– Γεια σου, μαμάκα, – είπε η κόρη της και τη φίλησε στο μάγουλο. – Γνώρισε τον Βάντικ, θα μένει μαζί μας.

– Γεια σου, μαμάκα, – είπε η κόρη της και τη φίλησε στο μάγουλο.

– Γνώρισε τον Βάντικ, θα μένει μαζί μας.

Ένας δυσάρεστος ήχος από το κουδούνι ανακοίνωσε ότι κάποιος έφτασε. Η Λιούσια έβγαλε την ποδιά της, σκούπισε τα χέρια της και πήγε να ανοίξει την πόρτα.

Στο κατώφλι στεκόταν η κόρη της μαζί με ένα αγόρι. Η γυναίκα τους άφησε να μπουν στο διαμέρισμα.

– Γεια σου, μαμάκα, – την φίλησε η κόρη της στο μάγουλο.

– Γνώρισε τον Βάντικ, θα μένει μαζί μας.

– Γεια σας, – χαιρέτησε ο νεαρός.

– Κι αυτή είναι η μαμά μου, η θεία Λιούσια.

– Λουντμίλα Βλαντιμίροβνα, – τη διόρθωσε εκείνη.

– Μαμά, τι έχουμε για βραδινό;

– Πουρέ αρακά και λουκάνικα.

– Εγώ δεν τρώω πουρέ αρακά, – απάντησε το αγόρι, έβγαλε τα παπούτσια του και πέρασε στο δωμάτιο.

– Μα τι λες τώρα, μαμά, ο Βάντικ δεν τρώει αρακά, – είπε η κοπέλα με τα μάτια ολόρθα.

Ο νεαρός βολεύτηκε στον καναπέ, πετώντας το σακίδιό του στο πάτωμα.

– Αυτό, παρεμπιπτόντως, είναι το δικό μου δωμάτιο, – είπε η Λουντμίλα.

– Βάντικ, έλα, θα σου δείξω πού θα μένουμε, – φώναξε η Αλένα.

– Εμένα μου αρέσει εδώ, – μουρμούρισε το αγόρι, σηκώνοντας το σώμα του από τον καναπέ.

– Μαμά, εσύ στο μεταξύ σκέψου τι θα δώσεις στον Βάντικ να φάει.

– Δεν ξέρω καν, μας έχει μείνει μισό πακέτο λουκάνικα, – ανασήκωσε τους ώμους η Λιούσια.

– Μια χαρά είναι, με λίγη μουστάρδα, κέτσαπ και ψωμάκι, – πετάχτηκε εκείνος.

– Εντάξει… – το μόνο που κατάφερε να πει η Λιούσια, κατευθυνόμενη προς την κουζίνα.

«Παλιά έφερνε στο σπίτι γατάκια και σκυλάκια, τώρα έφερε αυτόν, και πρέπει να τον ταΐζω κιόλας», σκέφτηκε.

Σέρβιρε στον εαυτό της τον πουρέ αρακά, έβαλε στο πιάτο δύο τηγανητά λουκάνικα, τράβηξε το μπολ με τη σαλάτα και άρχισε να τρώει με όρεξη.

– Μαμά, γιατί τρως μόνη σου εδώ; – Η κόρη της μπήκε στην κουζίνα.

– Γιατί γύρισα από τη δουλειά και πεινάω, – απάντησε η Λιούσια, μασώντας το λουκάνικο.

– Όποιος θέλει να φάει, ας σερβιριστεί ή ας μαγειρέψει. Και έχω και μια ερώτηση για σένα. Γιατί ο Βάντικ θα μένει εδώ;

– Πώς γιατί; Είναι ο άντρας μου!

Η Λιούσια παραλίγο να πνιγεί.

– Πώς άντρας σου;

– Έτσι. Η κόρη σου μεγάλωσε πια και αποφασίζει μόνη της αν θα παντρευτεί ή όχι. Είμαι δεκαεννέα χρονών, παρεμπιπτόντως.

– Και δεν με καλέσατε καν στον γάμο;!

– Δεν έγινε γάμος, απλώς υπογράψαμε και αυτό είναι όλο. Επειδή τώρα είμαστε ανδρόγυνο, θα μένουμε μαζί, – απάντησε η Αλένα.

– Λοιπόν, σας συγχαίρω. Αλλά γιατί χωρίς γάμο;

– Αν έχεις χρήματα για γάμο, μπορείς να μας τα δώσεις, θα βρούμε πού να τα ξοδέψουμε.

– Μάλιστα, – η Λιούσια συνέχισε να απολαμβάνει το δείπνο της.

– Και γιατί πρέπει να μένετε οπωσδήποτε εδώ;

– Γιατί στο σπίτι τους έχουν ένα δυάρι και μένουν τέσσερα άτομα μέσα.

– Τηλαδή, το ενδεχόμενο ενοικίου δεν εξετάστηκε;

– Γιατί να νοικιάσουμε, αφού υπάρχει το δωμάτιό μου; – απόρησε η κόρη.

– Κατάλαβα.

– Θα μας δώσεις τελικά κάτι να φάμε;

– Αλένα, η κατσαρόλα με τον πουρέ είναι στο μάτι, τα λουκάνικα στο τηγάνι. Αν δεν φτάνουν, έχει άλλο μισό πακέτο στο ψυγείο. Πάρτε, βάλτε και φάτε.

– Μαμά, δεν καταλαβαίνεις, απέκτησες ΓΑΜΠΡΟ, – τόνισε την τελευταία λέξη η Αλένα.

– Και λοιπόν; Πρέπει να χορέψω και κανέναν χορό για να το γιορτάσω;

– Αλένα, γύρισα από τη δουλειά, είμαι κουρασμένη, άσε τους τελετουργικούς χορούς. Χέρια και πόδια έχετε, αυτοεξυπηρετηθείτε!

– Γι’ αυτό είσαι ανύπαντρη!

Η Αλένα κοίταξε με κακία τη μητέρα της και έφυγε για το δωμάτιό της, κλείνοντας την πόρτα με πάταγο.

Η Λιούσια έφαγε, έπλυνε τα πιάτα της, σκούπισε το τραπέζι και πήγε στο δωμάτιό της.

Εκεί άλλαξε, πήρε την τσάντα με τα ρούχα της και έφυγε για το γυμναστήριο. Ήταν μια ελεύθερη γυναίκα και περνούσε αρκετά βράδια της εβδομάδας στο γυμναστήριο και την πισίνα.

Επέστρεψε σπίτι γύρω στις δέκα το βράδυ.

Προσδοκώντας ένα ζεστό τσάι, βρήκε στην κουζίνα το απόλυτο χάος· προφανώς, κάποιος προσπάθησε να μαγειρέψει.

Το καπάκι της κατσαρόλας με τον πουρέ ήταν άφαντο, με αποτέλεσμα το φαγητό να έχει στεγνώσει και να έχει κάνει ρωγμές.

Η συσκευασία από τα λουκάνικα ήταν πεταμένη στο τραπέζι, μαζί με ξερό ψωμί χωρίς σακούλα.

Το τηγάνι είχε καεί και κάποιος είχε γδάρει την αντικολλητική του επίστρωση με πιρούνι.

Στον νεροχύτη υπήρχαν στοίβες από πιάτα, και στο πάτωμα υπήρχε μια λιμνούλα από κάτι γλυκό. Το διαμέρισμα μύριζε καπνό.

– Ουάου, αυτό είναι κάτι καινούργιο. Η Αλένα ποτέ δεν επέτρεπε στον εαυτό της κάτι τέτοιο.

Η Λιούσια άνοιξε την πόρτα της κόρης της. Οι νεαροί έπιναν κρασί και κάπνιζαν.

– Αλένα, πήγαινε να καθαρίσεις τα πάντα στην κουζίνα. Αύριο θα αγοράσεις καινούργιο τηγάνι, – είπε η μητέρα και πήγε στο δωμάτιό της, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.

Η Αλένα πετάχτηκε από τη θέση της και έτρεξε ξωπίσω της.

– Και γιατί πρέπει να καθαρίσουμε εμείς; Και πού να βρω λεφτά για τηγάνι, δεν δουλεύω, σπουδάζω. Σε ένοιαξαν τα σκεύη;

– Ναι, Αλένα, ξέρεις τους κανόνες αυτού του σπιτιού: έφαγες – καθάρισε, βρώμισες – καθάρισε, χάλασες κάτι – αγόρασε καινούργιο.

– Ο καθένας καθαρίζει τα δικά του! Και ναι, λυπάμαι το τηγάνι, δεν κάνει δέκα ευρώ, και τώρα έχει καταστραφεί ανεπανόρθωτα!

– Δεν θέλεις να μένουμε εδώ;! – ξέσπασε η κόρη.

– Όχι, – απάντησε ήρεμα η Λιούσια.

Έτσι κι αλλιώς, το τελευταίο πράγμα που ήθελε τώρα ήταν να μαλώσει με την κόρη της, εξάλλου ποτέ πριν η Αλένα δεν είχε δείξει τέτοια συμπεριφορά.

– Μα εδώ είναι και το δικό μου μερίδιο!

– Όχι, το διαμέρισμα είναι εξ ολοκλήρου δικό μου. Εγώ δούλεψα γι’ αυτό, εγώ το αγόρασα. Εσύ είσαι απλώς εγγεγραμμένη εδώ.

– Μην προσπαθείς να λύσεις τα προβλήματά σου εις βάρος μου. Αν θέλετε να μένετε εδώ, θα ακολουθείτε τους κανόνες, – είπε η Λιούσια με σταθερή φωνή.

– Όλη μου τη ζωή ζω με τους δικούς σου κανόνες! Παντρεύτηκα και τώρα δεν έχεις το δικαίωμα να μου λες τι να κάνω, – ούρλιαξε η Αλένα.

– Και στο κάτω-κάτω, εσύ έζησες τη ζωή σου, πρέπει να μας παραχωρήσεις το διαμέρισμα.

– Σας παραχωρώ ολόκληρο τον διάδρομο της πολυκατοικίας, και μια θέση στο παγκάκι έξω.

– Λοιπόν, χαρά μου, παντρεύτηκες; Δεν με ρώτησες. Θα κοιμάσαι εδώ μόνη σου, ή με τον άντρα σου αλλά κάπου αλλού. Αυτός δεν θα μείνει εδώ, – απάντησε σκληρά η Λιούσια.

– Ε, τότε πνίξου με το διαμέρισμά σου! Βάντικ, φεύγουμε, – φώναξε η Αλένα και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της.

Μετά από πέντε λεπτά, ο νεόκοπος γαμπρός μπούκαρε στο δωμάτιο της Λουντμίλα.

– Άκου, μαμάκα, μην το ζορίζεις και όλα θα είναι τζετ, – είπε παραπατώντας από το ποτό.

– Εγώ και η Αλένα δεν πάμε πουθενά μες στη νύχτα! Αν είσαι καλό κορίτσι, θα κάνουμε και έρωτα σιγά-σιγά το βράδυ για να μην ενοχλούμε.

– Ποια μαμάκα σου είμαι εγώ; – εξοργίστηκε η Λουντμίλα.

– Η μάνα και ο πατέρας σου είναι στο σπίτι σου, εκεί να τσακιστείς να πας, και μην ξεχάσεις να πάρεις μαζί και τη φρεσκοπαντρεμένη γυναίκα σου!

– Έτσι ε; Θα δεις τώρα… – το αγόρι σήκωσε τη γροθιά του και την έφερε κάτω από τη μύτη της πεθεράς του.

– Αλήθεια; Τώρα.

Η Λουντμίλα άρπαξε τη γροθιά του με τα περιποιημένα της δάχτυλα, βάζοντας όλη της τη δύναμη.

– Αααχ, άσε με, τρελή!

– Μαμά, τι κάνεις; – ούρλιαξε η Αλένα, προσπαθώντας να τραβήξει τη μητέρα της μακριά από τον αγαπημένο της.

Η Λουντμίλα έσπρωξε την κόρη της και έχωσε το γόνατό της στον Βάντικ κάτω από τη μέση, και μετά τον χτύπησε με τον αγκώνα στον αυχένα.

– Θα καταγράψω τον ξυλοδαρμό! – ούρλιαξε το αγόρι. – Θα σας κάνω μήνυση!

– Περίμενε, θα καλέσω εγώ την αστυνομία τώρα, για να είναι πιο εύκολο να καταγραφούν όλα, – απάντησε η Λιούσια.

Οι νεόνυμφοι έφυγαν, αφήνοντας πίσω τους το περιποιημένο δυάρι.

– Δεν είσαι πια μάνα μου! – φώναξε τελευταία στιγμή η Αλένα. – Και εγγόνια δεν πρόκειται να δεις ποτέ!

– Τι συμφορά… – σχολίασε ειρωνικά η Λιούσια. – Τουλάχιστον θα ζήσω λίγο για την πάρτη μου!

Κοίταξε τα χέρια της – κάποια από τα νύχια της είχαν σπάσει.

– Μόνο ζημιές προκαλείτε, – μουρμούρισε η Λουντμίλα.

Καθάρισε την κουζίνα, πέταξε τον πουρέ και το καταραμένο τηγάνι, και άλλαξε τις κλειδαριές του διαμερίσματος.

Μετά από τρεις μήνες, η κόρη της την περίμενε έξω από τη δουλειά της. Η κοπέλα είχε αδυνατίσει πολύ, τα μάγουλά της είχαν βουλιάξει και η ίδια φαινόταν δυστυχισμένη.

– Μαμά, τι έχουμε για βραδινό; – ρώτησε.

– Δεν ξέρω, – ανασήκωσε τους ώμους η Λιούσια, – δεν έχω σκεφτεί ακόμα. Εσύ τι θέλεις;

– Κοτόπουλο με ρύζι, – είπε η Αλένα καταπίνοντας το σάλιο της. – Και σαλάτα ολιβιέ.

– Τότε πάμε να πάρουμε κοτόπουλο, – απάντησε η γυναίκα. – Αλλά την ολιβιέ θα τη φτιάξεις μόνη σου.

Δεν ρώτησε την κόρη της τίποτα περισσότερο, και ο Βαντίμ δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ στη ζωή τους.

Γράψτε στα σχόλια τι πιστεύετε γι’ αυτό το θέμα. Κάντε like αν σας άρεσε η ιστορία!

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: