— Πού πας; Το σπίτι είναι γεμάτο δουλειές!
Αλλά και ο κήπος, οι κότες, οι πάπιες! Βάρια! – φώναζε η Νατάλια Πετρόβνα.
— Οικογένεια είμαστε! Και δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου!
— Πήγαινε σπίτι! Εκεί θα τα πούμε! – πέταξε δυσαρεστημένος ο Μαξίμ.

— Μας έλειπε τώρα να διασκεδάζουμε τους περαστικούς με καβγάδες!
— Ε, λοιπόν, παρακαλώ! – ξινίστηκε η Βάρια. – Σιγά το πράγμα!
— Βάρια, μη με φτάνεις στα όριά μου! – απείλησε ο Μαξίμ.
— Στο σπίτι θα μιλήσουμε!
— Άι, άι, άι! Τι φοβερός που είναι!
Εκείνη τίναξε την κοτσίδα της πίσω από την πλάτη και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.
Ο Μαξίμ περίμενε να απομακρυνθεί λίγο η Βάρια, έβγαλε το τηλέφωνο και είπε στο μικρόφωνο:
— Ναι, έφυγε για το σπίτι! Υποδεχτείτε την εκεί όπως πρέπει!
Φοβίστε την, απειλήστε την! Σταματήστε την, τα συζητήσαμε!
Και κλείστε την στο μπαλκόνι να της κοπεί ο τσαμπουκάς! Έρχομαι σε λίγο!
Ο Μαξίμ έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη και ετοιμαζόταν να μπει στο μαγαζί για να «γιορτάσει» τη συμμόρφωση της γυναίκας του, αλλά κάποιος εντελώς άγνωστος τον έπιασε από το χέρι.
— Με συγχωρείτε που γίνομαι τόσο απότομος! – χαμογέλασε αμήχανα ο άνδρας.
— Αλλά αυτή η κοπέλα που ήταν μαζί σας…
— Η γυναίκα μου είναι, γιατί; – ρώτησε κατσουφιασμένος ο Μαξίμ.
— Όχι, τίποτα! Πείτε μου, παρακαλώ, τη γυναίκα σας τη λένε τυχαία Βαρβάρα Μελνίκοβα;
— Βαρβάρα, — έγνεψε ο Μαξίμ.
— Και ναι, πριν τον γάμο ήταν Μελνίκοβα. Αλλά ποιο είναι το θέμα, τέλος πάντων;
— Και πατρώνυμο Σεργκέγεβνα;
— Ναι! – απάντησε εκνευρισμένος ο Μαξίμ.
— Από πού ξέρετε τη γυναίκα μου;
— Με συγχωρείτε, γεννήθηκε το ενενήντα τρία;
Ο Μαξίμ έκανε τον λογαριασμό και απάντησε:
— Ναι. Αλλά γιατί τόσες ερωτήσεις και από πού ξέρετε τη Βάρια;
Ο Μαξίμ εντάθηκε. Η Βάρια είχε έρθει στο χωριό τους μόλις πριν από τρία χρόνια. Πριν από αυτό, κανείς δεν είχε ακούσει τίποτα γι’ αυτήν.
Η ίδια έλεγε ότι έφυγε από τους γονείς της επειδή ήθελαν να την παντρέψουν με το ζόρι.
Γι’ αυτό ένας άγνωστος, σε ένα όχι και τόσο μεγάλο χωριό όπου κανείς δεν ήξερε τη Βάρια, άρχισε ξαφνικά να αραδιάζει λεπτομέρειες.
— Ω, με συγχωρείτε, δεν τη γνωρίζω προσωπικά! – είπε ο άνδρας κοκκινίζοντας.
— Είμαι, κατά κάποιον τρόπο, θαυμαστής της!
— Άκου, θαυμαστή, θα σου μετρήσω τα πλευρά τώρα και μετά θα σου αφαιρέσω μερικά για να έχεις πιο λεπτή σιλουέτα! – είπε ο Μαξίμ με ξεκάθαρη απειλή.
— Τι κουβέντες είναι αυτές περί θαυμαστή; Αποφάσισες να μου φας τη γυναίκα;
— Ω, όχι! Με παρεξηγήσατε εντελώς! – Ο άνδρας άρχισε να κουνάει τα χέρια του.
— Δεν εννοούσα τέτοιο θαυμαστή! Είμαι θαυμαστής του ταλέντου της!
— Η Βάρια δεν νομίζω να έχει κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, — τα έχασε ο Μαξίμ.
— Ε, ξέρετε, το να φας ισόβιο αποκλεισμό στα δεκαοκτώ σου στο Μουάι Τάι για υπερβολική σκληρότητα, θέλει μεγάλο ταλέντο! – αναφώνησε ο άνδρας.
— Κρίμα που μετά από μερικά κερδισμένα ιδιωτικά τουρνουά σταμάτησε να αγωνίζεται!
Το να την παρακολουθείς στο ρινγκ ήταν σκέτη απόλαυση!
Ο Μαξίμ, με τρεμάμενα χέρια, προσπάθησε να βγάλει το τηλέφωνο από την τσέπη του. Η συσκευή έπεσε άτσαλα στην άσφαλτο και διαλύθηκε. Όταν ο Μαξίμ τη μάζεψε με τρομερή βιασύνη, εκείνη δεν έλεγε να ανοίξει.
Ο Μαξίμ άρχισε να τρέχει προς το σπίτι, μουρμουρίζοντας: — Θεέ μου, ας προλάβω!
Όταν μια νέα κάτοικος εμφανίστηκε στον οικισμό, ο Μαξίμ την πρόσεξε αμέσως. Και ποιος δεν θα την πρόσεχε; Νέα, αθλητική, ενδιαφέρουσα, χαρούμενη. Επιπλέον, έπιασε δουλειά στο σχολείο του χωριού ως δασκάλα φυσικής αγωγής για τις μικρές τάξεις.
Όλοι υπέθεσαν αμέσως ότι ήταν μια φοιτήτρια με διορισμό, που θα δούλευε λίγο και μετά θα έφευγε. Αποδείχθηκε όμως ότι η κοπέλα ήταν είκοσι πέντε ετών και είχε έρθει για να μείνει μόνιμα.
Μετά άρχισαν να περιμένουν ότι θα έφερνε την οικογένειά της, αλλά φάνηκε πως η κοπέλα ήταν μόνη της. — Κάτι ύποπτο συμβαίνει εδώ! Νέα και ενδιαφέρουσα, και ήρθε σ’ εμάς! Μπορώ να ορκιστώ ότι κρύβει κάποιο φοβερό μυστικό! – κουτσομπόλευαν οι γυναίκες.
— Τι μυστικά να υπάρχουν στην εποχή μας; – έλεγε μια άλλη υποτιμητικά. – Δεν είμαστε δα και η αυλή της Μαδρίτης! Το πιθανότερο είναι να πληγώθηκε από κάποιον άντρα και να ήρθε να γιατρέψει τις πληγές της ψυχής της! — Ή κάτι χώρισε με τους γονείς της και το έσκασε! Συμβαίνουν αυτά, το είδα στην τηλεόραση!
Ο Μαξίμ την παρατηρούσε, αλλά δεν βιαζόταν να την πλησιάσει. — Πού να ξέρεις τι ιστορία κουβαλάει στην ψυχή της; Όταν ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, τότε βλέπουμε.
Η δουλειά στο σχολείο δεν είναι μόνο σκληρός κόπος και ατέλειωτη κούραση. Είναι και οι συνεδριάσεις στο γραφείο των δασκάλων, όπου όλοι ανοίγουν την καρδιά τους αργά ή γρήγορα. Μέσα σε μισό χρόνο, οι συνάδελφοι κατάφεραν να βγάλουν από τη Βάρια την ειλικρινή της ιστορία.
— Οι γονείς μου είναι επιχειρηματίες μεσαίας κλίμακας. Καλοί, κανονικοί άνθρωποι. Αλλά έπεσε κρίση στην επιχείρησή τους, ένας προμηθευτής τούς πρόδωσε. Τελικά, όλα άρχισαν να καταρρέουν. Έτσι ο πατέρας μου αποφάσισε να με παντρέψει με τον «κατάλληλο» άνθρωπο για να σώσει τις δουλειές του. Να βλέπατε μόνο αυτόν τον «ωραίο»! Προτίμησα να το σκάσω!
— Και είσαι εντελώς μόνη; – κουνούσε το κεφάλι της μια έμπειρη συνάδελφος. — Παντού ζουν άνθρωποι, – ανασήκωσε τους ώμους η Βάρια. – Αλλά προτιμώ να παλέψω μόνη μου στη ζωή, παρά να παντρευτώ κάποιον που δεν αγαπώ! Άλλωστε, δεν θα ήταν γάμος, αλλά πώληση! Και δεν θέλω να είμαι εμπόρευμα!
— Δεν πειράζει, θα βρεις εδώ την αγάπη σου! – την καθησύχαζαν οι συνάδελφοι. – Μπορεί ο οικισμός μας να είναι μικρός, αλλά υπάρχουν αξιοπρεπείς άνθρωποι!
Όταν οι πληροφορίες διαδόθηκαν στο χωριό, ο Μαξίμ πήρε την απόφασή του. — Αυτήν θα πάρω για γυναίκα! Οι ντόπιες νύφες έγιναν άπληστες και θρασείς, ενώ αυτή είναι ξένη εδώ! Και τους συγγενείς της δεν πρόκειται να τους δούμε ποτέ! Αυτά έλεγε στους δικούς του: στη μάνα, στον πατέρα και στον μεγαλύτερο αδερφό του.
— Είναι νέα, γερή, αθλητική! Δεν είναι τυχαίο που διδάσκει γυμναστική! Θα κάνει γερά παιδιά και θα βοηθάει στις δουλειές! Πόσες ώρες μαθήματος έχει πια στο σχολείο; — Εξαιρετική περίπτωση! – συμφώνησε η οικογένεια. – Κι αν αρχίσει τα πείσματα, θα τη στρώσουμε με τον δικό μας τρόπο, τον απλό!
Γιατί ήταν τόσο σίγουροι ότι θα γινόταν ο γάμος; Επειδή ο Μαξίμ θεωρούνταν ένας από τους πιο περιζήτητους άντρες του χωριού. Και δεν ήταν μόνο όμορφος, αλλά είχε και τη θέση του υποδιευθυντή στη βάση λαχανικών.
Όταν είχε έρθει έλεγχος από τα κεντρικά, ο Μαξίμ ήταν ένας απλός υπάλληλος. Τότε μίλησε για βελτιστοποίηση και εκσυγχρονισμό. Τους εντυπωσίασε τόσο πολύ που, επειδή ο διευθυντής είχε «μέσο» και δεν μπορούσαν να τον αλλάξουν, έβαλαν τον Μαξίμ υποδιευθυντή. — Εσύ ξέρεις τον τρόπο, εσύ κάν’ το! Και θα είσαι εσύ υπεύθυνος για το αποτέλεσμα!
Γελούσαν, λέγοντας ότι η πρωτοβουλία τιμωρείται. Αλλά τελικά ο Μαξίμ έστρωσε όλη τη βάση. Με την έννοια ότι άλλους τους πίεσε και άλλους τους αντάμειψε, αποδεικνύοντας πως ήταν εξαιρετικός ηγέτης. Βέβαια, οι εργαζόμενοι παραπονιούνταν ότι ο Μαξίμ Ντμίτριεβιτς ήταν σκληρός στις τιμωρίες. Και ο μεγαλύτερος αδερφός του, που τον έβαλε αρχηγό της ασφάλειας, ήταν σκέτο θηρίο!
— Δεν σε αφήνουν να βγάλεις ούτε μια σάπια πρέζα καρότο! Και το κυριότερο, δεν φοβούνται να χρησιμοποιήσουν βία, ο ένας αδερφός καλύπτει τον άλλον! Αλλά ακόμα και σε αυτό έκαναν τα στραβά μάτια, γιατί οι κλοπές στη βάση σταμάτησαν εντελώς.

Πώς θα μπορούσε η Βάρια να αρνηθεί έναν τόσο συγκροτημένο άνθρωπο; Στην αρχή δέχτηκε να βγουν, μετά δέχτηκε τις περιποιήσεις του και τελικά συμφώνησε να γίνει γυναίκα του.
Ο Μαξίμ πήρε τη Βάρια από το δωμάτιο της εστίας όπου έμενε και την έφερε στο σπίτι του.
— Νύφη μου, πρέπει να καταλάβεις από μόνη σου ότι εδώ ζούμε όλοι μαζί σαν μια μεγάλη οικογένεια! – άρχισε το κήρυγμα η πεθερά. — Και όλα τα κάνουμε μαζί, και βοηθάμε ο ένας τον άλλον! Δεν ξέρω πώς ήταν στο δικό σου σπίτι, αλλά εδώ αυτοί είναι οι κανόνες μας!
— Στη δική μου οικογένεια δεν υπήρχαν κανόνες, — είπε η Βάρια. — Θα ξέρετε, φαντάζομαι, ότι από τέτοιους «κανόνες» το έσκασα! Εφόσον όμως είμαι γυναίκα του Μαξίμ, σημαίνει πως θα μάθω να ζω με τους δικούς μας πλέον κανόνες!
Αυτή η δήλωση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό.
— Μόνο που, με συγχωρείτε, αλλά δεν ξέρω να κάνω τίποτα σωστά, — είπε η Βάρια αμήχανα. — Οι γονείς μου, από τους οποίους έφυγα, είχαν προσωπικό για τις δουλειές.
— Αυτό διορθώνεται! – είπε καλόκαρδα ο πεθερός. — Θα σε μάθουμε! Εσύ γενικά μαθαίνεις γρήγορα;
— Θεωρητικά, ναι, — απάντησε η Βάρια. — Μόνο που δεν ανέχομαι την αδικία.
— Αγάπη μου, — παρενέβη πάλι η πεθερά. — Η δικαιοσύνη είναι έννοια σχετική! Υπάρχουν κανόνες στην οικογενειακή ζωή που μετράνε χιλιάδες χρόνια! Να σέβεσαι τον άντρα σου και τους συγγενείς του! Να τους σέβεσαι έτσι όπως θέλεις να σε σέβονται! Επίσης, η υπακοή και η πραότητα στολίζουν τη γυναίκα! Από την άλλη, οι άντρες φροντίζουν τις γυναίκες και αυτοί ξέρουν από σοβαρές υποθέσεις και προβλήματα!
— Ε, αφού έτσι συνηθίζεται, — ανασήκωσε τους ώμους η Βάρια. — Αλλά ελπίζω να μην υπάρχουν τιμωρίες σαν κι αυτές τον παλιό καιρό;
— Όχι, δεν έχουμε μαστίγια! – γέλασε ο πεθερός.
Όσο για τον «παλιό καιρό», η Βάρια έπεσε μέσα. Η ελευθερία της περιορίστηκε στο ελάχιστο μόλις έναν μήνα μετά τον γάμο. Επιτρεπόταν μόνο η δουλειά και το κατάστημα! Για οτιδήποτε άλλο:
— Πού πας; Το σπίτι είναι γεμάτο δουλειές! Και μετά είναι ο κήπος, οι κότες, οι πάπιες! Βάρια! – φώναζε η Νατάλια Πετρόβνα. — Οικογένεια είμαστε! Και δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου!
Η πεθερά δεν υπερέβαλλε. Ο Μαξίμ με τον αδερφό του έλειπαν συνέχεια στη δουλειά, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Μερικές φορές έμεναν και τη νύχτα, γιατί η βάση λαχανικών δούλευε επί εικοσιτετραώρου βάσεως.
Ο πεθερός υπέφερε από τη μέση και τα πόδια του, οπότε δούλευε περισσότερο με τη γλώσσα. Έδινε «πολύτιμες» συμβουλές που τους εκνεύριζαν όλους. Έτσι, τα πάντα έπεφταν στους ώμους της Νατάλιας Πετρόβνα και της Βάριας.
Όμως ούτε η Νατάλια Πετρόβνα ήταν πια κοριτσάκι. Πότε ανέβαινε η πίεση, πότε την ενοχλούσαν οι αρθρώσεις λόγω καιρού, πότε έπεφτε στο κρεβάτι με πονοκέφαλο. Και οι δουλειές του σπιτιού δεν έχουν ρεπό!
— Και η προσωπική ζωή; – ρωτούσε η Βάρια. — Όχι με τον άντρα μου, η δική μου προσωπική ζωή; Ένα σινεμά, μια καφετέρια, μια βόλτα. Ακόμα δεν έχω κάνει φίλες!
— Οι φίλες δεν χρειάζονται σε μια παντρεμένη γυναίκα! Πίστεψε την εμπειρία μου, αυτές οι φίλες φέρνουν περισσότερο κακό παρά καλό! Όσο για τις καφετέριες και το σινεμά, να μιλήσεις με τον άντρα σου! Είναι απρεπές να κυκλοφορεί η γυναίκα μόνη της σε δημόσιους χώρους! Εδώ δεν είναι πόλη, θα βγάλουν τόση βρώμα που δεν θα ξεπλυθείς ποτέ!
— Σοβαρά; – απόρησε η Βάρια.
— Εσύ, κορίτσι μου, ζούσες σε μεγάλη πόλη. Εδώ όμως όλα είναι μπροστά στα μάτια όλων! Ένα βήμα στραβό και θα σου κολλήσουν τέτοιες ταμπέλες που ούτε θα ξεπλυθείς ούτε θα συγχωρεθείς! Κι είσαι και δασκάλα! Μπορεί να σε διώξουν και με καταισχύνη!
Η λογική ήταν αφοπλιστική, αλλά η Βάρια δεν σκόπευε να θαφτεί στις δουλειές του σπιτιού. Δούλευε, εκτελούσε τις εντολές, αλλά απαιτούσε και αξιοπρεπή συμπεριφορά. Πότε πείσμωνε, πότε ύψωνε τη φωνή, πότε τους έστελνε «από εκεί που ήρθαν» χωρίς περιστροφές.
— Αν είναι να δουλεύουμε, να δουλεύουμε επί ίσοις όροις! – έλεγε. — Αν κάποιος ξαπλώνει κι άλλος οργώνει, εγώ αρνούμαι να γίνω το αθάνατο πόνυ!
Πέρασαν δυόμισι χρόνια από τον γάμο. Η Βάρια δεν ησύχασε. Απαιτούσε να συνεισφέρουν όλοι τίμια στις δουλειές. Διαφορετικά, δεν θα το έκανε ούτε εκείνη.
— Τι χαρακτήρας αυτή η Βάρκα! – αναφώνησε η Νατάλια Πετρόβνα όταν έστειλαν τη Βάρια στο μαγαζί. — Με έχει φτάσει στο αμήν! Της λες μια λέξη, σου απαντάει πέντε!
— Ούτε εμένα με σέβεται! – είπε ο Ντμίτρι Αντρέγιεβιτς. — Της ζητάς ένα μαξιλάρι ή νερό κι εκείνη σε γράφει, λέει πως είναι απασχολημένη. Κι ας πεθαίνεις, δεν της καίγεται καρφί!
— Μαξίμ, δεν πάει άλλο αυτό, — είπε σοβαρά ο Νικήτα, ο μεγαλύτερος αδερφός. — Προσβάλλει τους γονείς μας! Πού ακούστηκε να το συγχωρούμε αυτό;
— Καταλαβαίνω κι εγώ ότι παραέγινε θρασεία! Αντιμιλάει σε μένα, που είμαι ο άντρας της! Πρέπει να τη δαμάσω, σαν θηρίο στο τσίρκο! Και δεν έχουμε ακόμα παιδιά! Αν κάνουμε, θα το παίξει σπουδαία επειδή είναι μάνα! Και τότε δεν θα χωράμε στο σπίτι μας!
— Πρέπει να προετοιμαστούμε, — είπε ο Νικήτα. — Βγάλ’ την μια βόλτα στο κέντρο και μετά στείλ’ την μόνη της πίσω! Εμείς θα την περιμένουμε εδώ και θα της μιλήσουμε έτσι, που θα της κοπεί ο αέρας μια και καλή!
— Αν καταλάβει με τα λόγια, καλώς. Αν όχι, θα χρησιμοποιήσουμε βία!
— Κι αν αρχίσει να ξεσηκώνεται, θα την κλειδώσουμε στην αποθήκη και στο σχολείο θα πούμε ότι πήρε άδεια!
— Έναν μήνα να κάτσει κλεισμένη, θα ηρεμήσει!
Έτσι κι έκαναν.
Ενώ ο Μαξίμ έβγαζε τη Βάρια βόλτα, οι συγγενείς προετοιμάστηκαν, πήραν θέση και μπήκαν σε κατάσταση «ιερής οργής».
Περίμεναν το τηλεφώνημα του Μαξίμ για το πότε θα ξεκινήσει η Βάρια για το σπίτι, ώστε να την υποδεχτούν και να την «περιποιηθούν»!
Ο Μαξίμ δεν πρόλαβε.
Η εξώπορτα της αυλής ήταν στη θέση της, αλλά η πόρτα του σπιτιού έλειπε, λες και δεν υπήρξε ποτέ.
Στο κεφαλόσκαλο καθόταν ο Νικήτα και ούρλιαζε, κρατώντας το τσακισμένο του χέρι.
Ο Μαξίμ έβγαλε το τηλέφωνο από την τσέπη του αδερφό του, κάλεσε τις πρώτες βοήθειες και του το κόλλησε στο αυτί:
— Πες τη διεύθυνση! – ούρλιαξε ο Μαξίμ για να τον βγάλει από το σοκ.
— Και πες τους να στείλουν δύο ασθενοφόρα!
Ο Νικήτα έγνεψε καταφατικά, συσπώμενος από τον πόνο.
Στο χολ, μέσα στα συντρίμμια των επίπλων, ήταν ξαπλωμένος ο πατέρας – ζωντανός. Αυτό ήταν παρήγορο.
Και στην κουζίνα, ακριβώς δίπλα στην πόρτα, καθόταν η μάνα.
Καθόταν στο πάτωμα, με μια τεράστια μελανιά να φουντώνει στο πρόσωπό της.
Στα χέρια της κρατούσε σπασμένο στα δύο τον μεγάλο πλάστη που χρησιμοποιούσε για το φύλλο των πιτών.
Στο τραπέζι της κουζίνας καθόταν η Βάρια και έπινε ήρεμα το τσάι της.
— Αγάπη μου; – η Βάρια σήκωσε ένα τολμηρό βλέμμα στον άντρα της.
— Ήρθες για τη δική σου μερίδα;
— Όχι, όχι… — τραύλισε ο Μαξίμ.
— Τότε δεν ξέρω τι άλλο να σου προσφέρω, — η Βάρια σκέφτηκε για λίγο.
— Ίσως λίγη δικαιοσύνη στις οικογενειακές μας σχέσεις;
— Έπρεπε να μας είχες προειδοποιήσει νωρίτερα! – αναφώνησε εκείνος.
— Παραλίγο να τους σκοτώσεις τους ανθρώπους!
— Ξέρω τα όριά μου! Και ο καθένας έλαβε την ανάλογη απάντηση!
— Με ό,τι ήρθε ο καθένας πάνω μου, με το ίδιο έλαβε την απάντησή του!
— Όσο για τον πλάστη, τον έσπασα στο γόνατό μου!
— Και τη μάνα σου δεν την άγγιξα, «φιλήθηκε» με την πόρτα καθώς έτρεχε να βγει από το χολ!
— Και πώς θα ζήσουμε εμείς μαζί μετά από αυτό; – ρώτησε ο Μαξίμ.
— Πιστεύω, αγαπημένοι! – χαμογέλασε η Βάρια.
— Και κυρίως, δίκαια!
— Και για διαζύγιο μην κάνεις ούτε σκέψη, περιμένω παιδί! Και το παιδί μου θα έχει πατέρα!
Ο Μαξίμ κατάπιε τον κόμπο του:
— Εντάξει, αγάπη μου!
Όταν όλοι ανάρρωσαν και ηρέμησαν, οι κανόνες της οικογένειας αναθεωρήθηκαν ριζικά.

Από εκείνη τη μέρα, στην οικογένεια κυριαρχούσε ειρήνη και γαλήνη.
Και κανείς ποτέ δεν αδίκησε ξανά κανέναν!
Για να μην χάνετε τις νέες ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις μας, εγγραφείτε στη σελίδα μας! Αφήστε τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας στα σχόλια και στηρίξτε μας με ένα like.