Η Βέρα τηγάνιζε κεφτέδες όταν ο σύζυγός της μπήκε στην κουζίνα. — Βέρα, πρέπει να μιλήσουμε, — δήλωσε αποφασιστικά ο Ιγκόρ. — Μίλα, — πέταξε η γυναίκα.

— Μήπως να καθίσεις να με ακούσεις κανονικά; — στην φωνή του Ιγκόρ ακούστηκε ανυπομονησία.

— Δεν προλαβαίνω, πρέπει να προσέχω τους κεφτέδες, — απάντησε η σύζυγος. — Τι ήθελες να μου πεις;

— Εγώ… — ο Ιγκόρ κόμπιασε, δυσκολευόμενος να βρει τα λόγια του. — Γνώρισα μια άλλη γυναίκα… Σε εγκαταλείπω!

— Σε συγχαίρω. Και χαίρομαι πολύ για σένα! — είπε ήρεμα η Βέρα.

— Πώς εννοείς «σε συγχαίρω»; Τι πάει να πει «χαίρομαι για σένα»; — ο άντρας κοίταξε την γυναίκα του έκπληκτος.

Όμως ο Ιγκόρ δεν μπορούσε καν να φανταστεί τι είχε κατά νου η Βέρα εκείνη τη στιγμή.

— Για να είμαι ειλικρινής…, — η φίλη της σώπασε για μια στιγμή, σαν να φοβόταν μήπως πει κάτι παραπάνω. — Ακόμα δεν καταλαβαίνω: πώς το τόλμησες; Αυτό ξεπερνάει κάθε όριο, Βέρα!

— Τα όρια τίνος πράγματος; Του καλού ή του κακού;

— Ε, ξέρεις, εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς.

— Όπως και να το δεις, — χαμογέλασε η Βέρα. — Το αποτέλεσμα μετράει. Και το δικό μου αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Πήρα αυτό που ήθελα!

— Παρόλα αυτά, — συνοφρυώθηκε η γειτόνισσα. — Σίγουρα θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες…

— Μη γκαντεμιάζεις! — δεν άντεξε η Βέρα. — Όταν έρθουν, τότε θα τις λύσουμε. Τώρα όμως έχω μια περίοδο χαράς και μιας πραγματικής νίκης! Οπότε, μη μου χαλάς τη γιορτή!

Η γειτόνισσα ανασήκωσε τους ώμους προσβεβλημένη και γύρισε από την άλλη, προσποιούμενη ότι την ενδιέφερε πολύ η θέα από το παράθυρο.

Όλα ξεκίνησαν εκείνο το βράδυ, όταν ο σύζυγος της Βέρας, επιστρέφοντας από τη δουλειά, είπε, προσπαθώντας επιμελώς να κρύψει την αμηχανία του:

— Πρέπει να μιλήσουμε…

Η Βέρα σφίχτηκε ολόκληρη μέσα της. Περίμενε καιρό πότε ο Ιγκόρ θα έπαιρνε επιτέλους την απόφαση. Και ορίστε, ξεκίνησε.

— Μίλα, — του πέταξε, γυρίζοντας τους κεφτέδες που ετοίμαζε για δείπνο.

— Μήπως να καθίσεις να με ακούσεις κανονικά; — ακούστηκε η ανυπομονησία στη φωνή του Ιγκόρ. — Ή μήπως πρέπει να μιλάω στην πλάτη σου;

— Δεν έχω χρόνο να κάτσω, αγαπημένε μου, — απάντησε ήρεμα η Βέρα, — σε λίγο ο Ολεζίκ θα με θυμηθεί και θα αρχίσει: «μαμά αυτό, μαμά εκείνο». Οπότε ας μη χάνουμε χρόνο. Τι ήθελες να μου πεις;

— Εγώ…, — ο Ιγκόρ κόμπιασε, ψάχνοντας τις λέξεις, — γνώρισα μια άλλη γυναίκα…

— Και; — η Βέρα δεν γύρισε καν προς τον άντρα της, συνεχίζοντας με τους κεφτέδες. — Μετά τι;

— Μα κλείσε επιτέλους αυτό το τηγάνι! — αναφώνησε ο Ιγκόρ, ανίκανος να συγκρατήσει τον εκνευρισμό του. — Ακούς τι σου λέω;! Αγαπάω μια άλλη γυναίκα!

— Ακούω, — η Βέρα γύρισε επιτέλους προς τον σύζυγό της. — Σε συγχαίρω.

— Τι;! — η έκπληξη του Ιγκόρ δεν είχε όρια. Περίμενε τα πάντα, εκτός από αυτή την αδιαφορία και τα συγχαρητήρια.

— Πιο σιγά, σε παρακαλώ, θα τρομάξεις τα παιδιά, — η Βέρα παρέμενε ψύχραιμη και, όπως φαινόταν, καθόλου ξαφνιασμένη.

— Το ήξερες; — αναφώνησε ο Ιγκόρ.

— Όχι, δεν το ήξερα, — η Βέρα κούνησε ελαφρά το κεφάλι της. — Αλλά το υποψιαζόμουν.

— Το υποψιαζόσουν;

— Φυσικά. Εσύ δεν θα το υποψιαζόσουν αν αργούσα από τη δουλειά μερικές ώρες; Αν ήμουν συνέχεια στο τηλέφωνο και το έκρυβα στην τσέπη μου; Αν μετακόμιζα σε άλλο δωμάτιο για να κοιμηθώ με μια ανόητη δικαιολογία; Και έπειτα… Ιγκόρ, κάθε άνθρωπος νιώθει αν τον αγαπούν ακόμα ή όχι…

— Τότε γιατί σιωπούσες όταν τα κατάλαβες όλα; — ρώτησε ο Ιγκόρ, έχοντας ηρεμήσει κάπως.

— Ε, ξέρεις, — η Βέρα έκλεισε πονηρά το μάτι. — Την πρόταση γάμου μού την έκανες εσύ, άρα και η διάλυση της οικογένειας είναι δική σου δουλειά.

— Γιατί το λες έτσι;

— Και πώς να το πω; Αν ήμουν απλώς μια περιπέτεια, θα το έκρυβες. Αφού ξεκίνησες αυτή την κουβέντα, σημαίνει ότι έχεις πάρει απόφαση. Οπότε μη σκας, πες τα όλα…

Ο Ιγκόρ κοιτούσε τη γυναίκα του και δεν την αναγνώριζε. Τόση αυτοσυγκράτηση, ηρεμία, αυτοσεβασμός. Πίστευε ότι τον περίμεναν τα συνηθισμένα γυναικεία δάκρυα.

— Εν ολίγοις, έχω μια πρόταση…

— Ενδιαφέρον…, — η Βέρα κάθισε στο σκαμπό και κοίταξε επίμονα τον άντρα της.

— Το σκέφτηκα… Έχουμε το στεγαστικό δάνειο… Δύσκολα θα μπορείς να το πληρώνεις, ακόμα και με τη διατροφή…

— Άρα το θέμα του διαζυγίου δεν θα το συζητήσουμε καν; — στη φωνή της Βέρας ακούστηκε ένας μεταλλικός τόνος, τον οποίο ο Ιγκόρ φυσικά δεν πρόσεξε.

— Και τι να συζητήσουμε; — πέταξε εκείνος αδιάφορα. — Είναι ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται να με συγχωρήσεις.

— Ε, ναι…, — χαμογέλασε η Βέρα, — αφού με ξέρεις πια απ’ έξω κι ανακατωτά…

— Λοιπόν, — ο Ιγκόρ πάλι δεν κατάλαβε την ειρωνεία. — Θα είναι καλύτερο αν μετακομίσεις εσύ στο μονόχωρο διαμέρισμά σου και εγώ μείνω εδώ.

— Και τα παιδιά;

— Τι τα παιδιά; Μαζί σου θα έρθουν φυσικά, — απάντησε ο άντρας.

— Δηλαδή, εγώ με δύο παιδιά θα ζούμε σε δεκαοκτώ τετραγωνικά, κι εσύ με τον νέο σου έρωτα, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, στο τριάρι μας;

— Ε, ναι. Εσύ δεν θα μπορείς να πληρώνεις το δάνειο. Είναι προφανές. Εξάλλου και μέχρι τώρα εγώ το πλήρωνα μόνος μου, — εξήγησε με αυτοπεποίθηση ο Ιγκόρ.

— Κατάλαβα, — η Βέρα σηκώθηκε. — Πρέπει να το σκεφτώ.

Βγήκε στο μπαλκόνι.

— Άιντε, σκέψου το, — της πέταξε με ειρωνεία ο Ιγκόρ, ενώ σκεφτόταν μέσα του: «Θα το σκεφτεί λέει. Αχ, αυτές οι γυναίκες. Με τι να σκεφτούν;».

Όσο η Βέρα ήταν στο μπαλκόνι, ο Ιγκόρ έβαλε στο πιάτο του δυο κεφτέδες, ζεστό πουρέ και έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό. Δεν πρόλαβε να τελειώσει.

— Συμφωνώ, — ανακοίνωσε η Βέρα, μπαίνοντας στην κουζίνα. — Αλλά με έναν όρο.

— Με τι όρο πάλι; — χαμογέλασε υποτιμητικά ο Ιγκόρ.

— Θα μείνεις σε αυτό το διαμέρισμα με την ερωμένη σου και με τον γιο μας. Κι εγώ θα μετακομίσω με την κόρη μας.

— Τι;! — Το πρόσωπο του άντρα μακρυνε από την έκπληξη, τα μάτια του γούρλωσαν. — Θέλεις… να χωρίσεις τα παιδιά;!

— Ναι. Και τι τρέχει; — απάντησε ήρεμα η Βέρα. — Τα παιδιά είναι κοινά μας, η ευθύνη ίδια. Ας μείνει λοιπόν ο γιος, που τόσο ονειρευόσουν, μαζί σου. Και η κόρη μαζί μου. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι δίκαιο.

— Είσαι καλά στα συγκαλά σου; Πώς μπορείς να χωρίζεις τα παιδιά; Δεν είναι έπιπλα!

— Φυσικά, — η Βέρα ήταν ανένδοτη. — Γι’ αυτό πρέπει εγώ να τα τραβάω στην πλάτη μου για μια ζωή, κι εσύ να ξεκουράζεσαι; Ε, όχι λοιπόν. Δεν θα γίνει έτσι.

— Μα εγώ θα πληρώνω διατροφή! Και θα βοηθάω. Όσο μπορώ…

— Εννοείται. Εσύ θα πληρώνεις εμένα, κι εγώ εσένα. Μαζί τα κάναμε τα παιδιά, μαζί θα τα μεγαλώσουμε. Αν δεν θέλεις τον γιο, πάρε την κόρη. Είναι μεγαλύτερη, θα είναι πιο εύκολα μαζί της. Βλέπεις, είμαι πρόθυμη να κάνω υποχωρήσεις.

— Όχι, ήξερα ότι είσαι περίεργη, αλλά όχι και σε τέτοιο βαθμό! — αναφώνησε ο Ιγκόρ. — Θέλεις να με εκδικηθείς χρησιμοποιώντας τα παιδιά;!

— Μην πλάθεις σενάρια, Ιγκόρ. Δεν αξίζεις τόσο ώστε να ασχοληθώ να σε εκδικηθώ. Απλώς θέλω να είναι όλα δίκαια. Σε σένα το τριάρι με το δάνειο και ο γιος. Σε μένα το μονόχωρο και η κόρη. Και αμοιβαίες διατροφές. Μόνο έτσι θα χωρίσουμε, όπως λένε, «συναινετικά». Διαφορετικά, θα πολεμήσω. Δεν θα σου χαρίσω ούτε κουτάλι. Σκέψου το. Και σκέψου το κάπου αλλού.

Ο Ιγκόρ έφυγε.

Συμβουλεύτηκε τη φίλη του, τη μητέρα του, την αδελφή του. Όλοι με μια φωνή τον καθησύχαζαν, λέγοντάς του ότι η Βέρα μπλοφάρει. Ότι καμία φυσιολογική μάνα δεν θα έδινε το παιδί της για μερικά τετραγωνικά μέτρα. Οπότε ο Ιγκόρ μπορούσε άφοβα να συμφωνήσει. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα περνούσαν ούτε τρεις μέρες και η Βέρα θα έπαιρνε πίσω το παιδί.

Όσο για την αγαπημένη του Ιγκόρ (την έλεγαν Οξάνα), εκείνη ενθουσιάστηκε. Φυσικά! Ένα τριάρι στο κέντρο! Τέτοιο δώρο δεν μπορούσε ούτε να το ονειρευτεί! Το γεγονός ότι μαζί με το διαμέρισμα θα «παραλάμβανε» και ένα τετράχρονο αγόρι, η Οξάνα κάπως το παρέβλεψε.

Με λίγα λόγια, μετά από μερικές μέρες, ο Ιγκόρ είπε στη Βέρα ότι δέχεται τον όρο της.

— Τέλεια, — πέταξε η Βέρα και επέμεινε να καταθέσει ο Ιγκόρ αίτηση διαζυγίου αμέσως την επόμενη μέρα.

— Γιατί εγώ; — προσπάθησε να φέρει αντίρρηση εκείνος.

— Γιατί εσύ είσαι ο άντρας. Και γιατί είναι πιο εύκολο για σένα να καλύψεις τα έξοδα της διαδικασίας.

Το επιχείρημα φάνηκε λογικό στον Ιγκόρ και κατέθεσε το διαζύγιο.

Χρειάστηκε να περιμένουν τρεις μήνες. Μετά από συμφωνία του ζευγαριού, ο Ιγκόρ μετακόμισε στην Οξάνα. Η Βέρα ετοιμαζόταν για τη μετακόμιση και… αντιμετώπιζε με αυταπάρνηση όλες τις κατηγορίες από συγγενείς και γνωστούς.

Ο Ιγκόρ είχε ήδη διαδώσει παντού ότι η Βέρα αποφάσισε να χωρίσει τα παιδιά για το διαμέρισμα και του δίνει τον γιο.

— Πώς μπορείς;
— Τι μάνα είσαι εσύ;
— Δεν έχεις ούτε ντροπή ούτε συνείδηση!
— Πώς είναι δυνατόν να χωρίζεις τα παιδιά; Δεν έχεις ψυχή!

Αυτά ήταν τα πιο ήπια που άκουγε η Βέρα. Τα άκουγε. Άλλοτε απαντούσε, άλλοτε σιωπούσε. Άλλοτε απλώς έφευγε για να μην ακούει, να μην απαντά, να μη χρειάζεται να σωπαίνει.

Ακόμα και η δωδεκάχρονη κόρη της, η Κάτια, της πέταξε μια κατηγορία:
— Νόμιζα ότι μας αγαπάς…

Η Βέρα, χωρίς να δίνει σημασία σε κανέναν, περίμενε υπομονετικά το διαζύγιο…

Τελικά, εκδόθηκε. Η δικαστής απόρησε:
— Θέλετε να αφήσετε τον γιο με τον πατέρα;

— Ναι, — απάντησε ήρεμα η Βέρα. — Εξάλλου η ευθύνη για τα παιδιά είναι και των δύο μας. Επιπλέον, ο μπαμπάς δεν έχει αντίρρηση. Είναι μάλιστα χαρούμενος. Έτσι δεν είναι, Ιγκόρ;

Ο Ιγκόρ έγνεψε καταφατικά. Και το ζήτημα λύθηκε. Ακριβώς όπως το πρότεινε η Βέρα. Ο Ιγκόρ αναστέναξε με ανακούφιση…

Άδικα. Όλα τώρα άρχιζαν.

Η Βέρα είχε προετοιμάσει τα πάντα για την αναχώρησή της. Μάζεψε τα πράγματά της και της κόρης της. Πήρε τα απολύτως απαραίτητα. Και ετοίμασε «σκονάκια» για τον Ιγκόρ. Έγραψε αναλυτικά:
— Τι αρέσει στον Ολεζίκ και τι όχι, σε ποιο νηπιαγωγείο πάει, πώς λένε τη δασκάλα, ποιες τροφές δεν ανέχεται, τι κινούμενα σχέδια βλέπει, πού είναι το ιατρείο κ.λπ.

Διαβάζοντας βιαστικά το χαρτί, ο Ιγκόρ σφύριξε:
— Τι λες τώρα! Για ποιο λόγο όλα αυτά; Θα τα καταφέρουμε μια χαρά μόνοι μας! Έτσι δεν είναι, γιε μου; — πήρε το αγόρι στην αγκαλιά του και το πέταξε ψηλά. Ο μικρός Όλεγκ άρχισε να γελάει από ενθουσιασμό.

— Λοιπόν, εμείς πρέπει να πηγαίνουμε, — η Βέρα διέκοψε τη χαρά, — αν χρειαστείτε κάτι, πάρτε τηλέφωνο.

Μόλις έφυγε με την κόρη της, ο Ιγκόρ τηλεφώνησε στην Οξάνα:
— Αυτό ήταν! Ο δρόμος είναι ελεύθερος! Έλα!

Το ίδιο βράδυ η Οξάνα έκανε μια ανάρτηση στα social media: «Η αρχή μιας νέας ζωής!» και ανέβασε μια φωτογραφία όπου εκείνη και ο Ιγκόρ έσκβαν πάνω από το κρεβατάκι του κοιμισμένου αγοριού.

Από εκεί και πέρα ξεκίνησε ένας πραγματικός εφιάλτης για τον Ιγκόρ και μια υπομονετική αναμονή με απίστευτη ψυχραιμία για τη Βέρα. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ μακρινή από τις ψευδαισθήσεις.

Ο Ολεζίκ, την ακριβώς επόμενη μέρα, έκανε τέτοια σκηνικά ζητώντας τη μαμά του… Αρνιόταν να φάει αυτά που μαγείρευε η Οξάνα. Δεν ήθελε με τίποτα να μείνει μαζί της.

Οι πρωινές ετοιμασίες για το νηπιαγωγείο έβγαζαν τον Ιγκόρ εκτός εαυτού. Το αγόρι δεν ήθελε να ντυθεί, γκρίνιαζε. Έκλαιγε σε όλη τη διαδρομή και αντιστεκόταν με όλες του τις δυνάμεις όταν η νηπιαγωγός τον έπαιρνε στην τάξη. Ο Ιγκόρ αργούσε συνέχεια στη δουλειά.

Μετά ο Ολεζίκ αρρώστησε. Ο Ιγκόρ δεν ήξερε τι να κάνει. Η φροντίδα του γιου ήταν πολύ πιο δύσκολη απ’ ό,τι νόμιζε.

Μετά πάλι το νηπιαγωγείο. Έπρεπε να προλαβαίνει να παίρνει το παιδί το απόγευμα. Αναγκαζόταν να φεύγει νωρίτερα από τη δουλειά. Η διοίκηση άρχισε να τον στραβοκοιτάζει.

Η Οξάνα ξαφνικά έφυγε για «επαγγελματικό ταξίδι». Μετά εξαφανίστηκε εντελώς, στέλνοντας ένα SMS: «Δεν είμαι έτοιμη να θυσιάσω τη ζωή μου στα πόδια του παιδιού σου».

Η μητέρα του Ιγκόρ αρνήθηκε να βοηθήσει, επικαλούμενη λόγους υγείας.

Η Βέρα ερχόταν αυστηρά μία φορά την εβδομάδα για δύο ώρες. Μετά την αποχώρησή της, ο Όλεγκ γινόταν πολύ ανήσυχος.

Τα χρήματα για το δάνειο έφταναν, αλλά ο Ιγκόρ δεν περίμενε ποτέ ότι θα χρειαζόταν να ξοδεύει τόσα πολλά για το παιδί. Ξέχασε τι θα πει ξεκούραση. Ο εκνευρισμός και η κούραση τον έπνιξαν. Με τρόμο έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται ότι δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά στον γιο του.

Με λίγα λόγια, μετά από περίπου τρεις μήνες, ο Ιγκόρ τηλεφώνησε στην πρώην σύζυγό του:
— Βέρα, πρέπει να μιλήσουμε. Επειγόντως.

Η Βέρα ήρθε.
— Τι συνέβη; — ρώτησε με κάποια συμπόνια, παρατηρώντας την ταλαιπωρημένη εμφάνιση του πρώην άντρα της.

— Σε παρακαλώ, πάρ’ τον, — είπε σιγανά ο Ιγκόρ, — δεν αντέχω άλλο.
— Τι δεν πάει καλά;
— Κουράστηκα, Βέρα. Η Οξάνα με παράτησε.

— Καταλαβαίνω, — η Βέρα προσπάθησε πολύ να κρύψει ένα χαμόγελο, — μόνο που…
— Βέρα, σε παρακαλώ, όχι «μόνο που».
— Δηλαδή;
— Μετακομίστε εδώ, να ζήσετε όλοι μαζί. Κι εγώ θα φύγω.
— Και μετά θα μου εγείρεις απαιτήσεις;
— Καμία απαίτηση, Βέρα. Θα μεταβιβάσουμε το διαμέρισμα στο όνομά σου.

— Μα είναι τόσο δύσκολο να τα βγάλεις πέρα με ένα τετράχρονο αγόρι; — χαμογέλασε η Βέρα. — Εσύ έλεγες ότι εγώ δεν κάνω τίποτα.
— Συγγνώμη. Απλώς δεν είχα φανταστεί… Λοιπόν, συμφωνείς;
— Υπό τον όρο ότι όλα θα γίνουν νομικά και επίσημα.

Ο Ιγκόρ κοίταξε την πρώην γυναίκα του για ώρα.
— Δεν ήξερα ότι είσαι τόσο συμφεροντολόγα.
— Είχα καλούς δασκάλους, — ανταπάντησε η Βέρα.

Ο Ιγκόρ κράτησε τον λόγο του. Μεταβίβασε το διαμέρισμα στη Βέρα. Πληρώνει το δάνειο. Διατροφή και για τα δύο παιδιά. Κάθε Σαββατοκύριακο, με σπάνιες εξαιρέσεις, τα επισκέπτεται. Δεν ξεχνά να φέρνει μια ανθοδέσμη για την πρώην σύζυγό του. Ως ευχαριστία. Επειδή τον «διευκόλυνε».

Και επίσης επειδή του επέτρεψε να μένει στο μονόχωρο διαμέρισμά της, πληρώνοντας μόνο τους λογαριασμούς.

Τώρα όλες οι φίλες και οι συγγενείς λυπούνται τον Ιγκόρ και θεωρούν τη Βέρα κακιά. Λένε ότι δεν λυπήθηκε το μικρό της γιο, ότι είναι άκαρδη.

Εκείνη όμως, προς το παρόν, απολαμβάνει τη νίκη της. Δεν μετανιώνει για τίποτα. Και δεν πιστεύει σε καμία αρνητική συνέπεια.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: