— Αν μ’ αγαπάει, θα υπομείνει, σκέφτηκε και πέρασε με αυτοπεποίθηση το κατώφλι του σπιτιού του.
Στο διαμέρισμα επικρατούσε ηρεμία. Η Βάρια έβλεπε τηλεόραση, ενώ ο πεντάχρονος γιος τους, ο Ματβέι, έπαιζε στο δωμάτιο.
Σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ο Ρομάν μπήκε στο δωμάτιο και άρχισε να αλλάζει ρούχα. Αν και ήταν σίγουρος ότι η Βάρια θα τον περίμενε στη γωνία με τον πλάστη — ή έστω με το τηγάνι.

Αλλά όχι, η κυρία είχε απλώσει τα πόδια της, καθάριζε πασατέμπο και προσποιούνταν ότι δεν τον έβλεπε καν.
— Δεν έχεις να πεις τίποτα; ρώτησε ο Ρομάν, μη αντέχοντας τη σιωπή.
— Για ποιο λόγο;
— Ε, τουλάχιστον ένα «γεια». Έχουμε να ιδωθούμε από την Παρασκευή!
— Τώρα μόλις το πρόσεξες;
Ο Ρομά κατάλαβε ότι η Βάρια δεν ήταν τόσο αφελής όσο νόμιζε. Αλήθεια, τι της είχε συμβεί; Παλαιότερα δεν έχανε ευκαιρία για καβγά, και τώρα, κοίτα να δεις, σιωπή.
«Μήπως είναι κάποια νέα τακτική για τη συμμόρφωσή μου; Λες; Πώς με απειλούσε ότι θα με αναθρέψει από την αρχή; Μόνο που δεν της βγήκε. Όπου θέλω κοιμάμαι!»
— Ήμουν στου Κολιάν, είπε ο Ρομάν.
— Μήπως σε ρώτησα;
«Όχι, είναι απλώς απίστευτη γυναίκα!»
— Σκέφτηκα ότι θα σε ενδιέφερε.
— Όχι, δεν με νοιάζει καθόλου.
Ο Ρομάν δεν πίστευε τα λόγια της γυναίκας του. Ήταν σίγουρος ότι όλα ήταν μια μπλόφα. Πληγώθηκε και τώρα το παίζει δύσκολη. «Καλά, καλά. Θα δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος».
Πήγε στην κουζίνα. Πεινούσε πολύ. Και ποια ήταν η απογοήτευσή του όταν δεν βρήκε τίποτα να φάει.
— Άκου, πού είναι το φαγητό; Τι σημαίνει όλο αυτό; φώναξε από την κουζίνα, χτυπώντας τις κατσαρόλες.
— Εγώ και ο Ματβέι φάγαμε ήδη. Για σένα, μπορείς να μαγειρέψεις μόνος σου.
Ο Ρομάν δεν κατάλαβε τι συνέβαινε. Στα δέκα χρόνια κοινής ζωής, η Βάρια τον άφηνε για πρώτη φορά νηστικό.
— Πλάκα μου κάνεις τώρα;
— Σου φαίνομαι να κάνω πλάκα; Αν πεινάς, πήγαινε να μαγειρέψεις. Και γενικά, μη με ενοχλείς. Η εκπομπή είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
Του έκανε νόημα με το χέρι, δείχνοντας ότι της έκρυβε την τηλεόραση.
Τελικά αναγκάστηκε να βάλει το χέρι στην τσέπη και να παραγγείλει delivery, αφού δεν ήξερε να μαγειρεύει σωστά. Πάντα όλα του καίγονταν. Αν και αυτή τη στιγμή, στον Ρομάν καιγόταν κάτι άλλο.
Ειδικά όταν είδε ότι τα ρούχα του δεν ήταν σιδερωμένα. Επιπλέον, δεν ήταν καν πλυμένα.
— Βάρια, γιατί το πουκάμισό μου είναι βρώμικο; Με τι θα πάω αύριο στη δουλειά; διαμαρτυρήθηκε.
— Πάρ’ το και πλύν’ το. Δεν είμαι υποχρεωμένη να φροντίζω τα πράγματά σου.
Ο Ρομάν ήταν σοκαρισμένος. Φαινόταν πως ετοιμαζόταν κανονική ανταρσία στο πλοίο!
— Μα πώς είναι δυνατόν, Βάρια; Ξέρεις ότι δεν ξέρω να σιδερώνω ή να βάζω πλυντήριο.
— Ε, τότε θα μάθεις. Ή πήγαινε σε εκείνη που έμενες αυτές τις μέρες. Αυτή θα σου μαγειρέψει, θα σου πλύνει και θα σου σιδερώσει. Μάλλον.
Εκείνη τη στιγμή ο Ρομάν άρχισε να φωνάζει.
— Μα σου λέω ότι ήμουν στου Κόλκα! Παίζαμε playstation όλη την ώρα. Δεν προλάβαινα ούτε να ξεκολλήσω από το παιχνίδι για να σου τηλεφωνήσω!
Η Βαρβάρα απλώς έγνεψε ήρεμα και είπε:
— Υπέροχα! Δεν θα το πιστέψεις, αλλά ούτε κι εγώ είχα χρόνο να σου μαγειρέψω, να σου σιδερώσω ή να σου πλύνω. Ούτε καν να σου τηλεφωνήσω!
Ο Ρομάν δεν κατάλαβε τι εννοούσε και ρώτησε ξανά:
— Και τι έκανες εσύ;
— Δεν έχει σημασία. Αλλά θέλω να ξέρεις ότι το Σαββατοκύριακο δεν ήμουν ούτε εγώ στο σπίτι.
«Αυτό κι αν ήταν ανατροπή!»

— Μισό λεπτό, και ο Ματβέι;
— Τι ο Ματβέι; Πριν από λίγες ώρες τον πήρα από τη γιαγιά του.
— Και πού ήσουν;
— Αυτό δεν σε αφορά πια.
Ο Ρομάν χτύπησε την πόρτα και πήγε στο δωμάτιο. Αποφάσισε ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να μιλήσει στη γυναίκα του.
«Ωραία τη βρήκε. Αντί να με ρωτάει γιατί δεν πήρα τηλέφωνο και πού ήμουν, το γύρισε στις ίντριγκες».
Και επιπλέον, πέρασε μια ώρα και δεν μπήκε καν να μου μιλήσει;
Ξαφνικά ο Ρομάν άκουσε τη φωνή της Βαρβάρας. Αρχικά νόμιζε ότι του μιλούσε, αλλά μετά κατάλαβε ότι μιλούσε στο τηλέφωνο.
— Με ποιον μιλάει τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε.
— Ναι, θυμάμαι την πρότασή σου και χαίρομαι που την αποδέχομαι. Ναι, φυσικά. Πέρνα. Σε δέκα λεπτά θα κατέβω.
«Πώς; Πού;»
Ο Ρομάν έτρεξε στο δωμάτιο και δεν πίστευε στα μάτια του. Η γυναίκα του φορούσε ένα πανέμορφο φόρεμα και δίπλα της ήταν η βαλίτσα της.
— Βάρια, τι σημαίνουν όλα αυτά; Πού πας μέσα στη νύχτα;
Εκείνη του χαμογέλασε.
— Δεν πάει καθόλου ο νους σου;
Ο Ρομάν την κοίταζε στήλη άλατος.
— Σε εγκαταλείπω, Ρόμα, είπε και συνέχισε να βάζει το άρωμά της.
— Δηλαδή πώς με εγκαταλείπεις; Σε ποιον; Πού;
— Σε έναν άλλον άντρα. Ή νόμιζες ότι θα άντεχα για πάντα τα καμώματά σου; «Όποτε θέλω έρχομαι, όποτε θέλω φεύγω». Δεν πρόκειται να το ανεχτώ άλλο!
Τώρα ήταν που ο Ρομάν σοκαρίστηκε οριστικά. Ήταν απόλυτα σίγουρος ότι η γυναίκα του δεν θα πήγαινε πουθενά. Άλλωστε, ποιος θα την ήθελε με ένα παιδί;
— Στάσου, κι εγώ; Κι ο Ματβέι;
— Για τον Ματβέι μην ανησυχείς. Προς το παρόν θα μείνει με τη γιαγιά του. Με τη μητέρα σου.
Ο Ρομάν έβαλε τα γέλια και απάντησε:
— Πολύ αστείο! Έχει ένα γκαρσονιέρα και απλά δεν θα μπορέσουν να ζήσουν οι δυο τους εκεί. Δεν υπάρχει αρκετός χώρος.
Η Βαρβάρα έγνεψε καταφατικά.
— Σωστά. Γι’ αυτό και η μητέρα σου δέχτηκε να μείνει εδώ, μαζί μας.
Όχι κι αυτό! Ο Ρομάν είχε πολύ τεταμένες σχέσεις με τη μητέρα του, και τώρα του έλειπε μόνο αυτό.
Προσπάθησε να πείσει τη Βαρβάρα να μη φύγει, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να την ικετεύει να τον συγχωρέσει. Κι ας ήταν εκείνος που, μόλις πριν από λίγους μήνες, της έλεγε κατάμουτρα πως είναι άχρηστη και πως κανένας φυσιολογικός άντρας δεν θα της έριχνε δεύτερη ματιά.
Ο Ρομάν ήταν βέβαιος πως η Βαρβάρα δεν θα πήγαινε πουθενά και πως θα ανεχόταν τις ιδιοτροπίες του για μια ζωή. Πως θα έκανε τα πάντα όπως ήθελε εκείνος, χωρίς να προβάλλει ποτέ αντίσταση.
Όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά.
— Βάρια, είναι εκδίκηση; Σοβαρολογείς;
— Είναι αυτή ακριβώς που σερβίρεται κρύα!
— Ομολογώ πως αυτό δεν το περίμενα.
— Μα σε είχα προειδοποιήσει, του θύμισε η γυναίκα του.
— Πότε;
— Τότε που σου είπα πως, αν δεν γυρίσεις σπίτι έστω και μία φορά ακόμα, θα σου δώσω ένα μάθημα και θα φύγω. Αλλά εσύ δεν με πίστεψες και γελούσες με τις ώρες. Τώρα, λοιπόν, λούσου τα, αγαπητέ μου.
Το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. Στο κατώφλι στεκόταν η πεθερά του.
— Μάγια Βασίλιεβνα, περάστε, τακτοποιηθείτε και νιώστε σαν στο σπίτι σας. Τώρα εσείς είστε η νοικοκυρά εδώ. Σε έναν μήνα, μόλις τακτοποιηθώ, θα πάρω τον Ματβέι. Μετά, αποφασίστε μόνοι σας τι θα κάνετε με αυτό το διαμέρισμα και με τον γιο σας.
Η Βαρβάρα έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα στον Ρομάν και έφυγε. Κι εκείνος έμεινε ολομόναχος με τη μητέρα του, η οποία άρχισε ήδη από την πόρτα να του επιβάλλει τους δικούς της κανόνες.

Μόνο τώρα συνειδητοποίησε: άξιζε τον κόπο να λείπει τα βράδια για να καταλήξουν όλα έτσι; Προφανώς όχι, αλλά πλέον δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Οι υπολογισμοί του αποδείχθηκαν λάθος…
Γράψτε στα σχόλια τη γνώμη σας για το θέμα και πατήστε like!