Ο Ιγκόρ καθόταν απέναντί της στο αγαπημένο τους εστιατόριο στις Λίμνες του Πατριάρχη, εκεί όπου πριν από δύο χρόνια της είχε κάνει πρόταση γάμου. Τότε όλα έμοιαζαν τόσο ξεκάθαρα και σωστά — μια όμορφη οδοντίατρος, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, κοινά ενδιαφέροντα, σχέδια για το μέλλον. Τώρα όμως, έστριβε νευρικά μια χαρτοπετσέτα στα χέρια του και απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια.

— Άλλα, ήλιε μου, κατάλαβε, είναι μια τέτοια στιγμή στην επιχείρηση… Ανοίγει το υποκατάστημα στο Αικατερίνμπουργκ, θα πρέπει να ταξιδεύω πολύ, να ελέγχω τις διαδικασίες. Ο γάμος είναι μεγάλη ευθύνη, θέλω όλα να είναι ΤΕΛΕΙΑ.
— Ιγκόρ, μένει ένας μήνας μέχρι τον γάμο. Το εστιατόριο είναι κλεισμένο, οι καλεσμένοι προσκεκλημένοι, το φόρεμα αγορασμένο. Η μαμά μου πήρε ήδη εισιτήρια από το Βλαδιβοστόκ. ΤΙ συμβαίνει;
Ήπιε μια γουλιά κρασί από το ποτήρι του και συνοφρυώθηκε, παρόλο που το κρασί ήταν εξαιρετικό — ένα «Château Margaux» του 2015, που είχαν παραγγείλει ειδικά για την επέτειο της γνωριμίας τους.
— Απλώς… ας τον αναβάλουμε. Για έξι μήνες. Το πολύ οκτώ. Μέχρι την άνοιξη όλα θα έχουν στρώσει και θα κάνουμε τον γάμο του αιώνα. Θέλεις να πάμε στην Ιταλία; Ή στις Μαλδίβες; Όπου θέλεις εσύ!
Η Άλλα τον κοίταζε και δεν τον αναγνώριζε. Ο πάντα σίγουρος για τον εαυτό του Ιγκόρ, που έπαιρνε αποφάσεις αστραπιαία και ποτέ δεν υπαναχωρούσε, τώρα έμοιαζε με μαθητή που δεν διάβασε το μάθημά του.
— Ιγκόρ Βλαντιμίροβιτς, — τον προσφώνησε επίσημα με το όνομα και το πατρώνυμό του, όπως έκανε μόνο σε στιγμές σοβαρών συζητήσεων. — Είμαστε μαζί τρία χρόνια. Σε ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά. Το υποκατάστημα στο Αικατερίνμπουργκ σχεδιαζόταν από πέρυσι και μια χαρά τα κατάφερες με την οργάνωσή του εξ αποστάσεως. Οπότε ΣΤΑΜΑΤΑ να λες ψέματα και πες την αλήθεια.
Τινάχτηκε σαν να τον είχε χτυπήσει.
— Ποια αλήθεια; Για τι πράγμα μιλάς; Σου εξηγώ — δουλειά, νέα συμβόλαια…
— Φτάνει! — Η Άλλα ύψωσε τη φωνή της και το ζευγάρι στο διπλανό τραπέζι γύρισε να κοιτάξει. — Αν δεν θέλεις να παντρευτείς, πες το. Αλλά μη μου λες αυτές τις αξιοθρήνητες δικαιολογίες για τις επιχειρήσεις.
Ο σερβιτόρος πλησίασε διακριτικά προσφέροντας τον κατάλογο των επιδορπίων, αλλά η Άλλα τον έδιωξε με μια χειρονομία.
— Θέλω να παντρευτούμε, — είπε σιγά ο Ιγκόρ. — Απλώς… απλώς χρειάζομαι χρόνο. Πίστεψέ με.
— Χρόνο; Για τι πράγμα; Για να σκεφτείς καινούργιες δικαιολογίες; Ή μήπως βρήκες ήδη κάτι ΚΑΛΥΤΕΡΟ από μένα;
Πρόφερε τις τελευταίες λέξεις με τόση πικρία που ο Ιγκόρ σήκωσε τα μάτια του να την κοιτάξει. Μέσα τους έλαμψε κάτι που έμοιαζε με φόβο.
— Άλλα, μη λες τέτοια. Ξέρεις ότι σ’ αγαπώ.
— Ξέρω; — Εκείνη χαμογέλασε ειρωνικά. — Παλιά ήξερα. Τώρα όμως βλέπω έναν άνθρωπο που, έναν μήνα πριν τον γάμο του, ξαφνικά αποφάσισε ότι χρειάζεται παράταση. Ξέρεις κάτι, Ιγκόρ; Άει στο διάολο εσύ και οι δικαιολογίες σου!
Σηκώθηκε, έριξε πάνω της το παλτό της και βγήκε από το εστιατόριο, αφήνοντάς τον να κάθεται με το στόμα ανοιχτό. Έξω έπεφτε μια ψιλή οκτωβριανή βροχή, αλλά η Άλλα δεν την παρατηρούσε. Μια μόνο σκέψη γύριζε στο μυαλό της — κάτι ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ εδώ.
Πέρασε μια εβδομάδα. Ο Ιγκόρ τηλεφωνούσε καθημερινά, έστελνε λουλούδια — λευκά τριαντάφυλλα, τα αγαπημένα της — και έγραφε μακροσκελή μηνύματα με συγγνώμες και διαβεβαιώσεις αγάπης. Η Άλλα δεν απαντούσε. Πήρε άδεια από την κλινική όπου εργαζόταν ως επικεφαλής ορθοδοντικός και κλείστηκε στο σπίτι, προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει.
Η φίλη της η Μαρίνα, η μόνη στην οποία εκμυστηρεύτηκε τι είχε γίνει, έριξε τη δική της θεωρία:
— Μήπως έχασε κάπου πολλά λεφτά; Ή μπλέχτηκε σε χρέη; Έλεγες ότι του αρέσει το πόκερ.
— Όχι τόσο ώστε να χάσει περιουσίες. Κι έπειτα, θα το είχα προσέξει. Σχεδόν συζούμε, ξέρω την οικονομική του κατάσταση.
— Τότε είναι άλλη γυναίκα, — είπε κοφτά η Μαρίνα.
— ΟΧΙ! — Η Άλλα πετάχτηκε από τον καναπέ. — Δεν μπορεί. Είμαστε συνέχεια μαζί, πότε θα προλάβαινε…
— Τα επαγγελματικά ταξίδια, — την διέκοψε η φίλη της. — Τα εταιρικά πάρτι. Το γυμναστήριο. Ένας άντρας μπορεί να βρει γκόμενα οπουδήποτε.
Η Άλλα προβληματίστηκε. Πράγματι, τους τελευταίους τρεις μήνες ο Ιγκόρ καθυστερούσε συχνά στη δουλειά, προφασιζόμενος την προετοιμασία εκείνου του υποκαταστήματος. Δύο φορές κοιμήθηκε στο γραφείο — δήθεν ελέγχοντας έγγραφα με τους δικηγόρους μέχρι το πρωί. Και υπήρχε και εκείνο το περίεργο περιστατικό πριν από έναν μήνα — είχε βρει στο αυτοκίνητό του ένα σκουλαρίκι. Μια απλή χρυσή σταγόνα. Ο Ιγκόρ είχε πει τότε ότι μετέφερε μια συνάδελφο και της έπεσε. Η Άλλα δεν το έψαξε παραπάνω.
— Σκατά, — έβρισε. — Μαρίνα, μπορεί και να έχεις δίκιο. Θυμήθηκα — πριν από καμιά τρεις εβδομάδες επέστρεψε από ένα εταιρικό πάρτι κάπως περίεργος. Πολύ χαρούμενος, τα μάτια του έλαμπαν, αλλά ο ίδιος έμοιαζε να είναι αλλού. Το απέδωσα στο αλκοόλ, αλλά σχεδόν δεν είχε πιει εκείνο το βράδυ, οδηγούσε ο ίδιος.
— Είδες! Μάλλον κάποια νεαρή γραμματέας του κόλλησε. Οι άντρες είναι σαν τα παιδιά — δώσ’ τους ένα καινούργιο παιχνίδι και θα ξεχάσουν το παλιό.
— Άσε με ήσυχη με τις συγκρίσεις σου! — αγρίεψε η Άλλα. — Δεν είμαι παιχνίδι του. Τρία χρόνια μαζί, κάναμε σχέδια, βρήκαμε και διαμέρισμα σε νεόδμητη οικοδομή…
Το τηλέφωνο δονήθηκε. Μήνυμα από την Έλενα Σεργκέεβνα, τη μητέρα του Ιγκόρ: «Αλότσκα, αγαπημένη μου, μπορούμε να βρεθούμε; Πρέπει να σου μιλήσω. Είναι σημαντικό.»
Η Άλλα έδειξε το μήνυμα στη Μαρίνα. — Πήγαινε, — εκείνη έγνεψε καταφατικά. — Μπορεί η μανούλα να ξέρει κάτι. Είναι πολύ δεμένοι με τον γιο της.
Μετά από μια ώρα, η Άλλα καθόταν στο διαμέρισμα της μελλοντικής της πεθεράς — ένα ευρύχωρο τεσσάρι στην λεωφόρο Κουτούζοφσκι. Η Έλενα Σεργκέεβνα, μια πάντα κομψή κυρία πενήντα πέντε ετών, έμοιαζε χαμένη και κάπως σβησμένη.
— Αλότσκα, — άρχισε, βάζοντας τσάι. — Ο Ιγκόρ μού είπε για τη συζήτησή σας. Για την αναβολή του γάμου.
— Και τι σας είπε; Πάλι για το υποκατάστημα στο Αικατερίνμπουργκ;
Η Έλενα Σεργκέεβνα κούνησε το κεφάλι της. — Όχι. Δεν είπε τίποτα ξεκάθαρο. Ψέλλισε κάτι για την ανάγκη να σκεφτεί, για την ευθύνη. Άλλα, καλή μου, δεν τον έχω ξαναδεί έτσι. Τι συμβαίνει;
— Μακάρι να ήξερα! Έλενα Σεργκέεβνα, μήπως παρατηρήσατε πάνω του κάποιες αλλαγές; Νέους γνωστούς, συνήθειες;
Η γυναίκα σκέφτηκε. — Ξέρεις… Ναι, μάλλον. Πριν από τρεις-τέσσερις εβδομάδες έγινε κάπως… αφηρημένος. Συνέχεια στο τηλέφωνο, χαμογελούσε με κάτι. Τον ρώτησα, μου είπε — θέματα δουλειάς. Αλλά μπροστά μου, δυο-τρεις φορές βγήκε σε άλλο δωμάτιο για να μιλήσει. Παλιά δεν το έκανε αυτό.
— ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ! — Η Άλλα χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι. — Άρα η υποψία μου είναι σωστή. Ο γιος σας ΒΡΗΚΕ άλλη.
— Τι λες τώρα! — Η Έλενα Σεργκέεβνα άσπρισε. — Δεν μπορεί να είναι! Ταιριάζετε τόσο πολύ, και ο γάμος σε έναν μήνα… Δηλαδή, θα γινόταν…
— Σκασίλα μου για τον γάμο! — ξέσπασε η Άλλα. — Αν βρήκε κάποια καλύτερη, ας το πει! Και ας μη με ζαλίζει με τα υποκαταστήματά του! Άθλιε δειλέ!
Η Έλενα Σεργκέεβνα την κοίταζε χαμένη.
— Αλότσκα, μη φουντώνεις. Μπορεί να κάνουμε λάθος. Μπορεί όντως να έχει προβλήματα στη δουλειά…
— Έλενα Σεργκέεβνα, — η Άλλα σηκώθηκε. — Ευχαριστώ για το τσάι. Αλλά δεν σκοπεύω να μαντεύω και να περιμένω άλλο. Αν ο Ιγκόρ δεν μπορεί να πει την αλήθεια, θα τη μάθω μόνη μου.
Τις επόμενες δύο μέρες η Άλλα επιδόθηκε σε μια κανονική έρευνα. Όχι, δεν προσέλαβε ντετέκτιβ ούτε παρακολουθούσε τον Ιγκόρ — απλώς μελέτησε προσεκτικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσής του, τα οποία παλιότερα αγνοούσε. Και βρήκε αυτό που έψαχνε.
Σε μια φωτογραφία από το εταιρικό πάρτι πριν από έναν μήνα, που είχε ανεβάσει κάποιος συνάδελφος του Ιγκόρ, στο βάθος φαινόταν ο ίδιος. Δίπλα του στεκόταν μια κοπέλα — νεαρή, γύρω στα είκοσι πέντε, με μακριά κόκκινα μαλλιά και έντονο κραγιόν. Συζητούσαν ζωηρά για κάτι, και από τη στάση του σώματός τους ήταν φανερό — η κουβέντα σίγουρα δεν αφορούσε τη δουλειά.
Το να βρει την κοπέλα δεν ήταν δύσκολο. Κριστίνα Βορομπιόβα, υπεύθυνη εξυπηρέτησης πελατών στην εταιρεία του Ιγκόρ. Το Instagram της ήταν γεμάτο σέλφι, φωτογραφίες από ταξίδια και εστιατόρια. Και το πιο ενδιαφέρον — πριν από τρεις εβδομάδες εμφανίστηκαν φωτογραφίες από ένα εστιατόριο που η Άλλα γνώριζε πολύ καλά. Εκεί την είχε πάει ο Ιγκόρ στο πρώτο τους ραντεβού. Στη φωτογραφία φαινόταν μόνο η Κριστίνα, αλλά πάνω στο τραπέζι υπήρχαν δύο ποτήρια.
— Σκύλα! — έβρισε η Άλλα, πετώντας το τηλέφωνο πάνω στο κρεβάτι. — Να πάρει η ευχή! Στο δικό μας εστιατόριο την πήγε!
Πηγαινοερχόταν στο διαμέρισμα, μην ξέροντας πού να ξεσπάσει τον θυμό της. Ήθελε να σπάσει κάτι, κατά προτίμηση το κεφάλι του Ιγκόρ ή της νέας του ερωμένης. Αντ’ αυτού όμως, πήρε μια βαθιά ανάσα και σχημάτισε τον αριθμό του.
— Ιγκόρ, — είπε όταν εκείνος απάντησε με το πρώτο χτύπημα. — Αύριο στις τρεις σε περιμένω στο καφέ στις Λίμνες Τσίστιε. Πρέπει να μιλήσουμε.
— Άλλα! Ήλιε μου! Επιτέλους απάντησες! Είμαι τόσο χαρούμενος…
— ΣΚΑΣΕ! — φώναξε εκείνη. — Αύριο στις τρεις. Αν δεν έρθεις, μπορείς να ξεχάσεις την ύπαρξή μου για πάντα.
Έκλεισε το τηλέφωνο και το απενεργοποίησε.
Την επόμενη μέρα η Άλλα έφτασε στο καφέ δεκαπέντε λεπτά πριν από την προκαθορισμένη ώρα. Διάλεξε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, παρήγγειλε έναν διπλό εσπρέσο και ετοιμάστηκε να περιμένει. Ο Ιγκόρ εμφανίστηκε ακριβώς στις τρεις, λαχανιασμένος, με μια ανθοδέσμη λευκά τριαντάφυλλα.
— Πέτα τα, — είπε ψυχρά εκείνη. — Και κάτσε.
Εκείνος ακούμπησε υπάκουα τα λουλούδια στη διπλανή καρέκλα και κάθισε απέναντί της.
— Άλλα, χαίρομαι τόσο πολύ που δέχτηκες να βρεθούμε. Θέλω να τα εξηγήσω όλα…
— Κριστίνα Βορομπιόβα, — πρόφερε εκείνη, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
Ο Ιγκόρ άσπρισε, μετά κοκκίνισε, άνοιξε το στόμα του, το έκλεισε.

— Τι; Ποια είναι αυτή; Δεν καταλαβαίνω…
— Δεν ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ; — Η Άλλα έβγαλε το τηλέφωνο, άνοιξε τη φωτογραφία από το εταιρικό πάρτι. — Κι αυτή εδώ ποια είναι; Μήπως μπορείς να με διαφωτίσεις, ΠΟΙΑ είναι αυτή η κοκκινομάλλα που της γουργουρίζεις τόσο γλυκά;
— Είναι… είναι μια συνάδελφος. Καινούργια σε εμάς, εγώ ως διευθυντής…
— Ως διευθυντής πας τους υφισταμένους σου στο εστιατόριο που κάναμε το πρώτο μας ραντεβού; — τον διέκοψε. — Ή μήπως ξέχασες το «Προβάνς» στη Μπολσάγια Νικίτσκαγια;
Ο Ιγκόρ ξεφούσκωσε σαν τρυπημένο μπαλόνι.
— Εσύ…
— Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει κάτι άλλο — πόσο καιρό συνεχίζεται αυτό; Και το κυριότερο — ΓΙΑΤΙ χρειάστηκε να μεταφέρεις τον γάμο; Αποφάσισες να ξεκαθαρίσεις πρώτα με την ερωμένη σου;
Ο Ιγκόρ σιωπούσε, καρφώνοντας το βλέμμα του στο τραπέζι. Μετά είπε σιγά:
— Είναι έγκυος.
Η Άλλα πιάστηκε από την άκρη του τραπεζιού για να μην πέσει.
— ΤΙ;
— Είναι έγκυος, — επανέλαβε λίγο πιο δυνατά. — Εμείς… αυτό έγινε μόνο λίγες φορές. Δεν το ήθελα, ειλικρινά! Απλώς μετά το πάρτι… μετά άλλες δυο φορές… Και πριν από μια εβδομάδα μου είπε ότι περιμένει παιδί.
— Και αποφάσισες να μεταφέρεις τον ΔΙΚΟ ΜΑΣ γάμο; — Η Άλλα μιλούσε πολύ σιγά, αλλά στη φωνή της αντηχούσε τέτοιος θυμός που ο Ιγκόρ μαζεύτηκε. — Για να κάνεις τι; Να την παντρευτείς;
— Όχι! Θεέ μου, όχι! Εσένα αγαπάω, Άλλα! Απλώς… χρειάζομαι χρόνο για να τα τακτοποιήσω όλα. Μπορεί να δεχτεί να… ε, ξέρεις, καταλαβαίνεις…
— Να κάνει έκτρωση; — Η Άλλα σηκώθηκε. — Ξέρεις κάτι, Ιγκόρ; Άει στο διάολο! Εσύ, η έγκυος ερωμένη σου και όλα σου τα «τακτοποιήματα»!
Του πέταξε το υπόλοιπο του καφέ στο πρόσωπο. Ο Ιγκόρ τινάχτηκε, αλλά δεν πρόλαβε να αποφύγει το χτύπημα. Σκούρες σταγόνες άρχισαν να τρέχουν πάνω στο ακριβό λευκό του πουκάμισο.
— Άλλα, στάσου!
Εκείνη όμως έβγαινε ήδη από το καφέ, χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
Το βράδυ της ίδιας μέρας, η Άλλα καθόταν στο σπίτι με τη Μαρίνα και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Η φίλη της, αφού άκουσε την ιστορία, σφύριξε με νόημα.
— Τι λες τώρα! Τι ανατροπή είναι αυτή; Και τώρα τι γίνεται;
— ΤΙΠΟΤΑ! — Η Άλλα γέμισε άλλο ένα ποτήρι κρασί. — Ας πάει να κουρεύεται με την έγκυο μάνατζέρ του. Μου το παίζει και έντιμος — «δεν ήθελα», λέει, «έτυχε». Ας πάνε όλα στο διάολο, να καούν!
Το θυροτηλέφωνο χτύπησε. Η Άλλα πάτησε το κουμπί.
— Ναι;
— Αλότσκα, εγώ είμαι, η Έλενα Σεργκέεβνα. Μπορώ να ανέβω;
Μετά από πέντε λεπτά, η μητέρα του Ιγκόρ καθόταν στο σαλόνι, χλωμή και αναστατωμένη.
— Άλλα, καλή μου, μου τα είπε όλα. Είμαι σε ΣΟΚ! Πώς μπόρεσε! Αυτή η κοπέλα… δεν βρίσκω λόγια!
— Ε, τι να κάνουμε τώρα, — η Άλλα ανασήκωσε τους ώμους. — Ο γιος σας έκανε την επιλογή του.
— Ποια επιλογή;! — Η Έλενα Σεργκέεβνα άπλωσε τα χέρια της απελπισμένα. — Δεν πρόκειται να την παντρευτεί! Ο ίδιος μου το είπε — ήταν ένα λάθος, μια βλακεία! Άλλα, σε παρακαλώ, μην τον παρατάς! Είναι ανόητος, αλλά σ’ αγαπάει!
— Μ’ αγαπάει; — Η Άλλα ξέσπασε σε γέλια. — Περίεργη αγάπη έχει — να κοιμάται με άλλες, να τους κάνει παιδιά και μετά να ζητάει από μένα να περιμένω μέχρι να «τα τακτοποιήσει». Να τον πάρουν οι διάολοι!
— Άλλα…
— ΟΧΙ! Θέλετε να μάθετε τι σκέφτομαι; Ο γιος σας είναι δειλός και παλιάνθρωπος! Θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Νομίζει ότι θα κάθομαι να περιμένω πότε θα ξεμπερδέψει με την έγκυο ερωμένη του; Ποτέ των ποτών!
Το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. Η Άλλα πήγε να ανοίξει και έμεινε στήλη άλατος — στο κατώφλι στεκόταν ο Ιγκόρ.
— Άλλα, άκουσέ με…
— ΔΡΟΜΟ! — ούρλιαξε τόσο δυνατά που οι γείτονες βγήκαν από τα διαμερίσματά τους να δουν τι συμβαίνει. — Φύγε αμέσως, γιατί θα γίνει χαμός!
— Άλλα, σε παρακαλώ! Θα τα διορθώσω όλα! Η Κριστίνα δέχτηκε να φύγει, θα της δώσω χρήματα, θα γεννήσει κάπου σε άλλη πόλη…
— ΕΧΕΙΣ ΤΡΕΛΑΘΕΙ ΤΕΛΕΙΩΣ;! — Η Άλλα άρπαξε το πρώτο πράγμα που βρήκε μπροστά της — ένα βάζο από την είσοδο — και το εκσφενδόνισε πάνω του. Ο Ιγκόρ ίσα που πρόλαβε να σκύψει, και το βάζο έγινε χίλια κομμάτια στον τοίχο. — Νομίζεις ότι όλα λύνονται με το χρήμα; Θα την εξαγοράσεις και θα γυρίσεις σε μένα σαν να μη συμβαίνει τίποτα;!
Η Έλενα Σεργκέεβνα βγήκε τρέχοντας από το διαμέρισμα.
— Ιγκόρ! Φύγε αμέσως! Τα κάνεις όλα χειρότερα!
— Μαμά, εγώ…
— ΦΥΓΕ, ΣΟΥ ΕΙΠΑ! — δήλωσε η μητέρα με τέτοιο ύφος που ο Ιγκόρ υποχώρησε.
— Άλλα, θα περιμένω. Ξέρω ότι θα με συγχωρέσεις. Αφού αγαπιόμαστε…
— Να πας να ψοφήσεις! — Η Άλλα του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.
Η Έλενα Σεργκέεβνα άγγιξε προσεκτικά τον ώμο της.
— Άλλα, καλή μου…
— Έλενα Σεργκέεβνα, — η Άλλα γύρισε προς το μέρος της, και εκείνη είδε ότι τα μάτια της κοπέλας ήταν στεγνά και γεμάτα οργή. — Σας σέβομαι πολύ. Αλλά αν αρχίσετε τώρα να υπερασπίζεστε τον γιο σας, θα πετάξω κι εσάς έξω. Με καταλάβατε;
Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά.
— Καταλαβαίνω. Και δεν πρόκειται. Αυτός φταίει. Απλώς θέλω να σου πω — ό,τι κι αν αποφασίσεις, θα σε καταλάβω. Αξίζεις κάτι καλύτερο.
Έφυγε, αφήνοντας την Άλλα με τη Μαρίνα.
— Πω πω! — σφύριξε η φίλη της. — Του τα έψαλες για τα καλά! Μέχρι και το βάζο του πέταξες!
— Λίγο του ήταν το βάζο, — είπε η Άλλα ανάμεσα από τα δόντια της. — Θα του δείξω εγώ! Νομίζει ότι θα κάτσω να υποφέρω και να περιμένω; Στα αρχίδια μου!
Την επόμενη μέρα πήγε στο διαμέρισμα που νοίκιαζαν με τον Ιγκόρ. Εκείνος έλειπε στη δουλειά, κι έτσι η Άλλα μάζεψε ήρεμα όλα της τα πράγματα. Άφησε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι μαζί με ένα σημείωμα: «Ελπίζω η εγκυμονούσα σου να εκτιμήσει τη θέα από την κρεβατοκάμαρα. Να πας στο διάολο!»
Μετά τηλεφώνησε στο εστιατόριο και ακύρωσε τη δεξίωση. Στο κατάστημα νυφικών ανακοίνωσε ότι είναι διατεθειμένη να πουλήσει το φόρεμα σε όποια το ήθελε στη μισή τιμή. Έστειλε μηνύματα σε όλους τους καλεσμένους, ενημερώνοντάς τους ότι ο γάμος ακυρώνεται λόγω απιστίας του γαμπρού.
Μέχρι το βράδυ, το τηλέφωνό της κόντευε να σπάσει από τις κλήσεις. Ο Ιγκόρ την έπαιρνε κάθε πέντε λεπτά, της έγραφε μηνύματα, την ικέτευε να βρεθούν. Η Άλλα μπλόκαρε τον αριθμό του.
Πέρασαν οκτώ μήνες. Η Άλλα καθόταν στο καινούργιο της γραφείο — είχε ανοίξει το δικό της ιδιωτικό οδοντιατρείο, κάτι που ονειρευόταν από καιρό. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, οι πελάτες ήταν ευχαριστημένοι, η ζωή έμπαινε σιγά-σιγά σε μια σειρά.
Κάποιος χτύπησε την πόρτα. — Περάστε! Μπήκε η γραμματέας. — Άλλα Μιχαήλοβνα, έχετε έναν επισκέπτη. Λέει ότι γνωρίζεστε. Ο Ιγκόρ Βλαντιμίροβιτς. Η Άλλα συνοφρυώθηκε. Όλους αυτούς τους μήνες ο Ιγκόρ είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί της δεκάδες φορές. Έστελνε λουλούδια, δώρα, γράμματα. Εκείνη τα επέστρεφε όλα χωρίς καν να τα ανοίξει. — Ας περάσει, — αποφάσισε. — Πέντε λεπτά μόνο.
Ο Ιγκόρ μπήκε μέσα, και η Άλλα μετά βίας τον αναγνώρισε. Δεν είχε καμία σχέση με τον περιποιημένο και γεμάτο αυτοπεποίθηση επιχειρηματία που ήξερε. — Γεια σου, — είπε σιγά. — Τι θέλεις; — ρώτησε ψυχρά η Άλλα. — Εγώ… ήθελα να σου πω τα νέα μου. Και να ζητήσω συγγνώμη. Αν και ξέρω ότι δεν την αξίζω. — Λέγε. Σου μένουν τέσσερα λεπτά.
Ο Ιγκόρ κάθισε βαριά στην καρέκλα των ασθενών. — Παντρεύτηκα την Κριστίνα. Πριν από τρεις μήνες. Η μητέρα μου επέμενε — εφόσον υπήρχε παιδί, έπρεπε να το νομιμοποιήσουμε. Γεννήθηκε κοριτσάκι. — Συγχαρητήρια, — είπε αδιάφορα η Άλλα. — Και λοιπόν; — Είναι ΚΟΛΑΣΗ! — ξέσπασε ξαφνικά. — Είναι υστερική! Κάνει σκηνές για το παραμικρό, ζηλεύει τους πάντες, ξοδεύει λεφτά σαν τρελή! Και το κυριότερο — κατάλαβα ότι ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΓΑΠΑΩ! Καθόλου! Δεν έχουμε καν τι να πούμε! — Καημερούλη μου, — είπε η Άλλα με ειρωνικό ύφος. — Εσύ διάλεξες τη φούστα, εσύ τώρα λούσου τα. — Άλλα, ξέρω ότι φταίω. Ξέρω ότι φέρθηκα σαν παλιάνθρωπος. Αλλά μήπως… μήπως θα μπορούσαμε να κάνουμε μια νέα αρχή; Θα χωρίσω μόλις μπορέσω. Θα της δώσω λεφτά, το σπίτι, ό,τι θέλει, αρκεί να ελευθερωθώ!
Η Άλλα σηκώθηκε. — Ιγκόρ, άκουσε προσεκτικά, γιατί δεν πρόκειται να το ξαναπώ. ΜΟΥ ΕΙΝΑΙΣ ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ. Κατάλαβες; Τελείως, απόλυτα αδιάφορος. Ζήσε με την υστερική σου, μεγάλωσε την κόρη σου, υπόφερε ή χαμογέλα — δεν με νοιάζει καθόλου. Έπαψες να υπάρχεις για μένα την ημέρα που μου είπες ότι η ερωμένη σου είναι έγκυος. — Μα Άλλα… — ΕΞΩ! — του έδειξε την πόρτα. — Δρόμο και να μην ξαναπατήσεις ποτέ!
Ο Ιγκόρ σηκώθηκε, πήγε προς την πόρτα και γύρισε. — Εγώ θα περιμένω. Ίσως κάποτε… — Άει χάσου, σιχάμα! — Η Άλλα του πέταξε το πρώτο πράγμα που βρήκε μπροστά της — ένα γύψινο εκμαγείο σιαγόνας. — ΕΞΩ ΑΠΟ ‘ΔΩ!
Εκείνος πετάχτηκε έξω από την πόρτα. Η Άλλα πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε στην πολυθρόνα της. Το τηλέφωνο χτύπησε. — Άλλα Μιχαήλοβνα; — άκουσε μια ευχάριστη αντρική φωνή. — Εδώ Αντρέι Πέτροβιτς, από την εικοστή τρίτη κλινική. Θυμάστε που γνωριστήκαμε στο συνέδριο; Ήθελα να σας καλέσω για δείπνο, αν δεν έχετε αντίρρηση.
Η Άλλα χαμογέλασε — ο Αντρέι της άρεσε. Ένας έξυπνος, καλλιεργημένος χειρουργός-εμφυτευματολόγος, πρόσφατα χωρισμένος.
— Με μεγάλη μου ευχαρίστηση, — απάντησε.
Το βράδυ, καθώς ετοιμαζόταν για το ραντεβού, η Άλλα έλαβε ένα μήνυμα από την Έλενα Σεργκέεβνα: «Αλότσκα, ο Ιγκόρ μού είπε για τη συνάντησή σας. Μην τον θυμώνεις, είναι πραγματικά δυστυχισμένος. Η Κριστίνα αποδείχθηκε τρομερή γυναίκα, καβγάδες κάθε μέρα. Πήρε αυτό που του άξιζε. Κι εσύ μπράβο σου που δεν τον συγχώρεσες. Να είσαι ευτυχισμένη, καλή μου. Το αξίζεις.»
Η Άλλα χαμογέλασε. Το παρελθόν πρέπει να μένει στο παρελθόν.

Την ίδια στιγμή, ο Ιγκόρ καθόταν στο καινούργιο του διαμέρισμα —στο παλιό έμενε πλέον η Κριστίνα με την κόρη τους— και κοίταζε μια φωτογραφία με την Άλλα. Ήταν τόσο ευτυχισμένοι τότε, πριν από δύο χρόνια στη θάλασσα. Και τα είχε καταστρέψει όλα με τα ίδια του τα χέρια. Για ποιο λόγο; Για δυο-τρεις νύχτες με μια κοπέλα που αποδείχθηκε μια υπολογιστική σκύλα;