ένα πιάτο σούπα για το παιδί; Ας μείνει εδώ όσο θέλει, ακόμα και μέχρι το φθινόπωρο.
Ο Αντρέι κάθισε στο τραπέζι και πήρε ένα πιροσκί. Αφράτο και τρυφερό, έλιωνε στο στόμα.
— Συγγνώμη για την αδιάκριτη ερώτηση… — ο Αντρέι δίστασε για μια στιγμή. — Αλλά ο άντρας σου πού χάθηκε; Τόσα παιδιά και είσαι μόνη σου.
— Τι να σου πω… Ζούσαμε καλά με τον άντρα μου, ήρθαν και τα παιδιά. Μετά τον Βολόντια τον χτύπησε το ρεύμα… — η γυναίκα γύρισε προς το παράθυρο. Ήταν φανερό πως δεν της ήταν εύκολο να απαντά σε τέτοιες ερωτήσεις.
— Ο αέρας έκοψε τα καλώδια κοντά στο μαγαζί και ο Βολόντια είπε «θα τα φτιάξω εγώ». Γιατί να περιμένουμε τον ηλεκτρολόγο, σου λέει. Ανέβηκε πάνω, και αυτό ήταν. Αλλά εσύ φάε, φάε, μην σταματάς.
Σε όλη τη διαδρομή της επιστροφής, ο Αντρέι σκεφτόταν μόνο την Ελένη. Σκεφτόταν πόσο δύσκολο ήταν να τα βγάζει πέρα μόνη της και με τις δουλειές του σπιτιού και με τη φροντίδα των παιδιών. Αυτός ήταν άντρας και δυσκολευόταν να κουμαντάρει ένα παιδί. Εκείνη είχε τρία, και μάλιστα όλα αγόρια. Και είχε ακόμα το μαγείρεμα, το καθάρισμα, το πλύσιμο… Κι αν υπήρχε κάποια αντρική δουλειά στο σπίτι, πώς τα κατάφερνε;
«Με τίποτα», απάντησε ο ίδιος στον εαυτό του, θυμούμενος την ετοιμόρροπη αποθήκη και την εξωτερική τουαλέτα χωρίς πόρτα. Η τουαλέτα στην αυλή έκλεινε με ένα κομμάτι καρφωμένο μουσαμά, αφού δεν υπήρχε κανείς να κάνει ούτε την πιο μικρή επισκευή.
Τρεις μέρες μετά, ήρθε το Σαββατοκύριακο και ο Αντρέι ξεκίνησε για το χωριό πάνοπλος: πήρε μαζί του μια ολόκληρη βαλίτσα εργαλεία, ένα ηλεκτρικό κατσαβίδι και ένα πριόνι χειρός. Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, σκόπευε να επισκευάσει στην Ελένη ό,τι μπορούσε.
— Τι καλό παιδί που είσαι! — αναφώνησε συγκινημένη η Ελένη. — Γιατί από τότε που έφυγε ο Βολόντια, ο αδερφός του, ο Σάσα, πήρε όλα τα εργαλεία. Είπε πως είναι για τη μνήμη του αδερφού του. Κι εγώ τώρα δεν έχω ούτε ένα καρφί να καρφώσω, τρέχω στους γείτονες και ζητάω κάθε φορά πότε σφυρί και πότε λοστό.
— Έτσι είμαι εγώ, — χαμογέλασε ο Αντρέι. — Δείξε μου τι πρέπει να γίνει. Αλεξέι, έλα να βοηθήσεις. Κι εσείς παιδιά, ελάτε κι εσείς.
Τα πιτσιρίκια μαζεύτηκαν γρήγορα γύρω του και παρατηρούσαν τον άντρα με ενδιαφέρον. Ο τετράχρονος Αλεξέι, μέσα σε τρεις μέρες, είχε ήδη συνηθίσει το χωριό και με μεγάλη χαρά έκανε στον πατέρα του μια ολόκληρη ξενάγηση στην αυλή και το περιβόλι.
Τα αγόρια περιεργάζονταν τα εργαλεία με θαυμασμό. Τους άρεσε ιδιαίτερα το ηλεκτρικό κατσαβίδι και μέσα σε δέκα λεπτά είχαν βιδώσει ένα ολόκληρο σακουλάκι βίδες στον πάγκο που ήταν εκεί κοντά.
— Παλιόπαιδα! — χαμογέλασε η Ελένη. — Τώρα ξεβιδώστε τες, πριν αρχίσει να σας μαλώνει ο θείος Αντρέι.
Τα αγόρια άρχισαν υπάκουα να ξεβιδώνουν τις βίδες.
Ο Αντρέι παρατηρούσε προσεκτικά την Ελένη. Πώς γινόταν να μην είχε ξαναπαντρευτεί ακόμα; Ήταν μια καλλονή, χωρίς υπερβολή. Και έμοιαζε τόσο πολύ στην Κάτια. Απορροφημένος στις σκέψεις του, ο Αντρέι έκοψε ένα κλαδί πασχαλιάς από τον θάμνο και το πρόσφερε στην Ελένη.
— Ορίστε, βάλ’ το σε ένα βάζο, θα είναι όμορφο. Στην Κάτια της άρεσε να υπάρχουν πάντα ζωντανά λουλούδια στο σπίτι, — προσπάθησε να δικαιολογηθεί αμήχανα.
Η Ελένη κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια, λες και δεν της είχε χαρίσει ποτέ κανείς λουλούδια.
— Δεν έχουμε καν βάζο, δεν μας χρειάζεται στο χωριό, — ψιθύρισε η Ελένη, αλλά πήρε το λουλούδι. Το βράδυ, ο Αντρέι πρόσεξε ότι είχε βάλει το κλαδάκι σε ένα βάζο και του είχε βρει μια θέση στο παράθυρο της κουζίνας.
«Δεν το πέταξε», σημείωσε με ικανοποίηση μέσα του ο Αντρέι.
Μια εβδομάδα αργότερα, στην επόμενη επίσκεψή του, της πρόσφερε λίγο ντροπαλά ένα μικρό γυάλινο βάζο.
— Είπες πως δεν υπάρχει βάζο στο σπίτι, δεν είναι σωστό αυτό… Τώρα θα υπάρχει. Κι αν κάποιος θελήσει να σου χαρίσει λουλούδια;
— Σιγά μην τύχει! Ποιος θα χαρίσει λουλούδια στο χωριό μας; — απάντησε η Ελένη, τοποθετώντας προσεκτικά το βάζο πάνω στη συρταριέρα.
— Εγώ, για παράδειγμα, — χαμογέλασε ο Αντρέι.
Η Ελένη του άρεσε όλο και περισσότερο. Συμπαθητική, νοικοκυρά, εργατική και, τέλος πάντων, η ίδια η θεία του μικρού Λιόσκα.
Ο μικρός, έχοντας ανάγκη από γυναικεία στοργή, δεν ξεκολλούσε από την Ελένη, κι εκείνη τον χάιδευε με χαρά. Άλλωστε τα δικά της παιδιά, αν και δεν ήταν πολύ μεγάλα, το μικρότερο ήταν ήδη σχεόν οκτώ ετών.
Πέρασε άλλος ένας χρόνος. Η σχέση του Αντρέι και της Ελένης γινόταν σταδιακά όλο και πιο στενή. Μέχρι που, τελικά, μια όμορφη μέρα, εκείνος πρότεινε στην Ελένη να παντρευτούν και να ζήσουν ως ανδρόγυνο.
Προς έκπληξή του, εκείνη δέχτηκε αμέσως, έθεσε όμως έναν όρο: δεν θα έφευγε από το χωριό της με τίποτα.
— Εγώ έχω εδώ την αγελάδα μου, το νοικοκυριό μου. Εσύ είσαι καλός άνθρωπος, αλλά εγώ δεν μπορώ να κλειστώ σε ένα αστικό κλουβί και να κοιτάζω έξω από το παράθυρο, — εξήγησε η Ελένη στον αρραβωνιαστικό της.
Ο Αντρέι ήταν ήδη προετοιμασμένος γι’ αυτό. Έτσι, ζήτησε να εργάζεται εξ αποστάσεως, ώστε να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στη νέα του σύζυγο και στις δουλειές του σπιτιού.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, τακτοποίησε όλες τις αποθήκες και επισκεύασε το λουτρό. Επιπλέον, άρχισε να επεκτείνει το σπίτι, καθώς υπήρχε μια σπουδαία αφορμή: έναν χρόνο μετά, οι Κρούτικ απέκτησαν μια μικρή κόρη.
Στο οικογενειακό συμβούλιο αποφασίστηκε ομόφωνα να ονομάσουν το παιδί Κατερίνα.