Η Βάλια και ο σύζυγός της, ο Νικόλας, πήγαν να επισκεφτούν την προγιαγιά της, την Αναστασία. Η ηλικιωμένη γυναίκα υποδέχτηκε τους νέους ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Βλέποντας την αγαπημένη της δισέγγονη με τον άντρα της, η γυναίκα χαμογέλασε κουρασμένα και είπε σιγανά: – Ήρθατε… Η Βάλια αγκάλιασε χαρούμενα τη γιαγιά και τη φίλησε.

Η Βάλια και ο σύζυγός της, ο Νικόλας, πήγαν να επισκεφτούν την προγιαγιά της, την Αναστασία.

Η ηλικιωμένη γυναίκα υποδέχτηκε τους νέους ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

Βλέποντας την αγαπημένη της δισέγγονη με τον άντρα της, η γυναίκα χαμογέλασε κουρασμένα και είπε σιγανά:

– Ήρθατε…

Η Βάλια αγκάλιασε χαρούμενα τη γιαγιά και τη φίλησε.

Ο Νικόλας απλώς έγνεψε και είπε ευγενικά:

– Γεια σας.

– Λοιπόν, πώς είσαι, γιαγιά; ρώτησε η Βάλια.

– Φαίνεσαι υπέροχα. Δεν σε ενοχλεί τίποτα;

– Ησύχασε, τίποτα δεν με ενοχλεί, απάντησε η Αναστασία.

– Καλύτερα πείτε μου εσείς, πώς ζείτε με τον Νικόλα;

– Καλά ζούμε, είπε η Βάλια.

– Ήρθαμε να μάθουμε εκείνο το μυστικό σου.

– Ποιο μυστικό πάλι; απόρησε η γριά.

Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε.

Η Βάλια προσπαθούσε μια ολόκληρη ώρα να πείσει τον άντρα της, τον Νικόλα, να πάει μαζί της να επισκεφτούν την προγιαγιά της, την Αναστασία.

Αλλά εκείνος αρνιόταν πεισματικά:

– Βάλια, δεν θέλω να πάω πουθενά! Πήγαινε μόνη σου…

– Και γιατί δεν θέλεις;

– Δεν θέλω και τέλος. Δεν μου αρέσουν αυτές οι γεροντίστικες κουβέντες. Μου είναι αδιάφορο…

– Έλα, Νικόλα, σε παρακαλώ! Πρέπει οπωσδήποτε να έρθεις μαζί μου!

– Γιατί;

– Την τελευταία φορά που την επισκέφτηκα, η γιαγιά υποσχέθηκε ότι θα μου πει κάποιες μαγικές λέξεις.

– Με τη βοήθειά τους εμείς οι δύο θα ζήσουμε όλη μας τη ζωή μαζί.

– Και κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να μας χωρίσει!

– Ε, το ήξερα! γέλασε ο Νικόλας.

– Σου το λέω, οι γέροι λατρεύουν να κάνουν κήρυγμα στους νέους για το πώς πρέπει να ζουν σωστά.

– Βάλια, είναι δυνατόν εσύ, μια ολόκληρη γυναίκα, να πιστεύεις ακόμα σε μαγικές λέξεις;

– Φυσικά και πιστεύω!

– Μεταξύ μας, η προγιαγιά η Αναστασία έζησε εξήντα χρόνια με τον προπάππου.

– Και μου είπε ότι αυτό έγινε χάρη σε ΕΚΕΙΝΕΣ τις μαγικές λέξεις.

– Θέλω κι εγώ να ζήσουμε μαζί για πάρα πολύ καιρό! Μέχρι το τέλος.

– Κι εγώ δεν είμαι αντίθετος σε αυτό.

– Ωραία λοιπόν. Άρα, θα έρθεις μαζί μου;

– Όχι. Πήγαινε μόνη σου. Ας σου πει αυτές τις μαγικές λέξεις κι εσύ μετά τις λες σε μένα.

– Μα εκεί είναι το θέμα, ότι θα αποκαλύψει το μυστικό μόνο αν πάμε μαζί! αναφώνησε η Βάλια προσβεβλημένη.

– Έθεσε αυτόν τον όρο. Σε παρακαλώ! Για χατίρι μου!

– Ε, ρε Βάλια… Είσαι σαν μικρό παιδί… είπε ο Νικόλας δυσαρεστημένος, αλλά τελικά έγνεψε καταφατικά.

– Εντάξει. Αλλά ας συμφωνήσουμε ότι θα μείνουμε εκεί μόνο για λίγο…

…Η προγιαγιά Αναστασία υποδέχτηκε τους νέους ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ήταν ήδη ενενήντα οκτώ ετών.

Τη φρόντιζε η κόρη της, η Άννα, που ήταν κι εκείνη εβδομήντα δύο χρονών.

Βλέποντας την αγαπημένη της δισέγγονη με τον σύζυγό της, η γριά χαμογέλασε κουρασμένα και είπε σιγανά:

– Ήρθατε…

Η Βάλια αγκάλιασε χαρούμενα την προγιαγιά και τη φίλησε.

Ο Νικόλας απλώς έγνεψε και είπε ευγενικά:

– Γεια σας.

Έπειτα κάθισε σεμνά σε μια ελεύθερη καρέκλα και προετοιμάστηκε για μια βαρετή συζήτηση.

Η Βάλια κάθισε στο κρεβάτι δίπλα στη γιαγιά και άρχισε να κελαηδάει χαρούμενα:

– Λοιπόν, πώς είσαι, γιαγιά; Σου λέω, φαίνεσαι υπέροχα.

– Με τον Νικόλα μου σχεδιάζαμε από καιρό να σε επισκεφτούμε. Δεν σε ενοχλεί τίποτα;

– Κοίτα πώς κελαηδάει… χαμογέλασε πάλι η προγιαγιά.

– Ησύχασε, τίποτα δεν με ενοχλεί. Γιατί όλα έχουν σταματήσει να με ενοχλούν εδώ και καιρό.

– Καλύτερα πείτε μου εσείς, πώς ζείτε με τον Νικόλα;

– Καλά ζούμε. Ήρθαμε να μάθουμε εκείνο το μυστικό σου…

– Ποιο μυστικό πάλι; απόρησε η γριά.

Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε.

– Μα πώς;! Η Βάλια την κοίταξε κι εκείνη με έκπληξη.

– Την προηγούμενη φορά μου είπες: «Θα έρθεις μαζί με τον άντρα σου και θα σας πω τις μαγικές λέξεις».

– Για να ζήσουμε μαζί πολλά και ευτυχισμένα χρόνια. Θυμάσαι, γιαγιά;

– Μου το υποσχέθηκες.

– Α, αυτό… Θυμάμαι, θυμάμαι… Αλλά ο άντρας σου το χρειάζεται οπωσδήποτε αυτό;

Η γιαγιά μετέφερε το βλέμμα της στον Νικόλα, κι εκείνος ένιωσε άβολα.

– Νικόλα, γιατί δεν μιλάς; ρώτησε η Βάλια απορημένη. – Η γιαγιά εσένα ρωτάει.

Ο Νικόλας ανασήκωσε τους ώμους και απάντησε απρόθυμα:

– Εμένα, φυσικά, θα με ενδιέφερε να μάθω ποιες είναι αυτές οι μαγικές λέξεις. Έτσι, για τη γνώση.

– Αλλά, ξέρετε, δεν πιστεύω πολύ στα μάγια. Γιατί είμαι άνθρωπος σύγχρονος.

– Και οι γονείς μου μού έλεγαν πως για να ζήσεις μαζί μια ολόκληρη ζωή, πρέπει απλώς να αγαπάτε ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι όλο.

– Οι μαγικές λέξεις είναι παραμύθια για παιδιά.

– Και ποιος είπε ότι θα είναι κάποιες λέξεις μαγικές; απόρησε ειλικρινά η προγιαγιά.

– Αυτές οι λέξεις είναι συνηθισμένες. Σε κάποιον μπορεί να φανούν ακόμα και κοινότοπες.

– Αλλά η αλήθεια είναι πως μοιάζουν με μαγικές, γιατί μπορούν να προστατέψουν κάθε οικογένεια.

– Απλώς πρέπει να τις λέτε στον εαυτό σας εκείνες τις στιγμές που δεν είστε σίγουροι αν κάνετε κάτι σωστά.

– Και ποιες είναι αυτές οι λέξεις; ρώτησε ο Νικόλας, χωρίς να κρύβει το χαμόγελό του.

– Τώρα θα σου πω, είπε η γιαγιά και το πρόσωπό της έγινε ξαφνικά λυπημένο.

– Σε μένα και στον Βασίλη μου τις είπε ένας παπάς όταν στεφανωθήκαμε.

– Τότε δεν ήταν εύκολο να στεφανωθείς, γιατί στην πόλη δεν λειτουργούσαν όλες οι εκκλησίες.

– Χρειάστηκε να πάμε σε ένα χωριό, σε μια παλιά εκκλησία.

– Κι εκεί ο παπάς του χωριού, μετά το μυστήριο, μας είπε το εξής:

– «Κάθε φορά που στέκεστε σε ένα σταυροδρόμι, να θυμάστε οπωσδήποτε το άλλο σας μισό και να λέτε από μέσα σας:

– Προσοχή! Μόνο ένα βήμα έμεινε μέχρι τον χωρισμό!»

– Γιατί μόνο ένα βήμα; Ο Νικόλας κοίταξε τη γιαγιά χωρίς να καταλαβαίνει.

– Προφανώς γιατί, όταν στέκεσαι πάνω από τον γκρεμό, για να μην σωθείς, αρκεί μόνο ένα βήμα.

– Ακόμα και μισό βήμα αρκεί για να καταστραφούν όλα.

– Και η οικογένεια καταστρέφεται επίσης από ένα μόνο λάθος βήμα κάποιου από τους συζύγους.

– Κάνεις αυτό το βήμα, και σε ρουφάει ο βάλτος της προδοσίας.

– Είπες κάτι κακό στο ταίρι σου χωρίς να σκεφτείς; Πάλι το ίδιο – έμεινε ένα βήμα μέχρι το διαζύγιο…

– Έτσι κι εγώ με τον Βασίλη μου, όταν αρχίζαμε να μαλώνουμε, θυμόμασταν αμέσως εκείνον τον παπά και λέγαμε ο ένας στον άλλον:

– «Ένα βήμα μέχρι τον χωρισμό».

– Και αυτό ήταν όλο. Αμέσως η επιθυμία μας να τσακωθούμε εξαφανιζόταν.

– Και τι γίνεται με την αγάπη; ρώτησε ο Νικόλας. – Δεν είναι η αγάπη που προστατεύει την οικογένεια;

– Η αγάπη, βέβαια, την προστατεύει… συμφώνησε η γιαγιά Αναστασία.

– Αλλά προστατεύει μόνο όταν ο άντρας και η γυναίκα προστατεύουν οι ίδιοι αυτή την αγάπη.

– Πρώτα την φυλάμε εμείς, και μετά εκείνη εμάς.

– Και η αγάπη μπορεί να διατηρηθεί μόνο με έναν τρόπο:

– Να θυμάσαι συνεχώς το ταίρι σου και να ανησυχείς μήπως του κάνεις κάτι κακό…

…Οι νέοι επέστρεφαν στο σπίτι σκεπτικοί.

Καθώς πλησίαζαν στο σπίτι τους, ο Νικόλας αγκάλιασε τη Βάλια και ξαφνικά είπε:

– Δίκιο έχει η προγιαγιά σου. Μέχρι τον χωρισμό είναι πάντα ένα βήμα. Τώρα το κατάλαβα καθαρά…

– Τώρα; τρόμαξε η Βάλια. – Γιατί το κατάλαβες τώρα;

– Γιατί θυμήθηκα πώς χώρισαν οι γονείς μου… Ο Νικόλας αναστέναξε βαριά.

– Ο πατέρας μου μού είπε πρόσφατα γιατί συνέβη αυτό.

– Μια φορά έκανε ένα λάθος βήμα… Μόνο ένα…

– Και ως απάντηση, η μαμά έκανε κι εκείνη ένα λάθος βήμα… Και αυτό ήταν…

– Οπότε πρέπει κι εμείς να θυμόμαστε αυτές τις μαγικές λέξεις…

Και ο Νικόλας αγκάλιασε τρυφερά την αγαπημένη του Βάλια.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: