— Δώσε το ένα διαμέρισμα στην αδερφή σου, — είπε η μαμά. — Εσύ έχεις δύο, ενώ εκείνη κανένα! Είναι κάπως άδικο, δεν νομίζεις;

— Δώσε το ένα διαμέρισμα στην αδερφή σου, — είπε η μαμά. — Εσύ έχεις δύο, ενώ εκείνη κανένα! Είναι κάπως άδικο, δεν νομίζεις;

Ο καφές κρύωνε, έξω χιόνιζε, και ο γιος μου κοιμόταν ήσυχα στο διπλανό δωμάτιο. Μπροστά μου καθόταν η μαμά μου και προσπαθούσε να μου εξηγήσει γιατί έπρεπε να χαρίσω την κληρονομιά μου σε έναν άνθρωπο που ήταν συγγενής μου μόνο κατά το ήμισυ.

Πριν από δύο μήνες χάσαμε τον πατέρα μου — έμφραγμα. Άφησε πίσω του ένα διαμέρισμα, οπότε τώρα, ουσιαστικά, βρέθηκα με δύο. Στο ένα ζούσα ήδη με τον άντρα μου και τον ενός έτους Τιμούρ, και το δεύτερο, του πατέρα μου, σκόπευα να το νοικιάσω.

Βρίσκεται σε μια πολύ καλή περιοχή, οπότε το ενοίκιο που θα μπορούσα να ζητήσω θα ήταν αρκετά υψηλό. Για μια νέα οικογένεια, αυτό ήταν σαν να κερδίζει το λαχείο.

— Μαμά, ας είμαστε ειλικρινείς, — είπα. — Η Ξένια είναι κόρη του δεύτερου συζύγου σου. Ο πατέρας μου δεν ήταν τίποτα γι’ αυτήν. Άφησε το διαμέρισμα σε μένα, τη μοναχοκόρη του! Γιατί λοιπόν πρέπει να το μοιραστώ; Πού είναι η λογική;

Η μαμά αναστέναξε τόσο βαριά, λες και μόλις είχα ομολογήσει κάποιο ειδεχθές έγκλημα.

— Αλίνα, μα πώς μπορείς να μιλάς έτσι;! — είπε με επικριτικό ύφος. — Μεγαλώσατε σαν πραγματικές αδερφές! Αφού την αγαπάς!

Χμ… Την αγαπάς, ε; Ενδιαφέρουσα λέξη. Ξαφνικά θυμήθηκα πώς στα δεκατέσσερά μου, αντί να βγαίνω βόλτες με τις φίλες μου, ασχολούμουν με τη δίχρονη Ξένια και καθόμουν με τις ώρες στις παιδικές χαρές.

Θυμήθηκα επίσης ότι μαγείρευα, έπλενα, καθάριζα και έλεγχα τα μαθήματα της μικρής μου αδερφής καθώς μεγάλωνε, όσο η μαμά με τον πατριό μου πήγαιναν ταξίδια και γενικά διασκέδαζαν όπως μπορούσαν.

— Το διαμέρισμα δεν το δίνω! — είπα σταθερά.

Η μαμά αναστέναξε ξανά. Το ίδιο βράδυ με πήρε τηλέφωνο η Ξένια.

— Αλίνα, — άρχισε δυσαρεστημένη, — άκου… Δεν σου ζητάμε και κάτι εξωπραγματικό!

— Σωστά. Εσύ και η μαμά απλώς απαιτείτε το διαμέρισμά μου για σένα! — χαμογέλασα ειρωνικά.

— Άκου, ε… καταλαβαίνεις ότι αυτό θα ήταν το δίκαιο;

— Και γιατί έτσι;

— Επειδή εσύ έχεις άντρα, — είπε με αυτοπεποίθηση. — Ενώ εγώ είμαι μόνη και δεν έχω πού να μείνω!

Παρεμπιπτόντως, ήταν είκοσι πέντε ετών. Δούλευε ως μαρκετίστρια σε μια μεγάλη εταιρεία και έβγαζε καλά λεφτά.

Ωστόσο, συνέχιζε να μένει με τη μαμά και τον πατριό μου, και σε κάθε ερώτηση για ενοίκιο απλώς ανασήκωνε τους ώμους:

— Έλα τώρα, — έλεγε, — γιατί να γυρνάω από δω κι από κει σε ξένα σπίτια; Θέλω το δικό μου σπίτι!

Η αδερφή μου δεν κατάφερνε να αποταμιεύσει για δική της στέγη. Προσπάθησε να πιέσει τους γονείς της να πάρουν δάνειο για χάρη της, αλλά εκείνοι φυσικά αρνήθηκαν κατηγορηματικά. Και τώρα… τι βολική ευκαιρία!

— Ξένια, δεν πρόκειται να σου δώσω το διαμέρισμα, — είπα κοφτά.

— Εσύ… Σοβαρολογείς; — η φωνή της έγινε λεπτή και τσιριχτή. — Πώς είναι δυνατόν; Εσύ έχεις δύο διαμερίσματα κι εγώ κανένα!

— Και λοιπόν; Γιατί τα δικά σου προβλήματα πρέπει ξαφνικά να γίνουν δικά μου;

— Γιατί είμαστε αδερφές! — η Ξένια το είπε με την ίδια φωνή που χρησιμοποιούσε πριν από είκοσι χρόνια όταν απαιτούσε να δει κινούμενα σχέδια.

— Είμαστε αδερφές μόνο από την πλευρά της μητέρας μας, — είπα ξερά. — Ο πατέρας σου είναι ζωντανός, υγιέστατος και μια χαρά ευκατάστατος. Ας σου αγοράσει εκείνος διαμέρισμα!

— Α-α-α… — έσυρε τη φωνή της η Ξένια. — Ώστε αυτό είναι… Απλώς δεν μπορείς να συγχωρήσεις τους γονείς μας που σε ανάγκαζαν να με προσέχεις…

— Μα τι σχέση έχει αυτό;

— Μα τι σχέση έχει αυτό;

— Έχει και παραέχει! Έτσι είναι! Κοίτα, δεν φταίω εγώ που έγιναν έτσι τα πράγματα. Και το ότι ο δικός μου πατέρας είναι ζωντανός, ενώ ο δικός σου «έφυγε», ούτε αυτό είναι δικό μου φταίξιμο. Οπότε…

Πάτησα το κόκκινο, γιατί αλλιώς θα της έλεγα πολλά και άσχημα.

Αργά το βράδυ με πήρε η μαμά και άρχισε πάλι το ίδιο τροπάρι που με είχε κάνει να αγανακτήσω: το κλασικό «είμαστε οικογένεια».

— Οικογένεια; — χαμογέλασα. — Μαμά, για πες μου, γιατί όλο αυτόν τον καιρό δεν προσφέρθηκες ούτε μια φορά να με βοηθήσεις έστω και λίγο με το παιδί;

— Και όφειλα να το κάνω; — απόρησε ειλικρινά.

— Ε, πώς; — απάντησα με ειρωνική αγανάκτηση. — Αφού είμαστε οικογένεια! Ο γιος μου ο Τιμούρ είναι, στο κάτω-κάτω, εγγονός σου! Και οφείλεις να με βοηθάς!

— Και γιατί έτσι; — ταράχτηκε η μαμά. — Δικό σου παιδί είναι, εσύ αποφάσισες να το κάνεις, εγώ τι φταίω; Έχω τη μέση μου, και γενικά έχω ένα σωρό δικές μου δουλειές!

— Εσύ… Θα μπορούσες να είχες προσλάβει μια νταντά, αν σου ήταν δύσκολο να τον προσέχεις, ειδικά αφού βγάζεις καλά λεφτά. Και στο κάτω-κάτω, έχεις και άντρα!

Τέλεια! Η ταχύτητα με την οποία έβρισκε επιχειρήματα μέσα σε δευτερόλεπτα ήταν, ομολογουμένως, εντυπωσιακή.

— Ορίστε, βλέπεις; — είπα ήρεμα. — Τώρα άκου να δεις. Η Ξένια είναι δικό σου παιδί, εσύ αποφάσισες να φύγεις από τον πατέρα μου και να την γεννήσεις.

— Το ότι την πρόσεχα συνέχεια εγώ, όσο εσύ με τον πατριό μου κανονίζατε τις δουλειές σας, είναι πια περασμένα ξεχασμένα. Πάει, πέρασε.

— Αλλά να λύσω τα προβλήματα του παιδιού σου τώρα, δεν σκοπεύω! Και ναι, έχεις μια καλή σύνταξη, γιατί δεν βοηθάς την κόρη σου οικονομικά; Και έχεις και άντρα, παρεμπιπτόντως!

— Μα πώς πάει η γλώσσα σου και τα λέει αυτά; — ούρλιαξε η μαμά. — Αχάριστη, άκαρδη…

Το έκλεισα.

Θα ήθελα να πω ότι κάπου εκεί τελείωσαν όλα, αλλά πού τέτοια τύχη! Μέσα σε μια βδομάδα με έπαιρναν τηλέφωνο κάτι συγγενείς που ούτε καν ήξερα, και με παρακαλούσαν να βοηθήσω το κορίτσι «να σταθεί στα πόδια του».

Συμβούλεψα όλες αυτές τις πονετικές συγγενείς να κάνουν έναν έρανο και να αγοράσουν επιτέλους στην Ξένια ένα διαμέρισμα. Ο άντρας μου, όταν έμαθε τι πίεση δέχομαι, έγινε έξαλλος.

— Θέλεις να μιλήσω εγώ στη μαμά σου; — πρότεινε.

— Άστο, Σάσα, — του είπα ακουμπώντας στον ώμο του, — δεν πρόκειται να βγάλεις άκρη μαζί της.

Ο άντρας μου με έσφιξε στην αγκαλιά του και ξαφνικά ηρέμησα. Καλός άνθρωπος είναι. Επιπλέον, στάθηκα τυχερή και με την πεθερά μου.

Η μαμά μου κατάφερε να ξεσηκώσει ακόμα κι εκείνη, αλλά η πεθερά μου με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι είναι πλήρως με το μέρος μου.

Και τότε, η μαμά τηλεφώνησε ξανά. Βλέποντας το ύφος μου να αλλάζει, ο Σάσα άρπαξε το τηλέφωνό μου και κλειδώθηκε στο μπαλκόνι. Δεν άκουγα τι της έλεγε, αλλά το πρόσωπό του ήταν πολύ αγριεμένο.

Μετά από κάνα τέταρτο επέστρεψε και μου έδωσε το τηλέφωνο.

— Τέρμα, — είπε. — Δεν πρόκειται να σε ξαναενοχλήσει.

Τον πήρα μια σφιχτή αγκαλιά.

Σύντομα βρήκα καλούς ενοικιαστές για το διαμέρισμα του μπαμπά. Τα χρήματα του ενοικίου αποφασίσαμε με τον άντρα μου να τα βάζουμε σε έναν λογαριασμό για τον Τιμούρ, και η ζωή άρχισε σιγά-σιγά να στρώνει.

Όμως, ένα βράδυ που ο Σάσα ήταν ακόμα στη δουλειά, με πήρε ξανά η μαμά. Μετά από λίγο δισταγμό, το σήκωσα.

— Αυτό που έκανες ήταν ύπουλο, — άρχισε η μαμά.

— Τι ακριβώς;

— Να αμολήσεις τον άντρα σου πάνω μου! Δεν φαντάζεσαι τι μου έσουρε!

— Μαμά, τι θέλεις; Αν είναι πάλι για το διαμέρισμα…

— Ναι, για το διαμέρισμα! Κοίτα, το σκεφτήκαμε. Αν δεν θέλεις να το δώσεις στην Ξένια ολόκληρο, εντάξει. Αλλά θα μπορούσατε να το πουλήσετε και να μοιραστείτε τα λεφτά στη μέση! Ε; Πώς σου φαίνεται η ιδέα;

Δεν άντεξα και έβαλα τα γέλια.

— Τι έπαθες; — μουρμούρισε η μαμά.

— Τίποτα, τίποτα. Απλώς το σκέφτηκα κι εγώ. Το διαμέρισμα το έχω ήδη νοικιάσει. Αλλά αν η Ξένια θέλει, μπορώ να το νοικιάσω σ’ εκείνη. Ας το κάνει το ποτάμι, θα της κάνω και αδερφική έκπτωση. Ας πούμε, 20%. Ε; Πώς σου φαίνεται η ιδέα;

— Τι… θέλεις να παίρνεις λεφτά από την αδερφή σου;! — είπε έντρομη η μαμά.

— Και γιατί όχι;

— Δεν πάμε καλά… — αναστέναξε η μαμά μετά από μια παύση. — Τέλος πάντων, τι άλλο θα περίμενα να ακούσω από μια εγωίστρια; Καλά… Ο Θεός να σε κρίνει!

Δεν με ξαναπήρε τηλέφωνο. Κι εγώ δεν σκασάω κιόλας. Ας σηκώσουν τον πισινό τους από τον καναπέ και ας δουλέψουν για να πάρουν διαμέρισμα στην αγαπημένη τους κόρη! Γιατί το να βγάζουν τα κάστανα από τη φωτιά με ξένα χέρια, σίγουρα δεν θα τους περάσει!

Εσείς τι πιστεύετε; Σωστά έπραξε η κόρη; Γράψτε τις σκέψεις σας στα σχόλια και κάντε like!

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: