Όλο το χωριό γνώριζε από καιρό ότι ο Όλεγκ θα ερχόταν. Τα κορίτσια ετοιμάζονταν, έφτιαχναν τα μαλλιά τους. Μα η Νάστια, ένα ορφανό κορίτσι, τι ανάγκη είχε από τέτοια τεχνάσματα; Ήταν ο εαυτός της.

Όλο το χωριό γνώριζε από καιρό ότι ο Όλεγκ θα ερχόταν.

Τα κορίτσια ετοιμάζονταν, έφτιαχναν τα μαλλιά τους.

Μα η Νάστια, ένα ορφανό κορίτσι, τι ανάγκη είχε από τέτοια τεχνάσματα; Ήταν ο εαυτός της.

Κι εκείνος, την ερωτεύτηκε αμέσως.

Στο χωριό τη ζήλευαν τη Νάστια που κατάφερε να τυλίξει τέτοιο παλικάρι.

Μόλις πρωτοεμφανίστηκε στο χωριό, όλα τα κορίτσια τον ερωτεύτηκαν.

Πλατύπλατος, ψηλός και όμορφος.

Και επιπλέον, παιδί της πόλης και μορφωμένος. Δούλευε κάπου στο εξωτερικό. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι.

Ο παππούς του ήταν παλιά πρόεδρος του χωριού. Είχε αποκαταστήσει όλα του τα παιδιά.

Τώρα περίμενε μόνο τα εγγόνια, ετοιμαζόταν και καμαρώνε για τις επιτυχίες τους.

Όσο κι αν προσπάθησαν τα κορίτσια να του τραβήξουν την προσοχή, όλα πήγαν χαμένα.

Μετά τις διακοπές του, την πήρε μαζί του.

Ο παππούς Βασίλης του έδωσε μια συμβουλή: «Το κορίτσι πέρασε δύσκολα στη ζωή του, μην την πληγώσεις».

Εκείνος υποσχέθηκε.

Στην πόλη η ζωή ήταν τελείως διαφορετική, μια ασταμάτητη βουή.

Η Νάστια ήλπιζε πως ο Όλεγκ θα παρέμενε προσεκτικός και στοργικός.

Όμως όλα πήραν άλλη τροπή.

Όσο προετοιμάζονταν για τον γάμο, υπήρχαν ακόμα κοινές έγνοιες και τρυφερότητα.

Μετά τον μήνα του μέλιτος, όμως, άλλαξε. Λες και άρχισε να ντρέπεται τη νεαρή γυναίκα του.

Η πεθερά της τής μιλούσε μέσα από τα δόντια της, με υπεροψία.

Σε κάθε της λέξη, η Νάστια ένιωθε πως δεν ήταν αντάξια του όμορφου γιου της.

Η σούπα δεν ήταν σωστά μαγειρεμένη, τα πουκάμισα δεν ήταν καλά πλυμένα, ακόμα και το πάτωμα το σφουγγάριζε λάθος.

Υπέφερε η Νάστια εξαιτίας της πεθεράς της, μα πού να πάει μένοντας στο ίδιο διαμέρισμα;

Ούτε δουλειά κατάφερε να βρει, αλλά ούτε και ο Όλεγκ την άφηνε:

— Πόσα χρήματα θα βγάλεις εσύ με τη μόρφωση που έχεις; Κάτσε εκεί που είσαι.

Κι εκείνη καθόταν. Όταν έμεινε έγκυος, ο Όλεγκ πετούσε στα σύννεφα από ευτυχία.

Φαινόταν πως όλα έφτιαξαν.

Η πεθερά σταμάτησε τα παράπονα και μάλωνε τον γιο της για να προσέχει τη γυναίκα του.

Μετά όμως ήρθε η συμφορά. Η Νάστια έχασε το παιδί. Και τα πράγματα έγιναν χειρότερα.

— Για τίποτα δεν είσαι ικανή, ούτε μυαλό έχεις, ούτε υγεία. Μόνο το προσωπάκι σου είναι όμορφο, μα τι να το κάνεις… — αναστέναζε η πεθερά.

Κι ο Όλεγκ χαμογελούσε ικανοποιημένος, λες και δεν μιλούσαν για την αγαπημένη του γυναίκα.

Η δεύτερη εγκυμοσύνη δεν έφερε πια χαρά στον σύζυγο.

Δεν υπήρχε πλέον η παλιά φροντίδα, ούτε η προσμονή.

Εμφανίστηκε εκνευρισμός γιατί η σιλουέτα της δεν ήταν πια όμορφη.

Η πεθερά μάλωνε τον γιο της να μην προσβάλλει τη γυναίκα του, λέγοντας πως το παιδί πρέπει να γεννηθεί μέσα στην αγάπη.

Μα ποια αγάπη; Η Νάστια ένιωθε πως ο άντρας της είχε κρυώσει τελείως απέναντί της.

Άρχισαν να κοιμούνται σε χωριστά δωμάτια, εκείνος βιαζόταν να φύγει για τη δουλειά.

Επέστρεφε όταν η Νάστια είχε πια κοιμηθεί.

Η Νάστια έκλαιγε ολόκληρες νύχτες, μα πού να πάει;

Γονείς δεν είχε, και δεν ήθελε μια τέτοια μοίρα για το παιδί της.

Προσπαθούσε πολύ να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη, κρύβοντας τον πόνο της.

Όταν ήρθε η ώρα για το μαιευτήριο, δεν υπήρχε κανείς να την πάει.

Ο Όλεγκ είχε να πατήσει στο σπίτι μια εβδομάδα.

Η Νάστια κάλεσε μόνη της το ασθενοφόρο.

Γέννησε, δεν τηλεφώνησε σε κανέναν, και δεν ήξερε πού να επιστρέψει.

Στην έξοδο την περίμενε ένα αυτοκίνητο με μπαλόνια. Χάρηκε η Νάστια.

Έτρεξε έξω, μα ο Όλεγκ έλειπε.

Στέκονταν εκεί η πεθερά και ο παππούς Βασίλης, στολισμένοι και με λουλούδια στα χέρια.

— Σε ευχαριστώ, εγγονή μου, γι’ αυτό το δώρο. Δεν υπάρχει καλύτερη στον κόσμο από τη δισέγγονή μου — έλεγε ο παππούς γεμάτος χαρά.

Η πεθερά ήταν συγκρατημένη, αλλά φαινόταν πως δεν χόρταινε να κοιτάζει την εγγονή της.

Στο σπίτι το τραπέζι ήταν στρωμένο. Η πεθερά είχε φτιάξει την αγαπημένη πίτα της Νάστιας.

— Δεν φανταζόμουν ποτέ πως ο Όλεγκ θα γινόταν τέτοιο κάθαρμα — δεν άντεξε να μην πει η Ναταλία Βασίλιεβνα.

— Τα έφτιαξε με άλλη, παράτησε μια κοπέλα μόνη με το μωρό.

— Αλλά δεν πειράζει, δεν πειράζει. Θα ζήσουμε και χωρίς αυτόν.

— Θα δούμε πόσο θα αντέξει εκείνος χωρίς εμάς. Δεν θα αφήσουμε κανέναν να σας πειράξει.

— Θα τον διαγράψω από το σπίτι, ας ζήσει όπως θέλει. Εδώ θα είμαστε στενά. Γιατί αυτός είναι ικανός να φέρει κι άλλη γυναίκα μετά.

— Πώς θα την ονομάσουμε; — ρώτησε ο παππούς Βασίλης.

— Μήπως Αννούλα, όπως έλεγαν τη μάνα σου;

Η Νάστια ξέσπασε σε κλάματα.

Είχε πολύ καιρό να αφήσει τα δάκρυά της ελεύθερα.

Η πεθερά της την χάιδευε στο κεφάλι:

— Μη στεναχωριέσαι, θα γίνεις ξανά ευτυχισμένη.

— Κοίτα πόσο σου πάει η μητρότητα.

— Αυτός ο αχρείος δεν το εκτίμησε.

— Θα πάω στο χωριό, εκεί θα είναι καλύτερα για εμάς, είπε η Νάστια.

— Και πολύ σωστά, συμφώνησε ο παππούς.

— Μαζί θα μεγαλώσουμε την εγγονή μας.

Δύο χρόνια μετά την επιστροφή της Νάστιας στο χωριό, τη ζήτησε σε γάμο ο Αντρέι.

Ένα απλό παιδί του χωριού.

Πριν από λίγο καιρό, πριν γνωρίσει τον Όλεγκ, η Νάστια δεν θα του έριχνε ούτε ματιά.

Τώρα όμως, οι απαιτήσεις της από έναν άντρα είχαν αλλάξει:

Έπρεπε να είναι στοργικός και να μην αφήνει κανέναν να τους αδικήσει.

— Παντρέψου τον, πού αλλού θα βρεις τέτοιον;

— Καλό παιδί είναι, τον ξέρεις από μικρή.

— Κι αν ο Όλεγκ επιστρέψει…

Η Νάστια δεν τον άφησε να τελειώσει.

— Δεν πρόκειται να επιστρέψει.

— Αλλά κι εγώ δεν τον αγαπώ πια.

— Τότε όλα καλά, χάρηκε ο παππούς.

— Ας ετοιμαστούμε για τον γάμο.

Στον γάμο ήρθε και η Ναταλία Βασίλιεβνα.

— Πώς της φέρεσαι έτσι της Νάστιας; είπε στον Αντρέι με δυσαρεστημένο ύφος.

— Σήμερα γύρισε από τη δουλειά με τα πόδια.

— Και στο σπίτι δεν υπάρχει τάξη, οι κάλτσες της Αννούλας είναι ασιδέρωτες!

— Εσείς ποια είστε; αναρωτήθηκε εκνευρισμένος ο γαμπρός.

— Η πεθερά της.

— Η πρώην πεθερά της, διευκρίνισε ο Αντρέι.

— Φτάνει πια, μη μαλώνετε, γέλασε η Νάστια.

— Πεθερά «πρώην» δεν υπάρχει ποτέ.

— Από το άγχος μου τα λέω, απολογήθηκε η Ναταλία Βασίλιεβνα.

— Φοβάμαι μήπως δεν μου επιτρέψετε να βλέπω την εγγονή μου.

— Να έρχεστε όποτε θέλετε, είπε ο Αντρέι.

— Αλλά την οικογένειά μας θα τη χτίσουμε μόνοι μας, χωρίς εξωτερική βοήθεια.

Η Νάστια κοίταξε τον Αντρέι με περηφάνια:

«Αυτός σίγουρα δεν θα αφήσει κανέναν να μας πειράξει», σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: