Ορίστε η μετάφραση της συγκεκριμένης πρότασης στα Ελληνικά, αποδοσμένη με επαγγελματικό και λογοτεχνικό ύφος: «Οι αποθρασυμένοι συγγενείς κρύβονταν πίσω από μεγαλόστομες φράσεις του τύπου «έτσι είθισται σε εμάς» και ένιωθαν μια χαρά γλεντώντας εις βάρος των άλλων. Ο δε ανίδεος άντρας μου τους κερνούσε όλους, μέχρι που αναγκάστηκε να βάλει το χέρι στη δική του τσέπη.»

«– Τι ωραίο σπίτι που έχεις, Λιντάκι, και τι περιποιημένο. Εδώ θα μείνετε; Πόσο τυχερός στάθηκε ο γιος μου! – είπε η πεθερά αμέσως μετά τον γάμο.

– Βέβαια, ούτε εμείς στερούμαστε, εκείνος έχει μεγάλο διαμέρισμα. Τρία δωμάτια. Εκεί έμεναν με την πρώην σύζυγό του, αλλά εκείνη ήταν μια γυναίκα τόσο ανοικοκύρευτη.

– Έφυγε χωρίς εξηγήσεις. Σε τρία χρόνια δεν κατάφεραν να κάνουν μια ανακαίνιση. Φαντάζεσαι; Πόσες φορές της το είπα, της το άφησα να εννοηθεί, αλλά εκείνη δεν κουνιόταν. Τεμπέλα!

– Είχαμε πάει κάποια στιγμή με τον Βίκτορα σε εκείνο το διαμέρισμα. Θέλει γενική ανακαίνιση, αλλά όλα είναι πεντακάθαρα. Απλώς, μάλλον θα έμεναν ηλικιωμένοι εκεί πριν; Όλα είναι παλιομοδίτικα.

– Αλλά εκείνη η τεμπέλα μαγείρευε καλά, να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Εσύ ξέρεις να μαγειρεύεις;

– Ξέρω να μαγειρεύω, το διαπιστώσατε και μόνη σας. Ή μήπως δεν σας άρεσε;

– Όλα μου άρεσαν.

– Τότε ας μην μιλάμε για την πρώην γυναίκα του Βίκτορα. Είναι σαν να με συγκρίνετε μαζί της.

– Ωχ, με συγχωρείς. Φυσικά και εσύ είσαι καλύτερη.»

Η φίλη της τής είχε διηγηθεί για την κακή της πεθερά, αλλά και η Λίντα ήξερε από τη δική της εμπειρία. Η γιαγιά της, η μητέρα του πατέρα της, δεν συμπαθούσε τη μητέρα της Λίντα, ούτε την ίδια την αποδεχόταν ιδιαίτερα.

Τελείως διαφορετική περίπτωση ήταν η άλλη γιαγιά, που και τη Λίντα αγαπούσε και στον γαμπρό της φερόταν κανονικά. Με τη Βαλεντίνα Νικολάεβνα τα πράγματα ήταν αλλιώς· υπήρχε μια πονηριά στη συμπεριφορά της.

Οι γιορτές στην οικογένεια ξεκίνησαν τον Νοέμβριο, με τα γενέθλια του Βίκτορα.

«– Λιντάκι, τους κάλεσα όλους. Θα είναι μόνο συγγενείς, αλλά έχω πολλούς. Είναι επέτειος, τριάντα χρόνια. Καλαβαίνεις. Άλλωστε, έτσι συνηθίζεται σε εμάς.

– Εντάξει. Θα τα ετοιμάσουμε όλα.

– Εγώ δεν ξέρω καθόλου να μαγειρεύω.

– Θα τα κάνω όλα μόνη μου, εσύ φέρε τα ψώνια.

– Τα ψώνια; Μήπως να πάμε μαζί;

– Έγινε.»

Η γιορτή βγήκε πολύ χαρούμενη.

«– Λιντάκι, τα κατάφερες περίφημα, – της είπε η πεθερά της. – Όλα είναι τόσο νόστιμα και όμορφα. Και το σπίτι σου, απλά όνειρο. Θα έρθουμε όλη η παρέα σε εσάς για την Πρωτοχρονιά. Δεν έχετε αντίρρηση, έτσι;

– Ο Βίκτορας είναι ο μικρότερος, παιδιά δεν έχετε ακόμα, δεν έχετε έννοιες, οπότε τώρα εσείς είστε η πλευρά που φιλοξενεί. Έχετε και πολύ χώρο.

– Εξάλλου, μας αρέσει να επικοινωνούμε, να μαζευόμαστε όλη η αγαπημένη οικογένεια, να διασκεδάζουμε. Και μας αρέσει επίσης να τρώμε καλά. Κι εσύ έχεις εδώ τόσο εκλεκτά πιάτα. Σαν εστιατόριο!

– Είναι η επέτειος του αγαπημένου μου συζύγου.

– Πόσο χαίρομαι, πόσο χαίρομαι…»

Όλοι οι καλεσμένοι εξέφρασαν τον θαυμασμό τους και έφυγαν. Η Πρωτοχρονιά πλησίαζε.

«– Λιντάκι, δεν ξέχασες ότι καλέσαμε κόσμο;

– Καλέσαμε;

– Η μαμά το είπε κι εσύ δεν είχες αντίρρηση. Αλλά μου το υπενθύμισαν και σήμερα. Καιρός είναι να συνηθίσεις την οικογένειά μας. Τώρα πάντα έτσι θα γίνεται.

– Πώς θα γίνεται;

– Οι καλεσμένοι σε όλες τις γιορτές θα είναι σε εμάς. Το σπίτι είναι μεγάλο, ο χώρος φτάνει. Τότε δεν έμειναν να κοιμηθούν, αλλά τώρα οι γιορτές είναι μεγάλες. Θα έχει φασαρία. Και παλιότερα έμεναν σε μένα, στριμωγμένα, αλλά κανείς δεν παραπονιόταν. Κι εδώ είναι παλάτι. Ας ξεκουραστούν.

– Δεν σε κατάλαβα. Θα μείνει όλη η οικογένεια εδώ;

– Ε, βέβαια!

– Άρα θα βοηθήσουν και με την προετοιμασία της γιορτής.

– Όχι. Αυτοί είναι καλεσμένοι, δεν το έχουν συνηθίσει αυτό! Εσύ θα μαγειρέψεις!

– Κι εσύ πήγαινε για τα ψώνια, θα σου γράψω τη λίστα. Ελπίζω τουλάχιστον τα ποτά να τα φέρουν μαζί τους;

– Εμείς τους φιλοξενούμε, εκείνοι δεν φέρνουν ποτέ τίποτα. Έτσι είναι το έθιμο!

– Ποιανού έθιμο;

– Όλων!»

Ο Βίκτορας έλειπε τρεις ώρες. Τελικά εμφανίστηκε στο κατώφλι με μεγάλες σακούλες, θυμωμένος και κουρασμένος.

«– Γιατί δεν μου είπες ότι όλα είναι τόσο ακριβά; Αναγκάστηκα να αφήσω όλα τα ποτά στο ταμείο. Ντροπή, όλοι γελούσαν στην ουρά. Δεν μου έφτασαν τα χρήματα. Κι ακόμα δεν έχω πάρει δώρα σε κανέναν.

– Μα είχες τον μισθό σου, το μπόνους.

– Αυτά τα μετέφερα χωριστά για το καινούργιο αυτοκίνητο.

– Ε, ας τα σήκωνες, Πρωτοχρονιά είναι, έχουμε καλεσμένους.

– Ε, λοιπόν… – ο Βίκτορας πήγε να πει για την πρώην γυναίκα του που τα αγόραζε όλα μόνη της, αλλά μετάλλαξε γνώμη.

– Τι;

– Πρέπει να ξαναπάω στο κατάστημα, δώσε μου την κάρτα σου. Δεν θα επωμιστώ μόνο εγώ τα έξοδα της γιορτής.

– Εμένα δεν μου έχουν βάλει ακόμα τον μισθό, – είπε ψέματα η Λίντα. – Και γενικά, οι συγγενείς σου θα μπορούσαν να συμμετάσχουν οικονομικά στη γιορτή! Δεν είναι δα και γενέθλια!»

«– Σε εμάς δεν συνηθίζεται αυτό!

– Κατάλαβα, τότε ας συμφωνήσουμε από τώρα τι θα συνηθίζεται σε εμάς! Όλα τα έξοδα για τους συγγενείς σου τα αναλαμβάνεις εσύ. Σε μένα φτάνει το καθάρισμα και το μαγείρεμα. Και αυτό μόνο προς το παρόν! Αυτή η γιορτή θα δείξει πώς θα πράξουμε στη συνέχεια.

– Δεν σε καταλαβαίνω. Πού να βρω εγώ τα χρήματα;

– Σίγουρα όχι από μένα. Μπορείς να απευθυνθείς στους συγγενείς σου, ή μπορείς να πάρεις από τις οικονομίες για το αυτοκίνητο. Έτσι τουλάχιστον θα ξέρεις πόσο κοστίζει να δέχεσαι καλεσμένους!

– Για εκείνους είναι δωρεάν, αλλά για σένα… κάνε τον λογαριασμό! Και σκέψου επίσης ότι το να τρέχεις στα μαγαζιά, να μαγειρεύεις και να καθαρίζεις, δεν είναι καθόλου εύκολο. Ξόδεμα χρημάτων και ξόδεμα δυνάμεων. Με καταλαβαίνεις;

– Όλοι θα ξεκουράζονται με τα πάντα έτοιμα, κι εγώ θα είμαι μόνη πάνω από την κουζίνα και μετά θα καθαρίζω! Και κατά τη διάρκεια της γιορτής θα προσέχω τα παιδιά για να μη σπάσουν τίποτα.

– Τα παιδιά θα τα προσέχω εγώ.

– Υπέροχα!»

Ο Βίκτορας δεν τηλεφώνησε στους δικούς του για χρήματα, του φαινόταν κάπως ταπεινωτικό. Αναγκάστηκε να βάλει χέρι στον κουμπαρά του, ο οποίος «αδυνάτισε». Η γιορτή πέτυχε, κανείς δεν έμεινε παραπονεμένος.

Τα Χριστούγεννα πέρασαν εξίσου όμορφα. Η Λίντα δεν είχε σκοπό να υποχωρήσει από το σχέδιό της. Ο Βίκτορας έτρεχε στα μαγαζιά με δικά του έξοδα. Τώρα του προστέθηκε και το καθάρισμα μετά τους συγγενείς. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου.

«– Δικοί σου συγγενείς! Εσύ έχεις την ευθύνη! Παρεμπιπτόντως, τα ανίψια σου έσπασαν ένα μεγάλο βάζο, παράγγειλα καινούργιο, πλήρωσε την παραγγελία και τη μεταφορά αύριο το πρωί.

– Πλήρωσέ το εσύ. Γιατί εγώ;

– Δικά σου ανίψια είναι, εσύ δεν τα πρόσεχες καλά. Έχουμε κι άλλες γιορτές μπροστά μας, έχει πλάκα. Όλες τις γιορτάζετε;

– Όλες. Αλλά δεν έχω σκοπό να ξοδέψω άλλα χρήματα!

– Τέλεια. Τότε ας πάμε εμείς καλεσμένοι.»

«– Πού; Έχουν συνηθίσει να μαζεύονται όλοι μαζί.

– Αλλά πες μου, πώς ζούσατε με την πρώην σου; Δεν είναι καλό να σκαλίζουμε το παρελθόν, αλλά…

– Ζούσαμε. Εκείνη δεν είχε αντίρρηση για τους καλεσμένους. Η μάνα μου βέβαια την έβριζε που δεν μπορούσε να συμμαζέψει το διαμέρισμα. Ήθελε ανακαίνιση κι εκείνη αρνήθηκε να την κάνει.

– Με τόσο μεγάλο μισθό, και δεν της έφταναν τα χρήματα; Αλλά τους καλεσμένους τους δέχονταν καλά. Και μετά απλώς έφυγε. Είπε πως δεν θέλει να είναι το πορτοφόλι για την οικογένειά μου και για μένα. Κι ας βγάζω εγώ καλά λεφτά!

– Πολύ άντεξε. Κι αν θέλεις να έχεις κάποιο κέρδος, νοίκιασε το διαμέρισμα. Με τέτοια ανακαίνιση θα είναι φθηνό, αλλά τουλάχιστον δεν θα κάθεται.

– Το διαμέρισμα είναι της μαμάς.

– Της μαμάς; Μα με διαβεβαιώνατε ότι είναι δικό σου. Και τι γίνεται τώρα; Είναι άδειο;

– Εκεί μετακόμισε ο Όλεγκ με την οικογένειά του.

– Γι’ αυτό λοιπόν η πρώην σου δεν ήθελε να ρίξει χρήματα εκεί. Σωστά έπραξε. Μια χαρά καθόσασταν στον σβέρκο της! Εκεί γίνονταν οι γιορτές παλιότερα, ε εκεί ας συνεχιστούν και τώρα.

– Δεν πρόκειται να ξαναδεχτώ κανέναν. Εξαίρεση μόνο τα γενέθλιά μας. Ελπίζω να με κατάλαβες και να συμφωνείς.

– Δεν φανταζόμουν καν ότι όλα είναι τόσο ακριβά. Ο κουμπαράς μου σχεδόν άδειασε. Και γενικά, κουράστηκα.»

«– Μην χαλαρώνεις. Έρχονται κι άλλες γιορτές, θα μαγειρέψεις κιόλας. Δικοί σου συγγενείς είναι και δικές σας παραδόσεις! Στην αρχή υπό την καθοδήγησή μου, και την επόμενη φορά μόνος σου, και όχι εδώ!

– Μαθαίνεις γρήγορα. Μετά θα έρθει ο μισθός, ίσως και το μπόνους. Τι το θέλεις το καινούργιο αυτοκίνητο; Τι να το κάνεις το τρέξιμο, όταν μπορείς μια ζωή να διασκεδάζεις με τους συγγενείς!

– Όχι! Τα κατάλαβα όλα. Θα το λύσω εγώ το θέμα.»

Οι συγγενείς, που είχαν συνηθίσει να ξεκουράζονται με ξένα έξοδα, παρεξηγήθηκαν. Κανείς τους δεν ήθελε να δεχτεί ο ίδιος καλεσμένους. Δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Η Λίντα και ο Βίκτορας άρχισαν να ζουν πολύ πιο ήρεμα. Ακόμα και η πεθερά «λούφαξε». Οι αποθρασυμένοι συγγενείς κρύβονταν πίσω από μεγαλόστομες φράσεις του τύπου «έτσι συνηθίζεται σε εμάς» και ένιωθαν μια χαρά γλεντώντας τζάμπα.

Και ο ανίδεος άντρας μου, που πίστευε ό,τι του έλεγαν, τους κερνούσε όλους, μέχρι που αναγκάστηκε να πληρώσει ο ίδιος. Ήθελε να υποτάξει κι εμένα, αλλά έπεσε σε λάθος άνθρωπο! Κι αν ήταν και ο ίδιος πιο έξυπνος, θα έκανε ήδη βόλτες με το καινούργιο του αυτοκίνητο…

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: