Η Άννα ετοίμαζε το δείπνο, ο σύζυγός της ο Δημήτρης θα επέστρεφε σε μία ώρα. Η δεκάχρονη κόρη τους, η Σβέτα, ήταν στο μάθημα χορού.
Θα ερχόταν σε μισή ώρα, θα πετούσε την τσάντα της και θα καθόταν στο τραπέζι περιμένοντας το δείπνο. Αυτή την ώρα θα μιλούσε για τις φίλες της, τις επιτυχίες της, τη δασκάλα της… Η Άννα χαμογέλασε. Πάντα ήταν ενδιαφέρον να ακούς την κόρη της.

Το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. Ήταν νωρίς για τον άντρα της, άλλωστε είχε και τα κλειδιά του. Άρα, η Σβέτα ξέχασε πάλι τα κλειδιά. Η Άννα άνοιξε την πόρτα, αλλά αντί για την κόρη της, στεκόταν μια νεαρή γυναίκα.
– Δεν θα το τραβήξω. Είμαι η ερωμένη του συζύγου σας. Όλα αυτά τα χρόνια βρισκόμασταν. Ναι! Μην ανοίγετε τόσο τα μάτια σας και μην λιποθυμήσετε.
– Όλα αυτά τα χρόνια – πόσο είναι αυτό;
– Βρισκόμασταν τρεις χρονιά. Εμένα με βόλευε. Είναι πολύ πιο ήσυχο να ζεις μόνη σου και να έχεις έναν άντρα που έρχεται.
– Καθόλου έξοδα – ούτε οικονομικά, ούτε σωματικά. Ναι! Δεν έπλενα, δεν μαγείρευα, δεν καθάριζα γι’ αυτόν. Και τώρα δεν σκοπεύω να αλλάξω τίποτα.
– Δεν θα είχα έρθει σε εσάς, αλλά είμαι έγκυος. Συμπτωματικό, αλλά δεν μπορεί να γίνει τίποτα πια, είναι αργά.
Η Άννα θυμήθηκε ότι για πολύ καιρό δεν μπορούσε να γίνει μητέρα. Όλα ήταν εντάξει με εκείνη, αλλά ο Δημήτρης είχε προβλήματα. Χρειάστηκε να καταφύγουν σε εξωσωματική γονιμοποίηση.
Την πρώτη φορά δεν πέτυχε τίποτα, αλλά τη δεύτερη τους περίμενε επιτυχία. Η Άννα μάλιστα ήλπιζε να αποκτήσουν αμέσως δύο παιδιά, καθώς αυτό συμβαίνει με αυτή τη μέθοδο. Εμφανίστηκε η Σβέτα. Και τώρα, αυτά τα νέα.
– Πώς λέτε ότι δεν σκοπεύετε να αλλάξετε τίποτα; Έχετε έναν άντρα που έρχεται, και νομίζετε ότι θα υπάρχει ένας πατέρας που έρχεται;
– Όχι, όχι ακριβώς. Θα έχω σύζυγο και παιδί που έρχονται.
– Ενδιαφέρον. Και πώς το φαντάζεστε αυτό; Ο πατέρας θα μεγαλώνει το παιδί και θα έρχεται σε εσάς, ώστε το μωρό να επικοινωνεί με τη μητέρα του;
– Ναι. Δεν ήθελα το παιδί, είναι τυχαίο.
– Μα ο Δημήτρης έλεγε ότι δεν μπορεί να κάνει παιδιά;
– Άρα, μπορεί! Πρέπει να δω σε ποιες συνθήκες θα μεγαλώσει το παιδί μου. Όλα είναι δίκαια.
– Η κόρη σου, και ο Δημήτρης συμμετέχει στην ανατροφή της, παρόλο που δεν είναι ο βιολογικός της πατέρας. Τώρα θα είναι το δικό του παιδί, και η ανατροφή του μωρού θα πέσει σε εσένα.
– Αγαπητή, δεν σας προσκαλώ καν, δεν ξέρω το όνομά σας, ο σύζυγός σας δεν μένει πια εδώ, μπορείτε να πάρετε τα πράγματά του. Τα υπόλοιπα δεν με ενδιαφέρουν!
Η Άννα ήθελε να κλείσει την πόρτα, αλλά είδε την κόρη της – η Σβέτα επέστρεψε από το μάθημα.
– Μαμά, τι ήταν αυτό; Τι παιδί; Και γιατί ο μπαμπάς δεν είναι ο πατέρας μου;
– Τα άκουσες όλα; Τότε, ήρθε η ώρα να σου τα εξηγήσω όλα.
– Μαμά, δεν είμαι πια μικρή, είμαι σχεδόν έντεκα. Θα καταλάβω τα πάντα.
Η Άννα της τα είπε όλα.

– Είσαι κόρη μου, αλλά ο μπαμπάς σε αγαπάει, είναι ο πατέρας σου στα χαρτιά από τη γέννησή σου. Περιμέναμε μαζί εσένα.
– Και τώρα περιμένει πάλι παιδί, αλλά εσύ δεν θα είσαι η μητέρα του. Εγώ δεν θα είμαι η αδερφή. Έτσι;
– Λοιπόν… ναι… έχεις δίκιο. Και ακόμη… είσαι πια μεγάλη, δεν θέλω πια να ζω με τον μπαμπά.
– Θα σε βοηθήσω, μην ανησυχείς, μαμά. Έχω μεγαλώσει, ας φύγει. Σε αγαπώ, αλλά αυτή… που ήρθε… Ας πάει σε αυτήν.
Ο Δημήτρης ήρθε ακριβώς στο προκαθορισμένο του ωράριο.
– Τι συνέβη; Γιατί κανείς δεν με υποδέχεται, δεν με αγκαλιάζει;
Συνήθως η Σβέτα πάντα υποδεχόταν τον πατέρα της και τον αγκάλιαζε, αλλά τώρα επικρατούσε σιωπή. Καθόταν στο δωμάτιό της.
– Άννα, πού είναι η κόρη μας; Καθυστέρησε στον χορό ή αρρώστησε;
– Ήρθε η ερωμένη σου. Περιμένει παιδί. Το δικό σου! Εξήγησέ μου τι ήθελε εδώ;
– Άννα. Πρέπει να με καταλάβεις, είναι το παιδί μου, δεν μπορώ να το αρνηθώ.
– Και ξέρεις τι προτείνει;
– Ξέρω. Δεν το ήθελε, αλλά… Τη Σβέτα την έχουμε, τώρα θα υπάρξει κι άλλο. Αυτό θα είναι το παιδί μου! Θα ζήσει μαζί μου.
– Είσαι σίγουρος; Ότι είναι δικό σου; Και θυμάσαι τη διάγνωσή σου;
– Υπάρχουν εξαιρέσεις!
– Υπέροχα. Πηγαίνεις στη μητέρα του με την «εξαίρεσή» σου. Αυτή τη στιγμή, τα πράγματα θα τα πάρεις αργότερα!
– Όχι, Άννα! Αυτό δεν γίνεται!
– Δεν με περιμένουν εκεί. Δεν είμαι χρήσιμος εκεί… καλά, είμαι χρήσιμος, αλλά με άλλο τρόπο.
– Δεν σε περιμένουν ούτε εδώ πια. Δεν είσαι χρήσιμος ούτε εδώ. Φύγε!
– Μα η Σβέτα; Είμαι ο πατέρας της, έστω και όχι ο βιολογικός, αλλά… Εγώ δεν είμαι ο πατέρας, αλλά ανατρέφω ουσιαστικά την κόρη σου. Τι κακό υπάρχει αν το δικό μου παιδί ζήσει μαζί μας; Το αληθινό. Όλα είναι δίκαια.
– Για τη δικαιοσύνη μου μίλησε ήδη η μητέρα του μέλλοντα παιδιού σου. Πρώτα μάθε αν είναι δικό σου και μετά μίλα. Αντίο.
Η Άννα πήρε διαζύγιο από τον Δημήτρη. Αυτός αναγκάστηκε να φύγει, γιατί το διαμέρισμα ανήκε στους γονείς της Άννας. Είχαν χτίσει ένα σπίτι, αλλά δεν είχαν μεταβιβάσει ποτέ το διαμέρισμα στην κόρη τους. Φυσικά, αυτό δεν θα έπαιζε ρόλο στο διαζύγιο.
Ο Δημήτρης έμεινε άστεγος. Ο άντρας που ερχόταν περιστασιακά, ήταν πιο βολικός για την ερωμένη του, και δεν ήθελε να αλλάξει τον τρόπο ζωής της. Ούτε ήθελε να φροντίζει το παιδί.
Μελλοντική μητέρα, αλλά δεν σκόπευε να ασχοληθεί με το μωρό. Θα μπορούσε να παίξει, να διασκεδάσει, αλλά τίποτα περισσότερο. Άυπνες νύχτες, πάνες, αρρώστιες… Δεν υπολόγιζε σε αυτά.
Μετά τη γέννηση του παιδιού, έκανε αίτηση για διατροφή, αλλά έχασε τη δίκη. Κανείς δεν γνωρίζει πώς ανατρέφει τώρα το παιδί της η απρόσεκτη μητέρα. Η διάγνωση του Δημήτρη δεν άλλαξε, η συγγένεια δεν επιβεβαιώθηκε.

Την κόρη του στα χαρτιά είναι μία, αλλά εκείνη δεν θέλει να έχει σχέση μαζί του. Ο Δημήτρης πληρώνει διατροφή, προσπαθεί να επαναφέρει την οικογένεια, αλλά ούτε η Άννα θέλει να τον δει.
Να λοιπόν, πόσο δύσκολο είναι τελικά να κάθεται κανείς με τον ίδιο πισινό σε δύο καρέκλες (να έχει δύο παράλληλες σχέσεις).