«– Όχι, δεν χρειάζεται να έρθεις τώρα οπωσδήποτε. Σκέψου το μόνη σου, μαμά. Ο δρόμος είναι μακρύς, μια ολόκληρη νύχτα στο τρένο, κι εσύ δεν είσαι πια νέα.

Γιατί να μπεις σε τέτοιο κόπο; Άλλωστε είναι άνοιξη, θα έχεις σίγουρα πολλές δουλειές στο περιβόλι τώρα, – μου λέει ο γιος μου.

– Γιε μου, τι εννοείς γιατί; Έχουμε καιρό να ειδωθούμε.

Θέλω πολύ να δω και τη γυναίκα σου, όπως λένε, πρέπει να γνωρίσω τη νύφη μου από κοντά, – του λέω ειλικρινά τα πράγματα όπως έχουν.

– Τότε ας συμφωνήσουμε στο εξής: περίμενε μέχρι το τέλος του μήνα και θα έρθουμε εμείς σε σένα.

Θα έχει πολλές αργίες το Πάσχα, – με καθησύχασε ο γιος μου.

Για να είμαι ειλικρινής, ήμουν ήδη έτοιμη να φύγω, αλλά τον πίστεψα και συμφώνησα να μην πάω πουθενά, αλλά να τον περιμένω στο σπίτι.

Ωστόσο, δεν ήρθε κανείς. Τηλεφώνησα στον γιο μου μερικές φορές, αλλά μου το έκλεινε.

Μετά με πήρε ο ίδιος, είπε ότι ήταν πολύ απασχολημένος, οπότε δεν χρειαζόταν να τον περιμένω.

Στεναχωρήθηκα πολύ. Προετοιμαζόμουν για τον ερχομό του γιου μου και της νύφης μου.

Είχε παντρευτεί πριν από μισό χρόνο, κι εγώ δεν είχα δει ακόμα τη νύφη μου ούτε μια φορά.

Τον γιο μου, τον Αλεξέι, τον γέννησα, όπως λένε, για τον εαυτό μου.

Ήμουν ήδη 30 χρονών και δεν παντρεύτηκα ποτέ. Έτσι αποφάσισα τουλάχιστον να κάνω ένα παιδί.

Ίσως να είναι αμαρτία, αλλά δεν μετάνιωσα ποτέ γι’ αυτό το βήμα, αν και συχνά ήταν δύσκολα, αφού χρήματα δεν υπήρχαν και δεν ζούσαμε, αλλά επιβιώναμε.

Όμως δούλευα πάντα σε πολλές δουλειές, μόνο και μόνο για να έχει το παιδί μου όλα τα απαραίτητα.

Ο γιος μου μεγάλωσε και πήγε να σπουδάσει στην πρωτεύουσα.

Για να τον στηρίξω τον πρώτο καιρό εκεί, άρχισα να πηγαίνω ακόμα και στην Πολωνία για δουλειά, ώστε να του στέλνω το απαραίτητο ποσό για τις σπουδές και τη διαμονή του.

Η μητρική μου καρδιά χαιρόταν που μπορούσα να βοηθήσω το παιδί μου.

Ο Αλεξέι ήδη από το τρίτο έτος άρχισε να κάνει μεροκάματα και να βγάζει τα δικά του χρήματα.

Και όταν τελείωσε το πανεπιστήμιο και έπιασε δουλειά, συντηρούσε πλέον τον εαυτό του.

Ο γιος μου ερχόταν στο σπίτι, αλλά σπάνια, περίπου μια φορά το χρόνο.

Κι εγώ στο Κίεβο, ντρέπομαι να το πω, δεν είχα πάει ποτέ στη ζωή μου.

Σκέφτηκα πως όταν παντρευτεί ο γιος μου, θα πάω οπωσδήποτε.

Άρχισα μάλιστα να αποταμιεύω χρήματα γι’ αυτή την περίπτωση. Μάζεψα 60 χιλιάδες γρίβνες.

Πριν από μισό χρόνο ο γιος μου τηλεφώνησε και μου ανακοίνωσε τα πολυπόθητα νέα – παντρεύεται.

– Μαμά, αλλά μην έρθεις, γιατί τώρα θα κάνουμε μόνο τον πολιτικό γάμο, και τη γαμήλια γιορτή θα την κάνουμε αργότερα, – με προειδοποίησε ο γιος μου.

Στεναχωρήθηκα, αλλά τι να κάνεις.

Ο Αλεξέι με γνώρισε στη νύφη μου μέσω βιντεοκλήσης. Το κορίτσι φαινόταν καλό. Πολύ όμορφη. Και πλούσια.

Ο συμπεθέρος μου, ο πατέρας της, είναι κάποιος μεγάλος πλούσιος.

Δεν μου έμενε παρά να χαίρομαι που όλα του πήγαν τόσο καλά.

Και να που πέρασε ο καιρός, και ο γιος μου ούτε σε μένα έρχεται, ούτε κοντά του με καλεί.

Δεν κρατιόμουν άλλο να δω τη νύφη μου και να αγκαλιάσω τον γιο μου, οπότε ετοιμάστηκα, αγόρασα εισιτήρια για το τρένο, μάζεψα σπιτικό φαγητό, έπλασα μάλιστα και ψωμί μόνη μου, πήρα και λίγα βαζάκια με τουρσιά και έφυγα.

Και τηλεφώνησα στον γιο μου λίγο πριν επιβιβαστώ στο τρένο.

– Καλά μαμά, δεν παίζεσαι! Γιατί;

Είμαι στη δουλειά, δεν θα μπορέσω καν να σε προϋπαντήσω.

Εντάξει, ορίστε η διεύθυνση, πάρε ένα ταξί, – είπε ο Αλεξέι.

Το πρωί έφτασα στην πρωτεύουσα, κάλεσα ταξί και έμεινα δυσάρεστα έκπληκτη από την τιμή της διαδρομής.

Αλλά το πρωινό Κίεβο είναι πολύ όμορφο, οπότε μπόρεσα να απολαύσω τη θέα από το παράθυρο του αυτοκινήτου.

Την πόρτα μού άνοιξε η νύφη μου. Ούτε καν χαμογέλασε, δεν με αγκάλιασε.

Μου πρότεινε μόνο ψυχρά να περάσω στην κουζίνα.

Ο γιος μου δεν ήταν πια στο σπίτι, είχε φύγει νωρίς για τη δουλειά.

Άρχισα να βγάζω τα πράγματα από τις τσάντες, έβγαλα πατάτες, παντζάρια, αυγά, αποξηραμένα μήλα, μαριναρισμένα μανιτάρια, αγγουράκια, ντοματάκια, και μερικά ακόμα βαζάκια μαρμελάδα.

Η νύφη μου παρακολουθούσε τα πάντα σιωπηλή και μετά δήλωσε ότι άδικα τα έφερα όλα αυτά, αφού εκείνοι δεν τρώνε τέτοια, και γενικά, δεν μαγειρεύει στο σπίτι.

– Και τι τρώτε τότε; – απόρησα εγώ. – …»

«– Μας φέρνουν φαγητό με delivery κάθε μέρα.

Δεν μου αρέσει να μαγειρεύω, γιατί μετά η κουζίνα μυρίζει άσχημα και η μυρωδιά αργεί πολύ να φύγει, – λέει η Ιλόνα.

Πριν προλάβω να συνέλθω από τα λόγια της, μπαίνει στην κουζίνα ένα παιδί, ένα αγοράκι γύρω στα 3 με 3,5 χρονών.

– Γνωρίστε τον γιο μου. Τον Δανιήλ, – λέει η νύφη μου.

– Ο Δανιήλ; – ξαναρώτησα.

– Όχι, ο Δανιήλ. Δεν είναι «Δανίλος». Δεν μου αρέσει να παραποιούν τα ονόματα.

– Εντάξει, όπως πεις, Ιλόνκα.

– Και δεν είμαι η «Ιλόνκα», είμαι η Ιλόνα. Στην πόλη κανείς δεν παραποιεί τα ονόματα, αλλά πού να το ξέρετε εσείς…

Ήθελα να κλάψω.

Και όχι τόσο επειδή ο γιος μου πήρε γυναίκα με παιδί, αλλά επειδή δεν μου είχε πει κουβέντα γι’ αυτό.

Αλλά οι εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί. Κοίταξα στον τοίχο και είδα ένα μεγάλο γαμήλιο πορτρέτο.

– Α, αφού δεν έγινε γάμος, καλά κάνατε τουλάχιστον που βγάλατε ωραίες φωτογραφίες, – λέω, προσπαθώντας να αλλάξω θέμα.

– Πώς δεν έγινε γάμος; Έγινε, με 200 άτομα. Μόνο εσείς λείπατε, αλλά ο Αλεξέι είπε ότι είχατε αρρωστήσει.

Ίσως ήταν και για καλό που έγινε έτσι, – με μέτρησε από την κορυφή ως τα νύχια η νύφη μου.

– Θα φάτε πρωινό;

– Θα φάω…

Η Ιλόνα έβαλε μπροστά μου ένα φλιτζάνι τσάι και μερικά κομμάτια ακριβό τυρί. Αυτό ήταν το πρωινό κατά τη γνώμη της.

Εγώ όμως δεν έχω συνηθίσει έτσι. Το πρωί θέλω να φάω καλά, ειδικά μετά από ταξίδι.

Σκέφτηκα να τηγανίσω αυγά, αφού είχα φέρει και το σπιτικό ψωμί μαζί μου.

Όμως η νύφη μου μού απαγόρευσε κατηγορηματικά να τηγανίσω αυγά, λόγω της μυρωδιάς στην κουζίνα.

Αρνήθηκε να φάει το ψωμί· είπε ότι αυτή και ο Αλεξέι κάνουν υγιεινή διατροφή.

Μου κόπηκε η όρεξη. Πικράθηκα τόσο πολύ που ο γιος μου ντράπηκε να με καλέσει στον γάμο του.

Περίμενα αυτή τη στιγμή τόσα χρόνια, μάζευα χρήματα, και τελικά αποδείχτηκε ότι όλα πήγαν χαμένα.

Άρχισα να πίνω το τσάι μου. Η νύφη μου σιωπούσε. Μια σιωπή τόσο αφύσικη.

Εκείνη τη στιγμή έτρεξε το παιδί και ήρθε κοντά μου.

Ήθελα να αγκαλιάσω το αγοράκι, αλλά η Ιλόνα άρχισε να κουνάει τα χέρια της λέγοντας ότι δεν επιτρέπεται, γιατί δεν ξέρουν «τι κουβαλάω πάνω μου» και ότι πρόκειται για παιδί.

Δεν είχα πάρει δώρα για το παιδί, οπότε του έτεινα ένα βαζάκι μαρμελάδα βατόμουρο.

Του λέω: «Θα έχεις ένα νόστιμο κέρασμα για τις κρέπες σου».

Η νύφη μου άρπαξε το βάζο μέσα από τα χέρια μου λέγοντας:

«Πόσες φορές πρέπει να σας το πούμε; Κάνουμε σωστή διατροφή και δεν τρώμε ζάχαρη!»

Ένιωσα ότι θα ξεσπάσω σε κλάματα. Δεν τελείωσα καν το τσάι μου.

Πήγα στον διάδρομο και άρχισα να φοράω τα παπούτσια μου. Η νύφη μου δεν αντέδρασε καθόλου. Δεν ρώτησε καν πού πηγαίνω.

Βγήκα έξω από την πολυκατοικία, κάθισα σε ένα παγκάκι εκεί κοντά και άφησα τα δάκρυα να τρέξουν.

Τέτοια πίκρα δεν είχα νιώσει ποτέ στη ζωή μου.

Μετά από λίγη ώρα, βλέπω τη νύφη μου να βγαίνει για βόλτα με το παιδί και να πετάει όλα μου τα τρόφιμα στα σκουπίδια.

Έμεινα άφωνη. Όταν έφυγε, τα μάζεψα όλα πίσω στις τσάντες και σύρθηκα προς τον σταθμό.

Στάθηκα τυχερή γιατί κάποιος ακύρωσε ένα εισιτήριο και κατάφερα να το αγοράσω για το βράδυ.

Κοντά στον σταθμό υπήρχε ένα εστιατόριο. Πήρα ένα μπορς, ένα κομμάτι ψητό κρέας, πατάτες και σαλάτα.

Πείναγα πολύ. Πλήρωσα αρκετά, αλλά δεν άξιζα κι εγώ να φάω κάτι καλό;

Άφησα τις τσάντες στις θυρίδες και είχα μερικές ώρες ακόμα για να περπατήσω στο Κίεβο. Η πόλη μου άρεσε. Ξεχάστηκα για λίγο.

Στο τρένο δεν κοιμήθηκα. Έκλαιγα. Ήταν οδυνηρό, γιατί ο γιος μου δεν με πήρε ούτε ένα τηλέφωνο να με ρωτήσει πού είμαι.

Πιο εύκολα θα περίμενα χιόνι το καλοκαίρι, παρά να με υποδεχτεί έτσι το παιδί μου.

Είναι ο μοναδικός μου γιος, στον οποίο στήριξα τόσες ελπίδες, και στο τέλος αποδείχτηκα άχρηστη γι’ αυτόν.

Τώρα σκέφτομαι τι να κάνω με τα χρήματα που μάζευα για τον γάμο του.

Να του δώσω εκείνες τις 60 χιλιάδες γρίβνες, για να ξέρει ότι η μάνα του τον φρόντιζε πάντα;

Ή να μην του δώσω τίποτα, γιατί δεν το αξίζει;»

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: