– Από σένα, Κώστα, προστάτης δεν βγήκε, – είπε στον άντρα της η Βίκυ.

Από το μαιευτήριο τη Βίκυ με την κόρη τους υποδέχτηκαν ο άντρας της, οι γονείς της και τα πεθερικά της. Στο σπίτι, φυσικά, κάθισαν λίγο στο τραπέζι, αλλά όχι για πολύ – σε μία ώρα οι καλεσμένοι έφυγαν, αφήνοντας τους νέους γονείς και τη μικρή εγγονή τους μόνους.

Ο Κώστας, όπως είχε τη συνήθεια, σωριάστηκε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση, ενώ η Βίκυ έπιασε να καθαρίσει την κουζίνα, την οποία ο άντρας της, μέσα σε μια εβδομάδα απουσίας της, είχε μετατρέψει σε κάτι αδιανόητο.

Όταν τελείωσε, η Βίκυ τάισε την κόρη της και, μόλις εκείνη αποκοιμήθηκε, αποφάσισε να ξαπλώσει κι η ίδια στον καναπέ στο παιδικό δωμάτιο – άλλωστε η μέρα ήταν γεμάτη συγκίνηση και φροντίδες.

Δεν είχε καλά καλά κλείσει τα μάτια της, όταν κάποιος άρχισε επίμονα να χτυπάει το κουδούνι. Όταν η Βίκυ βγήκε από το παιδικό δωμάτιο, είδε τους καλεσμένους που ο Κωνσταντίνος ήδη είχε βάλει μέσα.

Ήταν η Ζάννα – η μεγαλύτερη αδελφή του Κώστα, ο άντρας της και δύο φίλες της Ζάννας, με τις οποίες η Βίκυ ήταν ελάχιστα γνωστή.

– Αδερφάκι, ήρθαμε να σε συγχαρούμε! Θυμάμαι πόσο μικρούλης ήσουν κι εσύ, κι τώρα, κοιτάξτε – ήδη πατέρας! – φώναζε η αδελφή.

Οι υπόλοιποι επίσης έσφιγγαν το χέρι του Κωνσταντίνου, τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν.

– Ζάννα, πιο σιγά, σε παρακαλώ, η Βαρούλα μόλις κοιμήθηκε, – ζήτησε η Βίκυ.

– Έλα τώρα! Τόσο μικρά δεν ακούνε τίποτα! Καλύτερα στρώσε το τραπέζι – φέραμε σαμπάνια και τούρτα. Τα υπόλοιπα από σένα, – ανακοίνωσε η Ζάννα.

Η Βίκυ έβαλε στο τραπέζι ό,τι είχε απομείνει από το γεύμα με τους γονείς.

– Κάπως φτωχικά τα έχετε! – στραβομουτσούνιασε η κουνιάδα.

– Συγγνώμη, αλλά δεν περιμέναμε καλεσμένους. Εγώ μόλις γύρισα από το μαιευτήριο. Οπότε όλα τα παράπονα στον Κώστα – αυτός έκανε κουμάντο εδώ χωρίς εμένα, – απάντησε η Βίκυ.

– Κορίτσια, μην τσακώνεστε! Ήδη παράγγειλα πίτσες – τρεις διαφορετικές. Κανείς δεν θα μείνει νηστικός, – είπε ο Κώστας.

Οι καλεσμένοι έμειναν σχεδόν μέχρι τις εννιά, ώσπου η Βίκυ αναγκάστηκε να πει ξεκάθαρα πως πρέπει να κάνει μπάνιο το μωρό και να το βάλει για ύπνο.

Όταν έφυγαν, ο Κώστας κατηγόρησε τη γυναίκα του:

– Βίκυ, θα μπορούσες να ήσουν πιο ευγενική. Ήρθαν να μας συγχαρούν κι εσύ δεν έκατσες σωστά στο τραπέζι μαζί τους – όλο έτρεχες στο παιδί και στο τέλος σχεδόν τους έδιωξες.

– Και τι να έκανα, αν αυτοί οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουν ότι την πρώτη μέρα μετά το μαιευτήριο δεν είναι ώρα για καλεσμένους; Ήρθαν να μας συγχαρούν. Τουλάχιστον να έφερναν ένα φτηνό κουδουνίστρα για το παιδί. Και γενικά, να θυμάσαι: από σήμερα στο σπίτι μας δεν είναι οι καλεσμένοι οι πιο σημαντικοί, αλλά το παιδί. Η Βαρούλα πρέπει να έχει πρόγραμμα. Οπότε σε παρακαλώ πολύ, τους επόμενους τρεις μήνες να μην καλείς κόσμο. Θέλεις να βγεις με τα παιδιά; Πολύ ωραία, αλλά κάπου αλλού, – απάντησε η Βίκυ στον άντρα της.

Πέρασε ένας μήνας.

Ο Κωνσταντίνος δούλευε, η Βίκυ με την κόρη έμεναν στο σπίτι.

Η Βαρούλα ήταν ήσυχο παιδί κι η Βίκυ προλάβαινε να κάνει σχεδόν τα πάντα στο σπίτι, μόνο στο μαγείρεμα δεν έδινε μεγάλη σημασία – ετοίμαζε κάτι πιο απλό. Ο Κώστας δεν είχε αντίρρηση.

Γενικά, ζούσαν κανονικά.

Όμως ξαφνικά παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα. Για να πούμε την αλήθεια, το πρόβλημα ξεκίνησε από τη μητέρα του Κωνσταντίνου – τη Λυδία Ανδρέεβνα, αλλά εκείνη, για κάποιον λόγο, αποφάσισε ότι θα μπορούσε να λυθεί εις βάρος της νύφης.

Κι η ουσία ήταν η εξής: η Λυδία Ανδρέεβνα είχε μια ογδοντάχρονη μητέρα – την Αικατερίνη Ιβάνοβνα. Έμενε στο χωριό, σχεδόν εκατό χιλιόμετρα από την πόλη. Ζούσε η γιαγιά Κατίνα – όπως τη φώναζαν στην οικογένεια – σε ένα απλό χωριάτικο σπίτι με τα αντίστοιχα «κομφόρ»: νερό στο πηγάδι, ξύλα στην αποθήκη, όλα τα υπόλοιπα στην αυλή.

Το σπίτι βρισκόταν σε ένα οικόπεδο δώδεκα στρεμμάτων, που η γιαγιά Κατίνα καλλιεργούσε μόνη της. Η κόρη κι οι εγγονοί τη βοηθούσαν μόνο στο φύτεμα και στο μάζεμα της πατάτας. Αυτήν την πατάτα έτρωγαν όλο τον χειμώνα.

Λοιπόν, εκείνον τον χειμώνα η γιαγιά κρύωσε κι αρρώστησε βαριά. Να τα βγάζει πέρα μόνη της στον κήπο της είχε γίνει δύσκολο.

Και τότε η Λυδία Αντρέεβνα αποφάσισε ότι έπρεπε για όλο το καλοκαίρι να στείλει τη Βίκυ με το παιδί στο χωριό – ας βοηθήσει τη γιαγιά.

Στην αρχή η Βίκυ ούτε που πίστεψε στ’ αυτιά της, νόμισε πως η πεθερά της αστειευόταν. Όμως εκείνη ήταν απόλυτα σοβαρή.

– Να πάρω τη μάνα στην πόλη δεν γίνεται – εκεί είναι ήδη φυτεμένος όλος ο κήπος. Ποιος θα τον φροντίσει; Εγώ δουλεύω. Ε, θα έρθω τα Σαββατοκύριακα να κάνω κάποιες δουλειές, αλλά μέσα στη βδομάδα ποιος θα κουβαλάει το νερό από το πηγάδι; Το πηγάδι δεν είναι μακριά, μόλις τριακόσια μέτρα, αλλά στη μάνα είναι δύσκολο να σηκώνει γεμάτο κουβά. Το κουβαλάει μισογεμάτο. Και ξέρεις πόσο νερό χρειάζεται; Και για το νοικοκυριό και για το πότισμα. Έτσι μισή μέρα πηγαινοέρχεται.

– Δεν κατάλαβα, Λυδία Αντρέεβνα, μου προτείνετε να γίνω νερουλάς; – απόρησε η Βίκυ.

– Δεν χρειάζεται να τα κουβαλάς με κουβάδες. Η μάνα έχει καρότσι – πάνω του μπορούν να μπουν δύο δοχεία των σαράντα λίτρων και να τα πας. Στη μάνα δεν είναι πια στις δυνάμεις της, εσύ όμως μπορείς. Και στον κήπο – να ποτίσεις, να βοτανίσεις, δεν είναι δύσκολο.

– Όχι, Λυδία Αντρέεβνα, να ποτίζετε και να βοτανίζετε τον κήπο σας μόνη σας. Εμείς με τον Κώστα αγοράζουμε πατάτες και όλα τα υπόλοιπα λαχανικά από το μαγαζί, οπότε στα χωράφια ας δουλέψουν αυτοί που παίρνουν τη σοδειά. Στείλτε τη Ζάννα. Κι αυτή δεν δουλεύει, – αρνήθηκε η Βίκυ.

– Μα η Ζάννα έχει δύο παιδιά!

– Κι εγώ, κατά τη γνώμη σας, δεν έχω παιδί;

– Μην τα συγκρίνεις: της Ζάννας το μεγαλύτερο είναι πέντε χρονών, το μικρότερο τριών. Θέλουν φροντίδα. Και θα πρέπει τότε να πάρουμε τον Τιόμα από τον παιδικό σταθμό για όλο το καλοκαίρι, ενώ εκεί είναι υπό επίβλεψη. Αλλά τη Βαρούλα τι να τη φυλάξεις; Θα φύγει μήπως; Την ταΐζεις, τη βάζεις στο καρότσι και κάνεις τις δουλειές σου, – είπε η πεθερά.

– Κι εσείς το ξέρετε ότι εγώ με τη Βαρούλα πρέπει κάθε μήνα να πηγαίνω στον γιατρό στο ιατρείο; Και να κάνουμε τα εμβόλια.

– Μπορείς μια χαρά να τα βγάλεις πέρα και χωρίς γιατρούς. Το παιδί είναι υγιές, και τέλος. Δεν χρειάζεται να τρέχεις άσκοπα στις πολυκλινικές – εκεί πιο εύκολα θα κολλήσει καμιά αρρώστια, – αντέτεινε η Λυδία Αντρέεβνα. – Εν ολίγοις, θα πας. Δεν υπάρχει άλλος να στείλω. Και στο κάτω κάτω – η μάνα μου μεγάλωσε όλα μου τα παιδιά. Και τα τρία. Εγώ ποτέ δεν έκατσα πολύ σε άδεια μητρότητας. Τη Ζάννα την έδωσα στη μάνα στα δύο μήνες, τον Βίκτορ και τον Κώστα στους τέσσερις. Τώρα η μάνα είναι αδύναμη – ήρθε η ώρα να της ξεπληρώσουμε τα χρέη, να τη βοηθήσουμε.

– Εγώ την Αικατερίνη Ιβάνοβνα τη σέβομαι. Ξέρω ότι σας βοήθησε πάρα πολύ. Αλλά προσωπικά εγώ δεν της χρωστάω τίποτα. Εσείς, η Ζάννα, ο Βίκτορ και ο Κώστας – εσείς της χρωστάτε. Εγώ ξένα χρέη δεν σκοπεύω να ξεπληρώνω, – απάντησε η Βίκυ.

Την Παρασκευή το πρωί ο Κώστας υπενθύμισε στη γυναίκα του:
– Τα πράγματά σου τα μάζεψες; Αύριο φεύγεις στο χωριό.

– Κώστα, εγώ ήδη το είπα στη μητέρα σου και το ξαναλέω τώρα και σε σένα: σε κανένα χωριό δεν πάω. Και πολύ περισσότερο δεν θα πάρω τη Βαρούλα εκεί. Κι αν αρρωστήσει; Τι να κάνω – να περπατάω εκατό χιλιόμετρα μέχρι την πόλη; Στο χωριό σας το ξεχασμένο κι από τον Θεό ούτε λεωφορείο δεν μπαίνει – μόνο που περνάει απ’ έξω. Ούτε μαγαζί δεν έχει εκεί.

– Έχει μαγαζί στο διπλανό χωριό.

– Και μου προτείνεις με το βρέφος να τρέχω δύο χιλιόμετρα για να πάρω ψωμί; Και γενικά, δεν ξέρω πια αν σε νοιάζει για μένα και τη Βαρούλα. Όταν η μάνα σου πρότεινε να κουβαλάω δοχεία σαράντα λίτρων, εσύ σιώπησες. Δηλαδή συμφωνούσες; Και πώς να σηκώσω εγώ τέτοιο δοχείο, αφού ζυγίζω πενήντα επτά κιλά; Τι είμαι εγώ – ο Ιβάν Ποντούμπνι;

– Μπορείς να μην τα γεμίζεις μέχρι πάνω τα δοχεία, – είπε ο Κωνσταντίνος. – Και φτάνει η κουβέντα. Αφού το είπε η μάνα, θα πας. Δεν υπάρχει άλλος. Αύριο στις δέκα θα έρθει ο πατέρας να σας πάει. Οπότε καλύτερα σήμερα να μαζέψεις τα πράγματά σου.

Όταν ο άντρας της έφυγε για δουλειά, η Βίκυ άρχισε να μαζεύει πράγματα.

Όμως πριν από αυτό πήρε τηλέφωνο τους γονείς της.

Η μητέρα της Βίκυ, που δούλευε νοσοκόμα στο παιδιατρικό τμήμα, ούτε κι εκείνη πίστεψε αρχικά ότι η Λυδία Αντρέεβνα σκόπευε να κλείσει τη νεογέννητη εγγονή της στο χωριό.

– Μα πριν τον πρώτο χρόνο είναι απαραίτητο να παρακολουθούμε πώς αναπτύσσεται το παιδί. Στους τρεις μήνες πρέπει να περάσει από όλους τους ειδικούς, στον έναν χρόνο ξανά! Πώς γίνεται να φέρεται κανείς τόσο ανεύθυνα! – αγανάκτησε εκείνη.

Κι ο πατέρας της Βίκυ αθόρυβα φόρτωσε τα πράγματα στο αυτοκίνητο.

Η Βίκυ με την κόρη έφυγαν για το διαμέρισμα των γονιών της.

Όταν ο Κωνσταντίνος γύρισε από τη δουλειά και είδε ότι ούτε γυναίκα ούτε παιδί ήταν στο σπίτι, κατάλαβε αμέσως πού να τους ψάξει.

Μερικές φορές μέσα στο βράδυ τηλεφώνησε ο Κώστας στη Βίκυ, αλλά εκείνη δεν απαντούσε. Τότε ήρθε ο ίδιος. Όμως, από τον τρόπο που άνοιξε τη συζήτηση, η Βίκυ κατάλαβε ότι ο άντρας της δεν είχε καταλάβει τίποτα.

– Δεν σε στέλνουν σε καμιά στοά να δουλέψεις. Στο χωριό! Στον καθαρό αέρα! Γιατί έκανες ολόκληρο θέμα από μια βλακεία; – ρώτησε ο Κώστας τη Βίκυ.

– Ναι, δημιούργησα πρόβλημα. Μόνο που το δημιούργησα όχι τώρα, αλλά πριν από δύο χρόνια, όταν παντρεύτηκα μαζί σου. Μου άρεσες πολύ: ψηλός, φαρδιοπλατύς, καλός. Δεν είδα ότι πίσω από όλο αυτό το μεγαλείο κρυβόταν ένα μαμόθρεφτο. Τόσο μικρός και υπάκουος: ό,τι πει η μανούλα, αυτό κάνεις. Μάλλον, αν εκείνη μ’ έστελνε σε στοά να δουλέψω, ούτε τότε θα είχες αντίρρηση.

– Και τι, δεν θα γυρίσεις σπίτι; – ρώτησε ο Κώστας.

– Δεν θα γυρίσω. Γιατί σπίτι είναι το μέρος όπου νιώθεις ασφάλεια, όπου σε αγαπούν και σε προστατεύουν. Εσύ ως προστάτης απέτυχες. Ζήσε με τη μαμά σου.

Για διατροφή η Βίκυ υπέβαλε αίτηση αμέσως. Και σε μισό χρόνο κατάφερε να πάρει διαζύγιο από τον Κώστα.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: