Πήρε το τσεκούρι κι έφυγε. Δεν ήταν μακριά, μόλις τρία χιλιόμετρα. Η πόρτα κρεμόταν από έναν μεντεσέ, μέσα στο σπίτι η μυρωδιά του αλκοόλ ήταν αποπνικτική, έκανε κρύο, ο σκύλος ήταν πάνω στο κρεβάτι και δίπλα του κάποιος σπαρταρούσε μέσα στα κουρέλια. Από τότε που έφυγε η Γκάλια, είχαν καταρρεύσει τελείως, πνίγηκαν στη βρομιά. — Γαμπρούλη, — χαμογέλασε η πεθερά δείχνοντας τα δόντια της, — να πεταχτούμε για κάνα ποτηράκι; Δώσε κάνα ψιλό…

Ο Ιβάν παντρεύτηκε τη Γκάλια έτσι, «χωρίς ψυχή», όπως λένε στα χωριά μας.

Πήγε στην αδερφή του, τη Μαρίτσκα, και της λέει:
— Έτσι κι έτσι, η κοπέλα είναι έγκυος, λέει πως είναι δικό μου.

— Μάλιστα, κι εσύ είχες τίποτα μαζί της; — ρωτάει η Μαρίτσκα.
— Ε, είχα. Δυο-τρεις φορές.

— Δικό σου είναι το παιδί;
— Δικό μου βγαίνει πως είναι.

— Αχ, Ιβάνκο, βρε χαζούλη, πώς την πάτησες έτσι; Τώρα τι θα κάνεις;
— Θα την παντρευτώ, — ανασήκωσε τους ώμους του, — δεν κάνει να μεγαλώσει το παιδί χωρίς πατέρα. Ξέρω εγώ πώς είναι αυτό…

Έμειναν ορφανοί από νωρίς: ο Ιβάν ήταν δέκα χρονών, η αδερφή του είκοσι. Η αδερφή του δεν τον άφησε πουθενά, αν και ήταν παντρεμένη· τον πήραν με τον άντρα της, τον Πέτρο, στο σπίτι τους, τον μεγάλωσαν, τον αγάπησαν…

— Εσύ δεν έχεις παράπονο, — του λέει η Μαρίτσκα κάπως προσβεβλημένη.

— Μα δεν λέω γι’ αυτό, Μαρίτσκα, εσύ κι ο Πέτρος γίνατε δεύτεροι γονείς για μένα, τι λες τώρα… Απλά σκέφτομαι: τι σόι άνθρωπος είμαι; Εγώ θα τρώω καλοπερνώντας κι ένα παιδί θα καταπίνει δάκρυα ορφάνιας; Όχι, δεν είναι τέτοιος άνθρωπος ο Ιβάν Κουλέμπα.

— Μπράβο σου, βέβαια. Μόνο που είσαι ακόμα πολύ νέος. Μην το μετανιώσεις μετά…
— Δεν θα το μετανιώσω.

— Την αγαπάς τουλάχιστον;
Εκείνος ανασήκωσε πάλι τους ώμους του.

— Έλα τώρα, — καθησυχάζει ο Πέτρος τη Μαρίτσκα, — άντρας κοντεύει, είκοσι χρονών παλικάρι, μεγάλωσε… Εμείς και πιο μικροί παντρευόμασταν στην εποχή μας. Και ζούμε με ομόνοια και αγάπη.

— Δεν λάμπει το μάτι του, Πέτρο, κι αυτό είναι κακό…
— Ε… αν δεν λάμπει τώρα, θα λάμψει μετά. Μην ανησυχείς.

Δεν είχε άδικο η Μαρίτσκα που ανησυχούσε για τον αδερφό της. Η νύφη δεν της άρεσε: κάπως φιλάσθενη, χλωμή, άτονη.
— Σαν άγουρη είναι, μα την αλήθεια, — αναστενάζει η Μαρίτσκα. — Τέλος πάντων, τώρα πια, ζήτα την σε γάμο, ετοιμάζουμε τη χαρά.

Το γλέντι έγινε τρανό, με καμάρι, σε όλη την περιοχή. Η Μαρίτσκα κι ο Πέτρος έβαλαν τα δυνατά τους!

«Εχ, παλικάρι μου, — σκέφτεται η Μαρίτσκα κοιτάζοντας τον αδερφό της, — είναι τέλειος! Τα μάτια του λάμπουν σαν αστέρια, τα μαύρα μαλλιά του πέφτουν πάνω από τα σμιχτά φρύδια, το δέρμα του απαλό σαν κοριτσιού, τα χείλη του σαν κεράσια… Γιατί να γεννηθείς αγόρι; Τι να την κάνει ένας άντρας τόση ομορφιά;»

Η Γκάλια καθόταν χλωμή και εξαντλημένη, δεν σήκωνε τα μάτια της από το τραπέζι.
«Λογικό είναι, — τη λυπάται η Μαρίτσκα, — κι εγώ όταν περίμενα τον πρώτο μου, τον Μίσκο, όχι σε γλέντι να κάτσω, ούτε να ξαπλώσω δεν μπορούσα. Όλα με πείραζαν, συνέχεια νύσταζα…»

Ίσως, όντως, να την αγαπήσει ο Ιβάν· της μιλάει όμορφα, με καλοσύνη.
Δεν την αγάπησε. Δεν την κακομεταχειριζόταν, αλλά αγάπη δεν υπήρχε.

Πριν τη Γκάλια δεν ήξερε από κορίτσια. Με μία μόνο είχε κάτι, πιάστηκαν από το χέρι, αλλά εκείνη πήγε με άλλον… Το πήρε βαριά.

Μετά άρχισε να πηγαίνει με τους φίλους του στους χορούς στο διπλανό χωριό. Μια φορά, δυο φορές… Μετά τον φώναξαν σε μια γυναίκα — λένε, είναι χωρισμένη, φτιάχνει σπιτικό ποτό, ας κάτσουμε λίγο.

Πήγε. Εκεί ήταν η Γκάλια. Την είχε ξαναδεί την κοπέλα, δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του, κι εκεί… Ήπιε για πρώτη φορά, τον πείραξε το πιοτό, βγήκε έξω και τσουπ, κι εκείνη από πίσω με μια κανάτα νερό. Τον πότισε, τον βοήθησε να νιφτεί.

Μετά ξαναβρέθηκαν, ακόμα μια φορά. Σε ένα γλέντι ήταν μαζί… και κύλησε το πράγμα. Έγινε ό,τι γίνεται μεταξύ μεγάλων δυο φορές, και να που κατέληξε κι αυτό σαν των μεγάλων.

Η μητέρα της Γκάλιας ήταν άστατη, της άρεσε το πιοτό. Ήπιε στον γάμο, ανέβηκε στο τραπέζι να χορέψει. Ο πατέρας της πιάστηκε στα χέρια με τον οργανοπαίχτη, ήθελε να παίξει αυτός, του άρπαζε το ακορντεόν, μετά κάθισε σε μια γωνιά κι άρχισε να κλαίει.

«Τι σόι σόι βρήκε ο Βάνια», σκέφτεται η Μαρίτσκα.
Ο Ιβάν δεν τα βρήκε ποτέ με τα πεθερικά του. Εκείνοι ήθελαν το πιοτό τους, ενώ αυτός με τη Γκάλια δεν έπιναν καθόλου.

Ήρθε στον κόσμο ο γιος τους. Χαρές από την πλευρά των γονιών της Γκάλιας δεν είδαν — ε, ένα παιδί σαν όλα τα άλλα. Τον έβγαλαν Βασίλκο. Η αδερφή του τον γέμισε δώρα — ο πρώτος και μοναδικός της ανιψιός.

Γυρίζει μια μέρα ο Ιβάν από τη δουλειά και βρίσκει τη γυναίκα του να κλαίει, τη μια μέρα, την άλλη…
— Μα τι έγινε, πες μου επιτέλους.
— Ντρέπομαι, — και πλαντάζει στο κλάμα.

Με το ζόρι την έκανε να μιλήσει. Αποδείχτηκε ότι ερχόταν η μάνα της και ζητούσε λεφτά: «σε ταΐσαμε, σε μεγαλώσαμε, τώρα πρέπει να μας συντηρείς». Ό,τι ψιλά είχε η Γκάλια, τα έπαιρνε η πεθερά.

Κι όταν τέλειωσαν τα λεφτά, άρχισε τις απειλές: θα πει στον Ιβάν ότι ο Βασίλκο δεν είναι δικός του, ότι είδε η ίδια να την «γυρνάνε» από δω κι από κει…
— Σε γυρνάνε;
— Ξέρεις πως όχι.
— Δικός μου είναι ο γιος;
— Δικός σου, δικός σου Ιβάνκο, ολοδικός σου. Δεν υπήρχε κανείς άλλος, τι λες τώρα…
— Εντάξει…

Πήρε το τσεκούρι κι έφυγε. Κοντά ήταν, μόλις τρία χιλιόμετρα. Η πόρτα κρεμόταν από έναν μεντεσέ, μες στο σπίτι βρόμαγε αλκοόλ, κρύο, ο σκύλος πάνω στο κρεβάτι, και δίπλα κάποιος τυλιγμένος σε κουρέλια.

— Γαμπρούλη, — χαμογέλασε η πεθερά δείχνοντας τα δόντια της, — να πεταχτούμε για κάνα ποτηράκι; Δώσε καμιά δεκάρα…

Κάρφωσε το τσεκούρι στο τραπέζι και είπε: το επόμενο κεφάλι θα είναι της πεθεράς, αν ξαναπατήσει το πόδι της στο σπίτι του ή αν προσβάλει τη γυναίκα του. Κι αν πει έστω και μια κακή κουβέντα για τον γιο του, τότε… τελείωσε.

Εκείνη άρχισε να κουνάει το κεφάλι και να τρίζουν τα δόντια της από τον φόβο. Από τότε, σαν να της έκαναν μάγια — ερχόταν μόνο νηφάλια για ένα λεπτό στα κρυφά από τον γαμπρό της, κι αν έπινε, άλλαζε δρόμο από μακριά.

Έζησαν μαζί, αλλά… δεν την αγάπησε.

Ο Βασίλκο μεγαλώνει. Σε ποιον μοιάζει, κανείς δεν ξέρει. Μελαχρινός είναι, αλλά όχι, δεν έχει το σκαρί του Ιβάν. Αλλά εκείνος σωπαίνει…

Η Μαρίτσκα λατρεύει τον ανιψιό της… Η Γκάλια με τα χρόνια πάχυνε, το πρόσωπό της έγινε στρογγυλό σαν τηγανίτα, τα φρύδια και οι βλεφαρίδες της κάτασπρα. Δεν ήταν ομορφιά, αλλά ο χαρακτήρας της — χρυσάφι.

Με την αδερφή του Ιβάν έγιναν αυτοκόλλητες, το σπίτι έλαμπε, το φαγητό πεντανόστιμο, όλα περνούσαν από το χέρι της, άξια νοικοκυρά. Ο γιος καθαρός, ο ίδιος περιποιημένος και χορτάτος.
Όμως δεν την αγάπησε…

Και τότε στη δουλειά, μια μαυροφρύδα του καρφώθηκε στην ψυχή.

Ο Βάσια μεγάλωσε, σε λίγο θα βγει κι αυτός στο σεργιάνι για νύφη, κι ο Ιβάν είναι σαν σε θολό τοπίο… Η ψυχή του λαχταράει εκείνη, τη μαυροφρύδα.

Το χωριό το έμαθε, φυσικά. Κάποιος είδε, κάποιος άκουσε. Η ίδια η μαυροφρύδα καυχιόταν: «ο Ιβάν θα αφήσει την άνοστη γυναίκα του για μένα. Αχ, τι ζωή θα κάνουμε, θα τον αγαπάω, θα κάνουμε παιδιά — δικά μας, αληθινά…»

Η φήμη κυκλοφορούσε ούτως ή άλλως, για όσα έλεγε τότε η μάνα της Γκάλιας. Και το αγόρι δεν έμοιαζε και πολύ στον Ιβάν, λένε…

Η Γκάλια έμαθε για τη μαυροφρύδα, κλαίει μέρα-νύχτα, αλλά σωπαίνει, δεν τον κατηγορεί. Η αδερφή του το έμαθε, έτρεξε ξωπίσω του, τον έβρισε, τον μάλωσε… Κι εκείνος το βιολί του: «την αγαπάω», λέει, «και τελείωσε».

— Την αγαπάς; — θύμωσε η αδερφή του. — Ε, τότε δρόμο… Έτσι όπως είσαι, μ’ αυτά που φοράς, να πας στην αγαπημένη σου. Και όλο το βιος σου να το αφήσεις στη γυναίκα και το γιο σου… Τράβα στην καλή σου γυμνός σαν το σπουργίτι. Να δούμε τότε… Τι θα πει; Θα σε δεχτεί;

Ε, λοιπόν, η μαυροφρύδα μούτρωσε αμέσως: «Πώς θα έρθεις έτσι, εσωγαμπρός; Πώς θα τους τα αφήσεις όλα…». Και του έδειξε την πόρτα.

Δεν έφυγε αμέσως το πέπλο του έρωτα από τα μάτια του Ιβάν. Υπέφερε, αλλά κατάφερε να μαζέψει τα κομμάτια του. Ζήτησε συγχώρεση από τη Γκάλια και τον γιο του, υποσχέθηκε πως δεν θα ξαναγίνει ποτέ κάτι τέτοιο.

Έτσι κι έγινε, αλλά… τη Γκάλια δεν την αγάπησε. Την σεβόταν, ναι… αλλά αγάπη δεν υπήρχε, ούτε γεννήθηκε τότε.

Όμως στον Βασένκα ο Ιβάν φερόταν άψογα. Του έδινε ό,τι καλύτερο, του μάθαινε όσα ήξερε ο ίδιος. Το αγόρι λάτρευε τον πατέρα του… Ακόμα και εκείνο το καταραμένο το μοτοποδήλατο, στον Βασένκα το πήρε πρώτο-πρώτο…

Και εκείνος, ένα παιδί γεμάτο φως, πάντα χαμογελαστός… Με όλους καλημέριζε, γεμάτος φίλους, οι δάσκαλοι τον αγαπούσαν…

Η Γκορμπατσίχα, η γειτόνισσα η κουτσομπόλα, ήρθε τρέχοντας, κομμένη η ανάσα της. Ψιθύριζε, δεν έβγαινε η φωνή της…
— Εκεί… εκεί… ο Βασένκα σας… με το μοτοποδήλατο… εκεί… αίματα.

Πώς έτρεξε ο Ιβάν, δεν θυμάται. Η Γκάλια δεν άκουσε τίποτα, ήταν μέσα στο σπίτι. Έτρεχε, έπεφτε, παρακαλούσε μόνο ένα πράγμα: ας είναι ζωντανός. Δεν πρόλαβε. Ο Βασένκα κείτονταν εκεί, χαμογελαστός…

Όλα έγιναν σαν σε όνειρο… Δεν θέλει κανείς να τα θυμάται. Η Γκάλια έμεινε σαν ζωντανή-νεκρή. Κι ο Ιβάν το ίδιο… Μόνο σιωπή πια στο σπίτι, δυο κουβέντες όλες κι όλες άλλαζαν.

Πέρασαν σαράντα μέρες, μετά μισός χρόνος… Ξεπρόβισαν όσους ήρθαν για το μνημόσυνο του Βασένκα…

Κάθισαν οι δυο τους. Η Γκάλια μίλησε, για πρώτη φορά μετά από έξι μήνες είπε ολόκληρη κουβέντα:
— Θα φύγω, Βάνια.
— Πού θα πας;
— Θα πάω στους γονείς μου… Κι εσύ… φέρε μια νέα γυναίκα, να κάνετε παιδιά…

— Τρελάθηκες τελείως;
— Μου είναι βάρος, Ιβάνκο… Κι ο κόσμος λέει ένα σωρό, πως δεν μπόρεσα να σου δώσω άλλα παιδιά. Λένε πως ο Βασένκα δεν ήταν καν δικός σου… Ηρώδηδες… Λένε πως εσύ δεν μπορείς να κάνεις παιδιά, κι εγώ τον «έφερα» τον Βασένκα από άλλον…

Έπεσε στα γόνατα, τον κοίταξε στα μάτια και ψιθύρισε φλογερά:
— Όταν η νέα γυναίκα σου χαρίσει παιδιά, θα τους αποδείξεις σε όλους ότι ο Βασένκα… ήταν δικός σου…

— Σήκω πάνω, Γκάλια… Βγάλε τις ανοησίες από το μυαλό σου. Κατάλαβες; Θα φύγει, λέει… Αν κάνεις έστω κι ένα βήμα έξω από το κατώφλι, θα πάω αμέσως να βρω τον Βασένκα. Μ’ άκουσες; Δεν έχω ζωή χωρίς εσάς… χωρίς εσένα, Γκάλια… Τι έβαλες στον νου σου;

Είμαστε νέοι ακόμα, Γκάλια, ούτε σαράντα δεν είμαστε. Θα έρθει ο καιρός και… θα αποκτήσουμε κι άλλα παιδάκια. Ναι, ο Βασένκα δεν γυρίζει, αλλά εμείς… εμείς θα γίνουμε πάλι γονείς, πίστεψέ με.

Έμειναν εκεί να κλαίνε αγκαλιασμένοι, μοιράζοντας τον πικρό τους πόνο…

Ούτε ο ίδιος ο Ιβάν δεν κατάλαβε πώς ερωτεύτηκε τη Γκάλια… Την αγάπησε τόσο, που η καρδιά του δεν χωρούσε στο στήθος! Κοιτάζει τη γυναίκα του κι εκείνη μοιάζει να άνθισε. Άλλοι ομορφαίνουν στα νιάτα τους, αλλά η Γκάλια ομόρφυνε έτσι… Έχασε βάρος, τονίστηκαν τα ζυγωματικά της, το σώμα της πήρε σχήμα… Το μάτι του Ιβάν λάμπει πια κάθε φορά που τη σκέφτεται…

Κάποια μέρα γύρισε από την πόλη λυπημένη.
— Τι έχεις, Γκαλιούσκα;
— Εχ, Βάνια, — κλαίει η Γκάλια, — ήθελα να σου δώσω χαρά. Είχα καθυστέρηση… Έκανα εξετάσεις. Από δικό μου φταίξιμο δεν θα κάνουμε άλλα παιδιά… Είχα κρυώσει άσχημα όταν ήμουν νέα, θυμάσαι που ήμουν στο κρεβάτι όταν ο Βασένκα ήταν μωρό;

Δεν άκουσα τότε τη Μαρίτσκα… Δεν πήγα στο γιατρό… Ιβάνκο… μήπως έχεις κανένα παιδί από παλιά πουθενά, ε; Βανιούσα… Θα το αγαπούσα σαν δικό μου…
— Τι λες, τι λες καλή μου; Μια φορά παραστράτησα τότε και τέλος… Γκαλίνκα… Θα ζήσουμε οι δυο μας, ο ένας για τον άλλον. Τι να κάνουμε.

Η Γκάλια βυθίστηκε στη θλίψη περισσότερο από πριν.

Πέρασαν ένα-δύο χρόνια. Μπαίνει ο Ιβάν στο σπίτι μια μέρα του χειμώνα…
— Γυναίκα… Έχουμε τίποτα να φάμε; Κοίτα… έπιασα κάτι λαγούς.

Και πίσω του… κρύβονταν δύο πιτσιρίκια, μικρά-μικρά.
— Καλέ μου… Ιβάνκο, ποιανού είναι αυτά; Πού τα βρήκες;

— Γκάλια, κόντεψα να ασπρίσω από τον φόβο μου! Κάρφωσα το φτυάρι στο άχυρο και κάτι άρχισε να κουνιέται. Παραλίγο να τα καρφώσω… Κρύβονταν στα άχυρα… Βρόμικα, μισόγυμνα, πεινασμένα.

— Από πού είστε, πουλάκια μου; — ρωτάει η Γκάλια αφού τα τάισε και τα ζέστανε.
Αποδείχτηκε ότι πήγαιναν στη γιαγιά τους, μόνα τους. Η μάνα τους είχε να φανεί τρεις μέρες, πείναγαν, κρύωναν. Χάθηκαν και χώθηκαν στα άχυρα… Ήταν από το διπλανό χωριό, αυτό που γεννήθηκε η Γκάλια… Αλλά η γιαγιά τους είχε πεθάνει… Τα καημένα δεν ήξεραν τίποτα.

Ο Ιβάν έφερε τη μάνα τους. Εκείνη ορκιζόταν: «δεν θα ξαναγίνει…». Αλλά μετά από μια βδομάδα, σαν αδέσποτα γατάκια, ήταν πάλι στην πόρτα του Ιβάν και της Γκάλιας: η Λίλια κι ο Μίσκο. Η μικρότερη ήταν κοριτσάκι. Τα καημένα τα μικρά θυμούνταν πού ένιωσαν ζεστασιά.

Την τρίτη φορά η Γκάλια δεν άντεξε:
— Πήγαινε, Βάνια, πήγαινε… στον αστυνόμο, στον κοινοτάρχη, δεν αντέχω άλλο… Δεν τα δίνω τα παιδιά σ’ αυτήν… Ας τα κρατήσουμε εμείς.

Ο Ιβάν δεν έφερε καμία αντίρρηση. Έφυγε αμέσως… Οι αρχές στην αρχή τα μάσαγαν: «πώς θα γίνει αυτό; Τα παιδιά πρέπει να πάνε σε ορφανοτροφείο και μετά, αν δεν τα ζητήσει κανείς…».

Αλλά η Μαρίτσκα, η αδερφή του Ιβάν, ξεσήκωσε τον κόσμο! Όλο το χωριό βγήκε μπροστά για τα παιδιά, και τα δύο χωριά! Απείλησαν να φτάσουν μέχρι την κυβέρνηση.

Με τη βοήθεια όλων, ο Ιβάν κι η Γκάλια κράτησαν τα παιδιά. Η μάνα τους υπέγραψε την παραίτηση και έφυγε για μέρη μακρινά. Δεν έριξε ούτε μια ματιά πίσω της. Δεν την ξαναείδε κανείς.

Και τα παιδιά βρήκαν γονείς — αληθινούς, μια οικογένεια γεμάτη αγάπη!
Η θεία Μαρίτσκα, που θρηνούσε τον μοναδικό της ανιψιό, τα λάτρεψε… Ακόμα και οι γονείς της Γκάλιας έκοψαν το ποτό… Άρχισαν να νοιάζονται για τα εγγόνια… Τα παιδιά ήξεραν για τον Βασένκα… «μεγάλο αδερφό» τον φώναζαν…

Η Γκάλια κι ο Ιβάν μεγάλωσαν υπέροχα παιδιά. Εκείνα έγιναν πια παππούδες και γιαγιάδες, αλλά τους γονείς τους τους τιμούσαν πάντα. Οι γονείς έφτασαν στα βαθιά γεράματα. «Παιδάκια» τα φώναζαν μέχρι τέλους.

Τα παιδιά διηγούνται σε όλους τι αγάπη είχαν η μαμά με τον μπαμπά: χέρι-χέρι πέρασαν όλη τους τη ζωή… Ο Ιβάν δεν άντεξε χωρίς τη Γκάλια του… Έφυγε κι αυτός λίγο μετά, αλλά έζησαν μια μακρά ζωή, κόντεψαν τα ενενήντα…

Η δισέγγονή τους διηγήθηκε αυτή την ιστορία.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: