Ο Ιγκόρ έβγαινε από το διαμέρισμα της ερωμένης του.

Ο Ιγκόρ έβγαινε από το διαμέρισμα της ερωμένης του.

Εκείνη την ημέρα έδωσε μια υπόσχεση στη Λάρισα: επιστρέφοντας στο σπίτι, θα έβαζε ένα τέλος στον γάμο του και θα μετακόμιζε μαζί της. Στον δρόμο επαναλάμβανε ξανά και ξανά στο μυαλό του τον προετοιμασμένο λόγο του, ψιθυρίζοντας μάλιστα τις φράσεις:

— Έχεις γίνει μια συνηθισμένη νοικοκυρά. Με υποδέχεσαι κάθε μέρα με μια παλιά ρόμπα, αναμαλλιασμένη. Δεν διαβάζεις ούτε βιβλία! Δεν έχουμε τίποτα να πούμε! Όλη σου η ζωή είναι οι σειρές…

Με την Άλλα ζούσαν μαζί ήδη δεκαεπτά χρόνια. Κάποτε υπήρχε ανάμεσά τους ζεστασιά, κατανόηση, αγάπη, αλλά με τον καιρό όλα αυτά διαλύθηκαν στην καθημερινότητα. Η ρουτίνα, η μονοτονία και η συσσωρευμένη κούραση έκαναν τη δουλειά τους. Τον εκνεύριζαν και οι συνεχείς επισκέψεις στους συγγενείς της συζύγου του στο χωριό, και η αίσθηση ότι ακόμα και στο δικό του σπίτι δεν μπορούσε πραγματικά να ξεκουραστεί. Τελικά, ο Ιγκόρ αποφάσισε να αφήσει το διαμέρισμα στην Άλλα και στα παιδιά, και ο ίδιος να ξεκινήσει μια νέα ζωή.

Στη διαδρομή θυμήθηκε ξαφνικά ότι η συζήτηση δεν θα γινόταν μόνο με τη γυναίκα του, αλλά και με τα παιδιά. Ο γιος του ήταν σχεδόν ενήλικας — φέτος έκλεινε τα δεκαέξι. Ο Ιγκόρ προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι το αγόρι δεν θα στεναχωρηθεί πολύ, αφού περνούσε σχεδόν όλο τον χρόνο του στον υπολογιστή. Αλλά και πάλι, θα έπρεπε να δώσει εξηγήσεις. Με την κόρη του τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα… Η Σάσα ήταν μόνο επτά ετών, ήταν ακόμα μικρή, αλλά ήλπιζε ότι με τον καιρό θα καταλάβαινε. Αγαπούσε πολύ το κορίτσι, και οι σκέψεις γι’ αυτήν μαλάκωναν κάπως την εσωτερική του ένταση.

Όταν άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος, ένιωσε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Στο σπίτι επικρατούσε μια ανησυχητική σιωπή. Ο Ιγκόρ προχώρησε στο σαλόνι και είδε την Άλλα — καθόταν κρύβοντας το πρόσωπο στα χέρια της και σιγοέκλαιγε. Δίπλα της στεκόταν ο γιος τους, κρατώντας ένα ποτήρι νερό.

— Τι συνέβη; — ρώτησε ο Ιγκόρ χαμένος.

Η γυναίκα του σήκωσε τα δακρυσμένα μάτια της και είπε μέσα από τους λυγμούς:
— Η Σάσενκα… Η Σάσενκα παρασύρθηκε από αυτοκίνητο…

Τα μάτια του Ιγκόρ σκοτείνιασαν από αυτό που άκουσε. Κάθισε βαριά στην πλησιέστερη καρέκλα, ανίκανος να συνειδητοποιήσει αμέσως τι συνέβαινε. Ο γιος του τού έδωσε γρήγορα το ποτήρι:
— Μπαμπά, μην ανησυχείς. Μας πήραν τηλέφωνο από το σχολείο. Φαίνεται να είναι καλά. Διέσχιζε τον δρόμο και την ακούμπησε λίγο ένα αυτοκίνητο. Είπαν ότι έχει μόνο ελαφριές γρατζουνιές, τίποτα σοβαρό. Μας έδωσαν τη διεύθυνση του νοσοκομείου.

Ο Ιγκόρ σηκώθηκε απότομα και πλησίασε τη γυναίκα του. Την αγκάλιασε, την έσφιξε πάνω του κι εκείνη, χωρίς να φέρει αντίσταση, έχωσε το πρόσωπό της στον ώμο του. Της χάιδευε τα μαλλιά μέχρι που άρχισε σταδιακά να ηρεμεί. Εκείνη τη στιγμή, όλα μέσα στο κεφάλι του ανατράπηκαν. Πώς μπόρεσε καν να σκεφτεί να διαλύσει την οικογένειά του για μια εφήμερη περιπέτεια;

Δεν είπε ποτέ στην Άλλα ούτε λέξη για την πρόθεσή του να φύγει. Με τη Λάρισα διέκοψε τη σχέση χωρίς εξηγήσεις. Εκείνο το λεπτό κατάλαβε οριστικά: δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς την οικογένειά του.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το με τους φίλους σας: