«– Μαμά, αλλάζουμε τις κλειδαριές. Αύριο θα έρθει ο τεχνικός.
– Τις κλειδαριές;
– Ναι. Δεν θα έχεις πια κλειδί.»
– Ο πατέρας σου κι εγώ το αποφασίσαμε ήδη, – είπε η Όλγα, ακουμπώντας την παλάμη της πάνω στο χέρι του γιου της. – Πουλάμε το εξοχικό. Θα σας δώσουμε ένα εκατομμύριο για την προκαταβολή, φτάνει πια να ταλαιπωρείστε σε ξένα σπίτια και ενοίκια.
Ο Αντρέι πάγωσε με την κούπα στα μισά της διαδρομής προς το στόμα του. Η Ναταλία, η γυναίκα του, σταμάτησε κι αυτή να μασάει, με την μπουκιά την πίτα να μένει πάνω στο πιρούνι.
– Μαμά, τι λες; – ο Αντρέι άφησε προσεκτικά την κούπα. – Ποιο εξοχικό; Αφού κάθε καλοκαίρι εκεί είστε…
– Θα τα βγάλουμε πέρα. Μισέλ, πες τους κι εσύ.
Ο πατέρας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή σκάλιζε αφηρημένα το μαρμελάδα με το κουτάλι του, σήκωσε το κεφάλι.
– Η μάνα σου έχει δίκιο. Σαράντα χρόνια το έχουμε αυτό το εξοχικό, η σκεπή στάζει, ο φράχτης έγειρε. Μόνο μπελάς είναι. Κι εσείς δεν έχετε πού να μείνετε.
– Μπαμπά, θα μαζέψουμε μόνοι μας τα χρήματα, – ο Αντρέι κούνησε το κεφάλι του. – Άλλα δύο χρόνια, ίσως τρία…
– Τρία χρόνια! – η Όλγα άνοιξε τα χέρια της. – Τρία χρόνια σε ξένα σπίτια, με το παιδί να έρχεται; Νατάσα, πες κι εσύ κάτι!
Η Ναταλία κοίταξε χαμένη τον άντρα της και μετά την πεθερά της.
– Όλγα Βικτόροβνα, αυτά είναι πάρα πολλά χρήματα. Δεν μπορούμε έτσι απλά…
– Μπορείτε, – την έκοψε η Όλγα. – Δεν σηκώνει κουβέντα. Έχουμε ήδη μιλήσει με τον μεσίτη, το Σάββατο θα το δείξουμε.
Ο Αντρέι άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά η Όλγα τον πρόλαβε.
– Γιε μου. Δεν ξανανιώνουμε. Ο πατέρας σου υποφέρει τρία χρόνια τώρα με την πίεση, εγώ του χρόνου κλείνω τα εξήντα. Τι να το κάνουμε το εξοχικό; Να φυτεύουμε ντομάτες; Τις αγοράζω και από την αγορά. Τα εγγόνια μας όμως, ας μεγαλώσουν σε ένα κανονικό διαμέρισμα. Στο δικό τους, κατάλαβες;
Επικράτησε σιωπή. Η Ναταλία έσφιξε το χέρι του άντρα της κάτω από το τραπέζι. Ο Αντρέι έτριψε τη μύτη του, όπως έκανε πάντα όταν δεν ήξερε τι να απαντήσει.
– Μαμά… Θα τα επιστρέψουμε όλα. Σιγά-σιγά, αλλά θα σας δώσουμε και την τελευταία γρίβνα.
– Έλα τώρα, – ο Μιχάλης έκανε μια κίνηση με το χέρι του. – Είτε τα δώσεις είτε όχι, το σημαντικό είναι να έχουν τα εγγόνια μας πού να μάθουν να μπουσουλάνε.
Σε ενάμιση μήνα το εξοχικό πουλήθηκε. Η Όλγα πήγε μόνη της να υπογράψει τα χαρτιά, μόνη της μέτρησε τα χρήματα, μόνη της μετέφερε το εκατομμύριο στον λογαριασμό του γιου της.
Τρεις μήνες αργότερα, ο Αντρέι και η Ναταλία μετακόμισαν σε ένα δυάρι στην οδό Λομπανόφσκι – καινούργια οικοδομή, ένατος όροφος, με θέα στο πάρκο.
Στα εγκαίνια ήρθαν δεκαπέντε καλεσμένοι. Οι γονείς της Νατάσας έφεραν σερβίτσια, οι φίλες της δώρισαν πετσέτες, οι συνάδελφοι του Αντρέι έβαλαν ρεφενέ για μια καφετιέρα.
Η Όλγα τριγυρνούσε στα δωμάτια, άγγιζε τους τοίχους, κοίταζε μέσα στις ντουλάπες, κουνούσε το κεφάλι της – αν ήταν από επιδοκιμασία ή για να κρίνει, δεν μπορούσες να καταλάβεις.
Προς το βράδυ, όταν οι καλεσμένοι είχαν διασκορπιστεί στο σπίτι, η Όλγα έπιασε τον γιο της στον διάδρομο.
– Αντρέι, μια κουβέντα.
Τον πήγε προς την εξώπορτα, μακριά από τα αυτιά των άλλων.
– Δώσε μου το κλειδί.
Ο Αντρέι δεν κατάλαβε αμέσως.
– Ποιο κλειδί;
– Του διαμερίσματος. Το αντικλείδι. Για κάθε ενδεχόμενο, – η Όλγα χαμήλωσε τον τόνο της. – Σας βοηθήσαμε, το καταλαβαίνεις. Αν συμβεί κάτι και δεν έχουμε πρόσβαση; Και στο κάτω κάτω… οι σωστοί άνθρωποι δίνουν τα κλειδιά στους γονείς τους.
Ο Αντρέι μετακινήθηκε νευρικά. Φαινόταν στο πρόσωπό του ότι ήθελε να φέρει αντίρρηση, αλλά δεν έβρισκε τα λόγια. Ή δεν τολμούσε.
– Μαμά, ε… η Ναταλία…
– Τι η Ναταλία; Η Νατάσα έχει αντίρρηση; – η Όλγα μάζεψε λίγο τα μάτια της. – Σας αγοράσαμε σπίτι κι έχει αντίρρηση να μας δώσει κλειδί;
– Όχι, δεν ήθελα να πω αυτό…
– Ε, τότε δώσ’ το. Τι το σκέφτεσαι σαν μικρό παιδί;
Ο Αντρέι έβαλε το χέρι στην τσέπη του τζιν του και έβγαλε το μπρελόκ. Έβγαλε ένα κλειδί, ολοκαίνουργιο, που δεν είχε προλάβει ακόμα να μαυρίσει.
– Ορίστε.
Η Όλγα το πήρε, το έστριψε στα δάχτυλά της. Έβγαλε τα δικά της κλειδιά από την τσάντα και πέρασε προσεκτικά το νέο κλειδί ανάμεσα σε αυτό του σπιτιού της και του γκαράζ. Τα μέταλλα ακούστηκαν να χτυπούν μεταξύ τους.
– Έτσι, μπράβο το παιδί μου, – τον χτύπησε ελαφρά στο μάγουλο. – Πάμε να φάμε τούρτα, γιατί θα την εξαφανίσουν χωρίς εμάς.
Η βραδιά ήταν επιτυχημένη.
…Η Όλγα ψηλάφισε σχολαστικά το ύφασμα, έστριψε το μαξιλάρι ελέγχοντας τις ραφές.
Το βελούδο γλιστρούσε ευχάριστα κάτω από τα δάχτυλά της· η μουσταρδί απόχρωση ήταν ζεστή, φιλόξενη, ό,τι πρέπει για τον γκρίζο καναπέ της Νατάσας.
Πήρε και ένα δεύτερο ίδιο, σε χρώμα τερακότας. Στο μυαλό της είχε ήδη σχηματιστεί η εικόνα: τα μαξιλάρια στις γωνίες και ανάμεσά τους το πλεκτό ριχτάρι που είχε εντοπίσει την προηγούμενη εβδομάδα.
Στο τρόλεϊ, η Όλγα έσφιγγε τη σακούλα στο στήθος της. Έξω από το παράθυρο αναβόσβηναν αυλές, παιδικές χαρές, παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Οδός Λομπανόφσκι – η στάση της.
Η είσοδος μύριζε φρέσκια μπογιά – είχαν κάνει πρόσφατα ανακαίνιση. Η Όλγα ανέβηκε στον ένατο όροφο, έβγαλε το μπρελόκ, βρήκε το σωστό κλειδί.
Η κλειδαριά έκανε έναν απαλό ήχο, η πόρτα άνοιξε χωρίς να τρίζει.
Ησυχία. Κανείς.
Η Όλγα έβγαλε τα παπούτσια της και πέρασε στο σαλόνι. Όπως το περίμενε: ο καναπές ήταν «γυμνός».
Ξεπακέταρε τα μαξιλάρια, τα τοποθέτησε στις γωνίες, έκανε ένα βήμα πίσω και τα καμάρωσε. Βγήκε υπέροχο. Εντελώς άλλη όψη.
Βέβαια, η σκόνη στο ράφι τής «έβγαλε το μάτι». Και μια άπλυτη κούπα στο περβάζι. Η Όλγα κούνησε το κεφάλι της, αλλά δεν την άγγιξε. Δεν ήταν δική της δουλειά. Όχι ακόμα.
Το βράδυ, το τηλέφωνο χτύπησε γύρω στις εννέα.
– Μαμά, ήρθες από δω; – Η φωνή του Αντρέι ήταν παράξενη, τεντωμένη.
– Ε, ναι. Σας έφερα μαξιλάρια, τα είδες; Όμορφα, έτσι;
– Μαμά… – παύση. – Θα μπορούσες να μας είχες προειδοποιήσει. Η Νατάσα ήρθε σπίτι και βρήκε τα πράγματα μετακινημένα, κάτι μαξιλάρια…
– Κάτι μαξιλάρια; – η Όλγα γέλασε ειρωνικά. – Παρεμπιπτόντως, έκαναν οκτακόσιες γρίβνες το ένα. Και πες στη Νατάσα σου ότι το σπίτι σας είναι βρώμικο. Σκόνη παντού, άπλυτες κούπες.
– Και κοίταξα και στο ψυγείο – είναι μισοάδειο. Τι κάνετε, λιμοκτονείτε; Δεν σας έδωσα τα λεφτά για να ζείτε σαν φοιτητές.
– Μαμά, απλώς προειδοποίησέ μας την επόμενη φορά, εντάξει; Πάρε έστω ένα τηλέφωνο…
– Αχ, Αντρούσα, – η Όλγα γούρλωσε τα μάτια, αν και ο γιος της δεν μπορούσε να τη δει. – Εντάξει, πρέπει να κλείσω, με φωνάζει ο πατέρας σου.
Πάτησε το κόκκινο κουμπί χωρίς να περιμένει απάντηση.
Μια εβδομάδα μετά, η Όλγα τους πήγε ένα σετ σεντόνια. Ωραία, σατέν.
Η Νατάσα ήταν στο σπίτι, αλλά στο μπάνιο – η Όλγα άκουγε το νερό να τρέχει. Άφησε τη σακούλα πάνω στο κρεβάτι και έφυγε αθόρυβα, χωρίς να αφήσει σημείωμα.
Γιατί; Θα καταλάβαιναν μόνοι τους.
Μετά από τρεις μέρες – ένα σετ κατσαρόλες. Οι νέοι είχαν κάτι κινέζικες αηδίες με ξεφλουδισμένη επίστρωση, αηδία να τις βλέπεις.
Το Σάββατο, ο Αντρέι με τη Νατάσα ήρθαν για δείπνο.
Κάθισαν στο τραπέζι, έφαγαν πελμένι, συζήτησαν για τον καιρό και την ανακαίνιση των γειτόνων από πάνω. Όλα τυπικά, ευγενικά, άνοστα.
Η Ναταλία άφησε κάτω το πιρούνι.

– Όλγα Βικτόροβνα…
– Ορίστε;
– Μπορώ να σας ζητήσω κάτι… – η Ναταλία δίστασε, έριξε μια ματιά στον άντρα της. – Όταν έρχεστε, μπορείτε να μας παίρνετε τηλέφωνο από πριν; Απλώς για να το ξέρουμε.
Η Όλγα σκούπισε αργά τα χείλη της με τη χαρτοπετσέτα.
– Νατάσα. Ο πατέρας κι εγώ σας δώσαμε ένα εκατομμύριο γρίβνες. Ένα εκατομμύριο! Έχω το δικαίωμα να έρχομαι όποτε θέλω. Αυτό, μεταξύ μας, είναι και δικό μας διαμέρισμα.
– Μαμά, – ο Αντρέι προσπάθησε να παρέμβει.
– Τι «μαμά»; Άδικο έχω;
Σιωπή. Ο Μιχάλης σκάλιζε συγκεντρωμένος τα πελμένι του, δείχνοντας με όλη του τη στάση ότι δεν ήθελε να ανακατευτεί.
– Ευχαριστούμε για το δείπνο, – η Ναταλία σηκώθηκε. – Αντρέι, πρέπει να πηγαίνουμε.
Ετοιμάστηκαν γρήγορα, νευρικά. Τα χαμόγελα στον αποχαιρετισμό βγήκαν στραβά, ψεύτικα.
Η Όλγα έκλεισε την πόρτα πίσω τους και επέστρεψε στην κουζίνα να μαζέψει το τραπέζι.
Κάτι την έσπρωξε να πάει στο παράθυρο – ακριβώς τη στιγμή που το ζευγάρι έβγαινε από την πολυκατοικία.
Το φεγγίτη ήταν ανοιχτός. Η φωνή της Νατάσας έφτασε καθαρά, κοφτά:
– …ή ξεπληρώνουμε αυτό το χρέος, ή χωρίζουμε. Δεν αντέχω άλλο έτσι.
Η Όλγα πάγωσε με το πιάτο στα χέρια. Ποιο χρέος; Τι εννοούσε;
Από κάτω ο Αντρέι απάντησε κάτι, αλλά τα λόγια δεν ακούγονταν πια. Η πόρτα του αυτοκινήτου βρόντηξε, ο κινητήρας μούγκρισε.
Η Όλγα άφησε αργά το πιάτο στον νεροχύτη. Όχι. Αυτό δεν της άρεσε καθόλου.
…Η Όλγα έστριψε το κλειδί στην κλειδαριά, έσπρωξε την πόρτα – και παραλίγο να πέσει πάνω στον Αντρέι.
Εκείνος στεκόταν στον διάδρομο, σαν να την περίμενε. Η Νατάσα ξεπρόβαλε από την κουζίνα, σκουπίζοντας τα χέρια της με μια πετσέτα.
– Α, είστε σπίτι, – η Όλγα σάστισε για ένα δευτερόλεπτο, αλλά αμέσως ανέκτησε την ψυχραιμία της. – Κι εγώ σας έφερα…
– Μαμά, περίμενε.
Κάτι στη φωνή του γιου της την έκανε να σωπάσει. Ο Αντρέι έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του και έβγαλε έναν φάκελο. Λευκός, παχύς, ολοφάνερα γεμάτος.
– Θέλω να σου επιστρέψω κάτι.
Η Όλγα τον πήρε μηχανικά. Κοίταξε μέσα – και τα γόνατά της λύγισαν. Χρήματα. Πολλά.
– Αυτό… τι είναι;
– Ένα εκατομμύριο γρίβνες, – η Ναταλία πλησίασε και στάθηκε δίπλα στον άντρα της. – Πήραμε δάνειο.
– Εσείς… – η Όλγα σήκωσε τα μάτια της. – Τρελαθήκατε; Τι δάνειο; Γιατί;
– Γιατί δεν θέλουμε να σας χρωστάμε, – η Ναταλία δεν απέφευγε πια το βλέμμα της, μιλούσε σταθερά, σκληρά. – Όλγα Βικτόροβνα, κουραστήκαμε! Από τις επισκέψεις σας. Από τους ελέγχους. Από το ότι έρχεστε όποτε θέλετε και ψάχνετε τα πράγματά μας!
– Δεν έψαχνα! Μαξιλάρια έφερα! Σεντόνια! Κατσαρόλες!
– Μαμά, – ο Αντρέι ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της Νατάσας. – Αλλάζουμε τις κλειδαριές. Αύριο θα έρθει ο τεχνικός.
Η Όλγα ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Μία, δύο φορές. Δεν κατάλαβε αμέσως το νόημα των όσων ειπώθηκαν.
– Τις κλειδαριές;
– Ναι. Δεν θα έχεις πια κλειδί.
Μια σιωπή πνιγηρή, πυκνή, πλάκωσε το δωμάτιο. Η Όλγα μετέφερε το βλέμμα της από τον γιο στη νύφη και πάλι πίσω.
Ένας κόμπος στάθηκε στον λαιμό της, τα μάγουλά της άναψαν.
– Εσείς… εσείς… – κατάπιε με δυσκολία. – Είστε μικρόψυχοι. Μικροπρεπείς και αχάριστοι. Ο πατέρας σου κι εγώ πουλήσαμε το εξοχικό! Για χάρη σας! Κι εσείς με διώχνετε από το σπίτι σαν να είμαι καμιά κλέφτρα!
– Δεν σας διώχνουμε, – η Ναταλία δεν πτοήθηκε. – Απλώς σας ζητάμε να φύγετε.
Η Όλγα έσφιξε το μπρελόκ στην τσέπη της. Τα δάχτυλά της μούδιασαν.
– Αντρέι, γιε μου. Θα την αφήσεις πραγματικά να μου μιλάει έτσι;
Ο Αντρέι χαμήλωσε το κεφάλι, έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μετά, κοίταξε τελικά τη μητέρα του στα μάτια.
– Μαμά. Πήραμε αυτή την απόφαση μαζί.
Η Όλγα γύρισε απότομα και βγήκε έξω χωρίς να αποχαιρετήσει.
Σε όλη τη διαδρομή προς το σπίτι, η Όλγα φανταζόταν τι θα έλεγε όταν ο Αντρέι θα την έπαιρνε τηλέφωνο να ζητήσει συγγνώμη. Αύριο, το πολύ μεθαύριο. Θα συνερχόταν, θα καταλάβαινε ότι φέρθηκε παρορμητικά.
Πέρασε μια εβδομάδα. Το τηλέφωνο παρέμενε σιωπηλό.
Η Όλγα επιχείρησε μερικές φορές να σχηματίσει τον αριθμό η ίδια, αλλά κάθε φορά άφηνε κάτω το ακουστικό. Όχι. Ας έρθουν εκείνοι πρώτοι. Ας ζητήσουν εκείνοι συγγνώμη. Μάνα είναι, στο κάτω κάτω!
Μετά από έναν μήνα, ο Μιχάλης ρώτησε προσεκτικά αν τα βρήκαν. Η Όλγα απλώς ανασήκωσε τους ώμους.
Μετά από δύο μήνες, σταμάτησε να τινάζεται σε κάθε χτύπημα του τηλεφώνου.
Μετά από τρεις – τα κατάλαβε όλα. Ο γιος της δεν θα έπαιρνε τηλέφωνο. Ούτε αύριο, ούτε σε μια εβδομάδα, ούτε σε έναν χρόνο.
Η Όλγα καθόταν στην κουζίνα, κοιτάζοντας το μπρελόκ. Του σπιτιού, του γκαράζ. Ανάμεσά τους, εκείνο που κάποτε άνοιγε την πόρτα στην οδό Λομπανόφσκι.
Ήθελε να βοηθήσει. Πραγματικά ήθελε. Μαξιλάρια, κατσαρόλες, σεντόνια – αυτό δεν είναι φροντίδα; Έτσι δεν πρέπει να γίνεται;

Αλλά κάπου στη διαδρομή κάτι έσπασε. Και η Όλγα δεν μπορούσε να καταλάβει – πού ακριβώς.
Ή μάλλον, δεν ήθελε να καταλάβει. Για να το διορθώσει, ήταν πια πολύ αργά…
Εσείς τι λέτε για αυτό το θέμα; Γράψτε τις σκέψεις σας στα σχόλια, κάντε like!