Η Άλλα έβραζε πατατούλες για να τις συνοδέψει με ρέγγα, όταν ξαφνικά το τηλέφωνό της πάνω στο τραπέζι άρχισε να χτυπάει.

Κοίταξε την οθόνη και αναφώνησε με έκπληξη!
Την καλούσε η πρώην πεθερά της…

Η Άλλα κοιτούσε για ώρα το τηλέφωνο που χτυπούσε επίμονα…

– Μα καλά, τι της ήρθε ξαφνικά και παίρνει τηλέφωνο; – αναρωτήθηκε η Άλλα χτυπώντας τα χέρια της.

Είχαν πολύ καιρό να μιλήσουν και η Άλλα ήταν σίγουρη πως δεν θα μιλούσαν ποτέ ξανά.
Στην ψυχή της έβραζαν παλιές προσβολές. Αλλά πλέον δεν την τάραζαν τόσο όσο παλιά.

Το τηλέφωνο έβγαλε έναν τελευταίο ήχο και σώπασε.
Γνωρίζοντας την επιμονή της Ραΐσα Αρκάντιεβνα, η Άλλα ήταν βέβαιη πως εκείνη θα επέμενε μέχρι να απαντήσει η πρώην νύφη της.

Όμως το τηλέφωνο παρέμενε βουβό!
Παράξενο, αυτό δεν ταίριαζε καθόλου στην πεθερά της, που πάντα ήθελε να περνάει το δικό της.

– Μην δίνεις σημασία, γιατί να σκαλίζεις το παρελθόν; – είπε η Άλλα στον εαυτό της.

Αμέσως όμως άρχισε να φαντάζεται: μήπως είχε συμβεί κάτι στη Ραΐσα Αρκάντιεβνα;
Η ευσπλαχνία πάντα στεκόταν εμπόδιο στην Άλλα!

Η πρώην πεθερά της δεν ήταν πια νέα, και αν η Άλλα δεν τη βοηθούσε σε μια δύσκολη στιγμή, μετά θα κατηγορούσε τον εαυτό της.
Όπως και να ’χει, ήταν η γιαγιά του Φιόντορ, έστω κι αν ο εγγονός δεν γνώριζε καθόλου τη γιαγιά του.

Όταν η Άλλα με τον πρώην σύζυγό της, τον Γιούρι, χώρισαν, ο Φιόντορ ήταν μόλις έξι μηνών.

Ήταν μια πολύ περίεργη ιστορία, αλλά φαινόταν πως η νέα σύζυγος του πρώην της είχε απαγορεύσει στη Ραΐσα Αρκάντιεβνα να επικοινωνεί με τον εγγονό και την Άλλα…

Τώρα η Ραΐσα Αρκάντιεβνα είχε ήδη και μια εγγονή, οπότε φαινόταν πως ο Φιόντορ δεν της ήταν καθόλου απαραίτητος!

Όμως, λίγο μετά, η μνήμη άρχισε να σερβίρει στην Άλλα κι άλλες αναμνήσεις.
Αυτές έρχονταν σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες αναμνήσεις, από τις οποίες η Άλλα έχασε κάθε διάθεση να επικοινωνεί με τη μητέρα του πρώην της.

Όμως οι νέες σκέψεις εισέβαλλαν επίμονα, την πίεζαν, προσπαθούσαν να την πείσουν, παρουσιάζοντας μισοξεχασμένα γεγονότα.

Η Ραΐσα Αρκάντιεβνα δεν χάρηκε ιδιαίτερα όταν ο Γιούρα της αποφάσισε να παντρευτεί την Άλλα.
Το ειδύλλιό τους ήταν πράγματι θυελλώδες και γρήγορο.

Ο Γιούρκα έβγαινε για καιρό με μια άλλη κοπέλα πριν από την Άλλα, και μετά κάτι συνέβη μεταξύ τους.
Η Άλλα δεν ήξερε λεπτομέρειες, με λίγα λόγια, χώρισαν.

Ο Γιούρκα είπε στην Άλλα μόνο πως εκείνη τον είχε προδώσει, ενώ αυτός ήθελε όχι μόνο μια σύζυγο, αλλά μια πιστή σύντροφο.
Μια για όλη του τη ζωή.
Να μεγαλώσουν μαζί παιδιά, να χτίσουν ένα σπίτι έξω από την πόλη, να πάρουν έναν σκύλο.

– Άλλα, είσαι η μοναδική! Η πιο τρυφερή, η πιο όμορφη, παντρέψου με, μ’ ακούς; – της ψιθύριζε ο Γιούρκα.
– Ξέρεις, κάποτε η γιαγιά μου μου είχε πει πως αν δεν παντρευτώ, τότε…

Η Άλλα δεν πίστευε ποτέ σε τέτοιες ξαφνικές σχέσεις, αλλά ο Γιούρκα ήταν τόσο επίμονος, τόσο στοργικός.
Αν και ανόητο, της φαινόταν πως μένοντας δίπλα του, θα τον έσωζε από την προδοσία και τη μοναξιά.

Κι εκείνος έλεγε πως την αγαπά και πιστεύει ότι δεν θα τον πρόδιδε ποτέ.
Η Άλλα τον πίστεψε, ο Γιούρκα της άρεσε επίσης, και αποφάσισε πως αυτό ήταν μάλλον το πεπρωμένο της.

Ο Φιόντορ γεννήθηκε πρόωρα.
Η πεθερά της κοίταζε την Άλλα λοξά, κάπως περίεργα, ερευνητικά, σαν να την υποψιαζόταν για κάτι.
Και συνέχεια συζητούσε κάτι με τον Γιούρκα πίσω από την πλάτη της.

Ο Γιούρκα άρχισε να εξαφανίζεται συχνά στη δουλειά, καθυστερούσε συνέχεια τα βράδια.
Η Ραΐσα Αρκάντιεβνα έγινε παράξενη.

Άρχισε να πλησιάζει τον Φιόντορ όλο και πιο σπάνια, ενώ παλιότερα δεν τον άφηνε από τα χέρια της.
Η πεθερά κατσούφιαζε και κοίταζε την Άλλα από την κορυφή ως τα νύχια με επικριτικό βλέμμα:

– Το τερματίσατε. Κι εγώ έλεγα στον γιο μου, προς τι τέτοια βιασύνη ξαφνικά; Τώρα έγινε ξεκάθαρο γιατί βιαζόσουν. Λοιπόν, λοιπόν, μην περιμένεις τίποτα καλό εδώ!

Η Άλλα δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε η Ραΐσα Αρκάντιεβνα.
Όμως η σχέση της με τον Γιούρα είχε χαλάσει οριστικά.

Η Άλλα παρατήρησε ότι στο τηλέφωνό του τηλεφωνούσε συνεχώς κάποια Λίλια.
Ο Γιούρα, λες και το έκανε επίτηδες, άφηνε το τηλέφωνο δίπλα στην Άλλα και έφευγε, κι εκείνο χτυπούσε, δείχνοντας το όνομα – Λίλια…

Όταν τον ρώτησε, ο Γιούρα έδειξε σχεδόν ανακουφισμένος, λες και ήθελε επίτηδες να το δει η Άλλα.
Εκείνη μάζεψε γρήγορα τα πράγματά της, πήρε τον Φιόντορ στην αγκαλιά και κάλεσε ταξί.

Κανείς δεν προσπάθησε καν να τη σταματήσει.
Η Άλλα πήγε στη μεγαλύτερη αδελφή της, αφού το δικό της διαμέρισμα το νοίκιαζε τότε…
Ο Γιούρα την είχε συμβουλεύσει έτσι παλιότερα: γιατί να μένει άδειο το σπίτι;

Ο Γιούρα κατέθεσε αίτηση διαζυγίου σχεδόν αμέσως και μετά παντρεύτηκε μια άλλη.
Και η Άλλα τους διέγραψε από τη ζωή της, σαν έναν κακό εφιάλτη.
Ήταν περήφανη και δεν ζήτησε βοήθεια.

Όμως κάποιος άρχισε ξαφνικά να στέλνει τακτικά χρήματα σε εκείνη και τον Φιόντορ.
Και τα Χριστούγεννα τους έστειλαν ένα δέμα με παιχνίδια.
Σκέφτηκε – μήπως ο Γιούρα αποφάσισε ξαφνικά να βοηθήσει τον γιο του;

Αλλά κάτι μέσα της έλεγε πως δεν ήταν αυτός. Τότε ποιος;
Μήπως η Ραΐσα Αρκάντιεβνα;
Άλλωστε εκείνη, αν και παραξενεύτηκε με τον γρήγορο γάμο τους, στην αρχή ήταν ευγενική με την Άλλα.
Μόνο που έμοιαζε σαν να κρύβει κάτι.

Η Άλλα της έλεγε καμιά φορά:
– Ραΐσα Αρκάντιεβνα, ο Γιούρα είναι τόσο προσεκτικός, τόσο καλός, σας ευχαριστώ!
Κι εκείνη κοίταζε την Άλλα περίεργα, σαν να τη λυπόταν, σαν να ήξερε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα, αμφέβαλλε, αλλά δεν ήθελε να μιλήσει.

Υπήρχαν διάφορες αναμνήσεις. Και καλές, και όχι τόσο…

Η Άλλα κάλεσε ξανά τη Ραΐσα Αρκάντιεβνα, αλλά και πάλι «ο συνδρομητής δεν είναι διαθέσιμος».
Ίσως η Άλλα να ήταν αφελής, αλλά όλο το βράδυ δεν την άφηνε ένα αίσθημα ανησυχίας.

Τελικά το αποφάσισε. Τηλεφώνησε στην αδελφή της και τη ζήτησε να κρατήσει τον Φιόντορ.
Και πήγε στην πρώην πεθερά της! Ήταν μόνο μερικές στάσεις μακριά, καλύτερα να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν καλά…

Η Ραΐσα Αρκάντιεβνα άνοιξε την πόρτα – στα μάτια της υπήρχε έκπληξη.
Είχε γεράσει, αλλά φαινόταν καλά. Η Άλλα ένιωσε σχεδόν άβολα.

– Ραΐσα Αρκάντιεβνα, γεια σας, – άρχισε από το κατώφλι. – Μην νομίζετε κάτι, απλώς σας πήρα τηλέφωνο και δεν σας έβρισκα. Και κάπως… τέλος πάντων, αποφάσισα να έρθω, μήπως συνέβη κάτι…

– Γεια σου, Άλλα, πέρνα μέσα, – το βλέμμα της Ραΐσα Αρκάντιεβνα ήταν διαφορετικό τώρα, όχι όπως στον χωρισμό.
– Μπες μέσα, σε ευχαριστώ που ήρθες, ήθελα καιρό να σου μιλήσω, αλλά δεν το τολμούσα. Όλα έγιναν άσχημα… Και δεν διορθώνονται πια, αλλά ίσως μπορούμε να προσπαθήσουμε έστω και λίγο;

Η Άλλα έμεινε στην πρώην πεθερά της μέχρι τα μεσάνυχτα. Και άκουσε πολλά απροσδόκητα πράγματα!

Πριν την Άλλα, ο Γιούρα ήταν ερωτευμένος με μια άλλη κοπέλα. Την όμορφη και πολύ πλούσια Λιλιάνα.
Του άρεσαν όλα πάνω της: η εντυπωσιακή εμφάνιση, ο τρόπος ζωής της, ο πατέρας της που ήταν επιχειρηματίας.
Όμως στον πατέρα της Λιλιάνας δεν άρεσε ο Γιούρα, φυσικά, το αγόρι δεν ήταν του κύκλου τους. Και ο πατέρας απαγόρευσε στην κόρη του να τον βλέπει.

Γι’ αυτό η Ραΐσα Αρκάντιεβνα δεν πίστευε ότι ο Γιούρα θα έκανε οικογένεια με την Άλλα.
Τη λυπόταν την Άλλα, τη θεωρούσε αφελή.
Και μετά ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι η Λιλιάνα, έκανε σκηνή στον πατέρα της ότι χωρίς τον Γιούρα η ζωή της δεν είχε νόημα!

Ο Γιούρα είπε αμέσως στη μητέρα του ότι μάλλον ούτε ο Φιόντορ ήταν δικός του, κατηγόρησε την Άλλα, και η μητέρα του άρχισε να αμφιβάλλει εξαιτίας του.
Ο Γιούρα και η Λιλιάνα της απαγόρευσαν ακόμα και να αναφέρει την Άλλα και τον Φιόντορ. Κι εκείνη τότε τους πίστεψε…

Όμως η καρδιά της δεν ησύχαζε, ένιωθε ότι αυτό δεν ήταν σωστό.
Άρχισε να στέλνει χρήματα στην Άλλα, δώρα, σαν να ήθελε να εξιλεωθεί για τις ενοχές της.
Και προχθές αποφάσισε να τηλεφωνήσει, ήθελε να εξηγηθεί. Μετά όμως φοβήθηκε, γι’ αυτό έκλεισε το τηλέφωνο…

Η Άλλα δεν κρατούσε κακία στη Ραΐσα Αρκάντιεβνα. Ο καθένας πρέπει να είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του.

Ο μικρός Φιόντορ γνώρισε ήδη τη γιαγιά του και η γιαγιά τώρα καμαρώνει τον εγγονό της – πόσο μοιάζει στον Γιούρα, απίστευτο!
Διαβάζει μαζί του, τον προσέχει, λες και προσπαθεί να προλάβει τον χαμένο χρόνο που δεν γυρίζει πίσω…

Ο Φιόντορ μάλιστα δήλωσε πρόσφατα:
– Γιαγιά, μπορώ να μείνω λίγο μαζί σου; Μαμά, μπορώ να μείνω στη γιαγιά Ραΐσα για λίγο;

Η Άλλα δεν έφερε αντίρρηση, αφού η Ραΐσα Αρκάντιεβνα ζει μόνη της.
Ο Γιούρα με την οικογένειά του την επισκέπτονται πολύ σπάνια.
Την εγγονή της η Ραΐσα Αρκάντιεβνα δεν τη βλέπει σχεδόν καθόλου.
Απλώς, η οικογένεια του γιου της έχει εδώ και καιρό έναν εντελώς διαφορετικό κοινωνικό κύκλο…

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: