«Πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Έφυγε, ε και; Αν ήταν τουλάχιστον καλός άνθρωπος, πάει στο καλό, αλλά αυτός αποδείχτηκε τόσο άτιμος. Θα το μεγαλώσουμε το παιδί μόνοι μας, μη στενοχωριέσαι!»
Τον Παύλο τον μεγάλωσαν η μαμά του και ο παππούς του. Τη γιαγιά του τη θυμόταν αμυδρά. Ήταν πέντε χρονών όταν εκείνη «έφυγε». Θυμόταν μόνο τις μοσχομυριστές πίτες της…
Όσο για τον πατέρα του, δεν τον είχε δει ποτέ. Είχε εξαφανιστεί πριν καν γεννηθεί ο Παύλος. Με τη μητέρα του, την Τατιάνα, είχαν έρθει στο χωριό μαζί. Γνώρισε τους γονείς της, ορίστηκε η μέρα του γάμου, αλλά ο γαμπρός ξαφνικά έγινε άφαντος…

Δεν τον έψαξαν. Η Τατιάνα έκλαιγε πικρά· ήταν ήδη έγκυος…
— Με τα κλάματα δεν γίνεται τίποτα! είπε η γιαγιά. — Πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Έφυγε, ε και; Αν ήταν τουλάχιστον καλός άνθρωπος, πάει στο καλό, αλλά αυτός αποδείχτηκε τόσο άτιμος. Θα το μεγαλώσουμε το παιδί μόνοι μας, μη στενοχωριέσαι!
…Ο Παύλος δεν στερήθηκε τίποτα στα παιδικά του χρόνια, αλλά μεγάλωσε χωρίς να κακομάθει. Ήταν καλός μαθητής. Ο παππούς τον μεγάλωσε αυστηρά. Του έμαθε να σέβεται τους μεγαλύτερους και να εκτιμά όσα έχει. Ο Παύλος έπιαναν τα χέρια του. Ό,τι κι αν αποφάσιζε να κάνει, το πετύχαινε!
Μέχρι τα τριάντα του, ήταν ένας περιζήτητος γαμπρός. Όμορφος, με καριέρα, υψηλό μισθό, διαμέρισμα τριών δωματίων… Τα είχε όλα!
Οι κοπέλες έπεφταν πάνω του σαν τις μέλισσες, αλλά εκείνος δεν βιαζόταν. Άλλωστε, ήταν πολυάσχολος. Τα Σαββατοκύριακα πήγαινε πάντα στο χωριό στη μητέρα του. Ο παππούς δεν ζούσε πια και η μητέρα του ήταν συχνά φιλάσθενη.
Τις δουλειές του σπιτιού τις έκανε ακόμα, αλλά τον τελευταίο καιρό δυσκολευόταν. Ο Παύλος την παρακαλούσε να μετακομίσει μαζί του, αλλά εκείνη δεν δεχόταν.
— Τι να έρθω να κάνω εκεί; του έλεγε. — Ούτε εγγόνια δεν βλέπω να μου φέρνεις. Καλύτερα εδώ, στην ησυχία μου, μόνη μου…
— Μείνε για το καλοκαίρι. Και μετά θα πας σε σανατόριο και μετά σε μένα. Πρέπει να ξεκουραστείς περισσότερο. Θα συνέλθεις και μετά επιστρέφεις στο σπίτι σου. Ή μπορεί να έρθω κι εγώ μαζί σου πίσω στο χωριό!
— Μα έχεις τη δουλειά σου! αναφώνησε η Τατιάνα. — Τι θα κάνεις εσύ στο χωριό;
— Και στο χωριό δουλεύει ο κόσμος… είπε ο Παύλος γνέφοντας με το χέρι του.
Εκείνη την περίοδο έβγαινε με δύο κοπέλες. Δεν ήξερε ποια να διαλέξει. Η πρώτη ήταν η Βάλια, μια σεμνή κοπέλα από το χωριό. Νοικοκυρά και γλυκιά. Η δεύτερη ήταν η Κατερίνα. Όμορφη, εντυπωσιακή. Με την πρώτη ματιά, θα έλεγες πως αυτή η κακομαθημένη καλλονή μάλλον δεν ήξερε να κάνει τίποτα στο σπίτι. Όλο γέλια…
Δεν τις είχε καλέσει να ζήσουν μαζί του. Συναντιόντουσαν σε ουδέτερο έδαφος. Αλλά είχε έρθει η ώρα να διαλέξει. Και δεν μπορούσε να αποφασίσει ποια να αφήσει.
Αποφάσισε πρώτα να τις γνωρίσει στη μητέρα του. Εκείνη μόλις είχε επιστρέψει από το σανατόριο και έμενε μαζί του. Η ανάπαυση της είχε κάνει καλό.
Πρώτη ήρθε η Βάλια. Δεν χρειάστηκε πολλή πίεση. Χαιρόταν που το όνειρό της γινόταν πραγματικότητα. Ο γαμπρός ήταν «πρώτο μπόι»! Δεν την γνώριζε στη μητέρα του τυχαία. Σήμαινε πως θα την ζητούσε σε γάμο!
— Ωραία είναι εδώ, Παύλο, πολύ ευρύχωρα, είπε η Βάλια κοιτάζοντας το διαμέρισμα.
— Ναι, είναι άνετα. Αρέσει και στη μαμά. Είναι κάπως αδύναμη τελευταία.
— Α, μένει εδώ μαζί σου; Νόμιζα πως ήρθε μόνο για επίσκεψη. Είναι άρρωστη;
— Ναι.
— Θέλω να σου πω από τώρα, πως εγώ δεν πρόκειται να την προσέχω…
— Μα δεν σου το ζήτησε κανείς! απόρησε ο Παύλος. — Θα τα καταφέρω μόνος μου.
— Μα αυτό είναι…
— Τι;
— Τίποτα. Έτσι το είπα. Απλώς είναι καλύτερα να μένουμε χώρια. Εσύ είπες πως η μαμά σου μένει στο χωριό. Έχει το σπίτι της εκεί. Θα είναι καλύτερα για εκείνη εκεί. Αλλά και για εμάς χωρίς αυτήν.
— Η μαμά θα είναι πάντα μαζί μου. Αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο.
— Μάλιστα! Κι εγώ νόμιζα πως είσαι σοβαρός, αλλά εσύ είσαι το παιδί της μαμάς! Αν αλλάξεις γνώμη, πάρε με τηλέφωνο!
Η Βάλια εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα, χωρίς καν να πιει τσάι…

«Ε, λοιπόν,» σκέφτηκε ο Παύλος. «Αυτή έφυγε γρήγορα από μόνη της. Η Κάτια μάλλον θα φύγει ακόμα πιο γρήγορα, θα μείνω χωρίς νύφη…»
Ο Παύλος αποφάσισε να πει αμέσως στην Κατερίνα για τη μητέρα του.
— Ό,τι και να γίνει, η μητέρα μου θα είναι πάντα μαζί μου! δήλωσε.
— Δεν σε καταλαβαίνω, απόρησε η Κάτια. — Γιατί μου το λες αυτό; Εννοώ, καταλαβαίνω ότι η μαμά θα είναι μαζί σου. Αλλά…
— Δηλαδή, αν ζήσουμε μαζί, πώς το βλέπεις; Με τη μαμά;
— Κανονικά! Για στάσου, μου κάνεις πρόταση γάμου;
Ο Παύλος χαμογέλασε.
— Ίσως. Πάμε στη μαμά, να γνωριστείτε.
— Ωχ. Και θα της αρέσω; Έτσι ξαφνικά; Τώρα αμέσως;
— Θα της αρέσεις. Τι φοβάσαι;
— Δεν ξέρω κι εγώ… Φοβάμαι, αυτό είναι όλο…
Η Κάτια και η μαμά συμπαθήθηκαν αμέσως. Τα βρήκαν αμέσως μεταξύ τους. Μερικές φορές έκαναν βόλτες μαζί έξω από το σπίτι, περιμένοντας τον Παύλο να γυρίσει από τη δουλειά. Και μετά, πήγαν οι τρεις τους στο χωριό. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, στην Κάτια, που ήταν κορίτσι της πόλης, της άρεσε εκεί. Η μητέρα αποφάσισε να μείνει στο χωριό.
— Είναι καλοκαίρι, νιώθω ήδη καλά, είπε.
Μετά από μισό χρόνο έγινε ο γάμος.
— Ε, τώρα θα περιμένω και εγγόνια! είπε η Τατιάνα.
Και τα απέκτησε. Πρώτα μια εγγονή και μετά έναν εγγονό!
Η Κάτια και ο Παύλος ζούσαν με τα παιδιά στην πόλη. Τα παιδιά μεγάλωσαν και ετοιμάζονταν ήδη να μπουν στο πανεπιστήμιο. Τον τελευταίο καιρό η μητέρα ζούσε επίσης μαζί τους. Στο χωριό πήγαιναν όλοι μαζί στις διακοπές. Η Τατιάνα δεν μπορούσε με τίποτα να αποχωριστεί το σπιτάκι της.
— Κάτια μου, συγχώρα με. Μπορεί να μην είναι η κατάλληλη στιγμή. Αλλά θέλω να πάω σπίτι, στο χωριό. Θα πάμε; ρώτησε κάποια στιγμή τη νύφη της.
— Φυσικά! Πρέπει να περιμένουμε τον Παύλο. Θα γυρίσει σύντομα από τη δουλειά.
— Εντάξει. Μόλις έρθει, θα φύγουμε αμέσως. Πες του το. Είναι μεγάλη ανάγκη…
Στο χωριό επικρατούσε η συνηθισμένη ησυχία. Κάθε χρόνο ζούσαν εκεί όλο και λιγότεροι άνθρωποι…
— Ε, λοιπόν, αυτό ήταν, επέστρεψα για πάντα στο σπίτι μου, είπε ξαφνικά η Τατιάνα. — Πουλήστε το σπίτι μου. Δεν θα πιάσει πολλά, αλλά είναι κρίμα να καταρρεύσει…
— Τι λες τώρα, μαμά; απόρησε ο Παύλος. — Σε λίγο θα φύγουμε πάλι για πίσω!
— Ναι, ναι, συμφώνησε η Κάτια. — Τι είναι αυτά που λέτε;
— Καλά, καλά, έκανε μια κίνηση με το χέρι η Τατιάνα. — Βάλτε το τσαγερό, παρακαλώ. Θέλω τσάι…
Μετά το τσάι, η Τατιάνα πήγε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε για μια στιγμή να ξεκουραστεί…
Ο Παύλος και η Κατερίνα κάθισαν για λίγο ακόμα στην κουζίνα.
— Μαμά, ώρα να πηγαίνουμε! φώναξε τελικά ο γιος την Τατιάνα.
Αλλά απάντηση δεν πήρε.
Ο Παύλος μπήκε στο δωμάτιο και πάγωσε από το ξαφνικό… Η μητέρα του είχε «φύγει»…
Έθαψαν την Τατιάνα στο κοιμητήριο του χωριού.
— Ήταν λες και το ένιωθε. Ήρθε. Ήρθε για τελευταία φορά… έκλαιγε η Κάτια. — Τη μαμά σου την αγάπησα σαν δική μου…
— Το παρατήρησα. Το είχα δει εδώ και καιρό. Τι θα κάνουμε με το σπίτι;
— Κρίμα είναι να το πουλήσουμε…
— Κρίμα είναι. Είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος. Ας το αφήσουμε να στέκει για την ώρα…

Έτσι αποφάσισαν… Αποφάσισαν να αφήσουν το πατρικό σπίτι να στέκει. Θα φέρνουν ακόμα τα παιδιά τους εδώ, και ποιος ξέρει, ίσως αργότερα και τα εγγόνια τους…
Σημείωση: Για να μην χάνετε νέες ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις, εγγραφείτε στη σελίδα μας! Αφήστε τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας στα σχόλια και στηρίξτε μας με ένα like.