– Άδειασε τις βαλίτσες, είπε ξαφνικά.
– Ο Σάσκο με παράτησε. Και μου είπε να φύγω από το διαμέρισμά του, είπε η Όλγα με λυγμούς.
– Το ξέρω! Ορίστε, πάρ’ το αυτό, η πεθερά άφησε έναν φάκελο πάνω στο τραπέζι. Η Όλγα τον άνοιξε και έμεινε άναυδη από αυτό που είδε.

Τα μάτια της θόλωσαν και η φωνή του άντρα της, πάντα ήρεμη και αργή, άρχισε να ακούγεται από κάπου μακριά:
«Επιτέλους έμαθα τι σημαίνει αληθινή αγάπη. Και μη με κοιτάς με αυτά τα μάτια. Την κόρη μας την μεγάλωσα, τη βοήθησα με το στεγαστικό της δάνειο, έχω δικαίωμα. Δεν είσαι αβοήθητο κοριτσάκι, ζήσε τη ζωή σου όπως πριν. Αλλά χωρίς εμένα».
Η Όλγα εστίασε το βλέμμα της στον σύζυγό της και προσπάθησε να συγκρατηθεί. Δεν θα έκλαιγε, όχι τώρα!
– Το διαμέρισμα ανήκει στη μητέρα μου. Αμφιβάλλω αν θα θέλει να σε βλέπει εδώ μετά το διαζύγιο. Εσύ φταις, δεν έπρεπε να τσακώνεσαι μαζί της. Γι’ αυτό θα ζήσουμε εδώ με τη Βιρότσκα.
– Σου έδωσα όλες τις οικονομίες μου για να αγοράσεις αυτοκίνητο, απάντησε η σύζυγος με μια ξένη φωνή. – Αυτή τη στιγμή δεν έχω ούτε δεκάρα.
– Εντάξει. Θα κάνουμε το εξής: Θα πάρω δάνειο, θα συμπληρώσω κάποια χρήματα και θα σου αγοράσω ένα στούντιο.
Τον κοίταξε κατάματα. Με αυτόν τον άνθρωπο συμπορεύτηκε όλη της τη ζωή. Μαζί του μεγάλωσε το παιδί τους. Ναι, υπήρξαν διάφορα, αλλά συνολικά ο γάμος, όπως πίστευε η ίδια, ήταν αρμονικός. Ο σύζυγός της έβγαζε καλά λεφτά, εκείνη και η κόρη της ένιωθαν ασφαλείς. Και η ίδια κέρδιζε αρκετά, αλλά για κάποιο λόγο δεν είχε αποταμιεύσει τίποτα. Προφανώς επειδή ούτε στον χειρότερο εφιάλτη της δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο σύζυγός της, στα πενήντα του χρόνια, θα την άφηνε για μια εικοσάχρονη συνάδελφο.
Μα αυτός δεν ενδιαφερόταν καν για το κρεβάτι! Ναι, δεν ενδιαφερόταν μαζί της. Περνούσαν καλά μαζί, έκαναν σχέδια για το πώς θα γεράσουν, πώς θα δούλευαν μαζί στο εξοχικό που είχαν αρχίσει να ψάχνουν ενεργά, πώς θα πάντρευαν την κόρη τους και μετά θα έρχονταν τα εγγόνια… Όλα ήταν προγραμματισμένα και προβλέψιμα. Και ορίστε τώρα!… «Όχι κλάματα!» διέταξε τον εαυτό της.
– Αν φύγεις τώρα, θα καταστρέψεις τη ζωή σου και τη δική μου. Μείνε και θα τα συγχωρέσω όλα, αρκεί να υποσχεθείς ότι θα ξεχάσεις αυτή την κοπέλα. Σκέψου το, τι να τον κάνει μια νεαρή καλλονή έναν γέρο, ταλαιπωρημένο από τη ζωή άντρα;
– Μαζί της δεν νιώθω γέρος, μου δίνει φτερά.
Η Όλγα τον παρατήρησε προσεκτικά. Πράγματι, ο σύζυγός της έδειχνε πολύ νεότερος, και μάλιστα… πιο ενδιαφέρων.
– Θα σε ενημερώσω όταν βρω διαμέρισμα. Μάζευε τα πράγματά σου εν τω μεταξύ.
Η πόρτα έκλεισε και η Όλγα έπεσε στο κρεβάτι και ξέσπασε σε κλάματα. Είναι πενήντα χρονών και έμεινε χωρίς τίποτα. Η τακτοποιημένη ζωή, η σιγουριά για το αύριο, η αγάπη και η ηρεμία… όλα χάθηκαν.
Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο και το σήκωσε. Μήπως ο σύζυγός της άλλαξε γνώμη; Το πρόσωπό της σκοτείνιασε όταν είδε ότι την καλούσε η πεθερά της. Εκείνη ήταν το πραγματικό πρόβλημα στη ζωή τους. Κάποτε πίστευε ότι η πεθερά της θα ήταν αυτή που θα χώριζε τον γιο της από εκείνη. Οι δύο γυναίκες δεν συμπαθούσαν η μία την άλλη.
– Θα είμαι εκεί σε δέκα λεπτά, φώναξε η πεθερά και έκλεισε το τηλέφωνο.
Θα έρθει να απολαύσει τη δακρυσμένη νύφη της. Επιτέλους πέτυχε το δικό της.

Η ηλικιωμένη γυναίκα μπήκε στο διαμέρισμα με γοργό βήμα και κοίταξε την Όλγα. Άφησε πάνω στο τραπέζι ένα μπουκάλι αφρώδη οίνο.
– Πού τις πας τις βαλίτσες; Βάλ’ τις πίσω στη θέση τους. Αυτό είναι το δικό μου διαμέρισμα. Και δεν θα επιτρέψω να ζήσει εδώ μια νεαρή, συμφεροντολόγα αχρεία. Ώστε, λοιπόν, αποφάσισε τελικά να πάει σε αυτήν;
– Το ξέρατε; αναφώνησε η Όλγα.
– Όλοι το ήξεραν, εκτός από σένα. Ήλπιζα ότι αργά ή γρήγορα θα τον παρατούσε. Στο κάτω-κάτω, εκτός από αυτό το πολυτελές διαμέρισμα, δεν έχει τίποτα άλλο. Κι αυτό δεν είναι δικό του. Άντε, και το αυτοκίνητο και τη θέση του στη δουλειά. Αυτά. Της αρέσει δηλαδή να ξαπλώνει στο κρεβάτι με έναν γέρο; Εντάξει, όχι γέρο, αλλά κάπως ηλικιωμένο.
Η Όλγα έμεινε σιωπηλή. Θυμήθηκε πώς ο σύζυγός της καθυστερούσε τελευταία. Πώς άρχισε να προσέχει την εμφάνισή του, πήγε ακόμα και σε αισθητικό. Άρχισε να πηγαίνει γυμναστήριο. Εκείνη νόμιζε ότι πρόσεχε την υγεία του, και για τις καθυστερήσεις πίστευε ότι είχε πολλή δουλειά. Τι άλλο; Οι κοινοί φίλοι σταμάτησαν να έρχονται και να τηλεφωνούν.
Η πεθερά ακούμπησε ένα έγγραφο πάνω στο τραπέζι.
– Αυτή είναι η διαθήκη μου. Στο όνομά σου. Δεν σκοπεύω να φύγω ακόμα από αυτόν τον κόσμο, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Δεν θέλω να ζήσει αυτή η αχρεία σε αυτό το σπίτι αφού πεθάνω. Το άλλο διαμέρισμα θα το αφήσω στον γιο μου.
Η Όλγα κοίταζε με το στόμα ανοιχτό την πεθερά της, με την οποία μέχρι πρόσφατα δεν μπορούσε να μιλήσει ούτε πέντε λεπτά χωρίς να τσακωθεί.
– Τι κοιτάς; είπε η γυναίκα. Νομίζεις ότι μου αρέσει το πώς σου φέρθηκε ο γιος μου; Έγινε ρεζίλι των σκυλιών. Έχασε την οικογένειά του, τους φίλους του. Τα πάντα. Και για ποιο λόγο; Για μια νεαρή παλιογυναίκα;
– Αντονίνα Βικτόροβνα, ψιθύρισε η Όλγα. Πώς μπορείτε να μιλάτε έτσι;
– Γιατί, άδικο έχω; Τον πήρα ήδη τηλέφωνο και του είπα ότι στο δικό μου σπίτι δεν θα πατήσει ούτε αυτός ούτε εκείνη, ούτε τώρα ούτε αφού πεθάνω. Κι εκείνος παρεξηγήθηκε κιόλας, φαντάζεσαι;
Οι γυναίκες άνοιξαν το αφρώδες κρασί. Μετά άλλο ένα. Τελικά, η Όλγα, από την αναταραχή και το ποτό, αποκοιμήθηκε.
– Καημένο κορίτσι, αναστέναξε η πεθερά, βάζοντας ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της νύφης της. Μετά τη σκέπασε με μια κουβέρτα και πήγε να κοιμηθεί στο παλιό παιδικό δωμάτιο.
Η ανατροπή
Η Όλγα πήρε το τηλέφωνο με τρεμάμενα χέρια. Δεν ήξερε πώς να πει στην πεθερά της τα δυσάρεστα νέα.
– Το ξέρω, η φωνή της ηλικιωμένης γυναίκας σχεδόν δεν έτρεμε, αλλά η Όλγα ένιωθε πόσο ανησυχούσε για τον μοναχογιό της. Ευτυχώς που του συνέβη στη δουλειά και οι συνάδελφοί του κάλεσαν γρήγορα το ασθενοφόρο. Τώρα η κατάστασή του είναι σταθερή. Το περίμενα ότι θα γινόταν έτσι. Νόμιζε ότι με τη μικρούλα θα ξανάνιωνε. Αμ δε! Οι αρρώστιες δεν φεύγουν έτσι εύκολα. Αυτό που ήθελα να σε ρωτήσω είναι: Θα πας να τον δεις;
– Όχι, είπε κοφτά η Όλγα. Θα πάρω την κόρη μας, να πάει εκείνη. Σε μένα φέρθηκε άτιμα, αλλά γι’ αυτήν ήταν υπέροχος πατέρας.
Η πεθερά αναστέναξε.
– Μήπως, όταν βγει από το νοσοκομείο, να ερχόταν τελικά σε σένα; Η φωνή της είχε έναν ασυνήθιστο, παρακλητικό τόνο. Σε ζητάει συνέχεια, σε φωνάζει, κλαίει… δεν αντέχω να τον βλέπω έτσι.
«Γιατί οι άτιμοι άνθρωποι να έχουν τόσο στοργικές μάνες;» σκέφτηκε η Όλγα με απόγνωση. Φυσικά και θα έκλαιγε. Κατάλαβε ότι δεν τον χρειάζεται κανείς άλλος εκτός από εκείνη. Η νεαρή «πέταξε» μακριά, βρίζοντας τον εαυτό της που έμπλεξε με έναν γέρο, κι εκείνος έμεινε ολομόναχος.
– Δεν πρόκειται να αλλάξω τη διαθήκη, συνέχισε η πεθερά. Όταν φύγω, το διαμέρισμα θα περιέλθει σε σένα. Ή μήπως να σου κάνω γονική παροχή από τώρα; Θέλεις να το μεταβιβάσουμε;
– Θέλω, συμφώνησε η Όλγα.
– Τέλεια. Τότε, θα πας να τον δεις;
– Ναι. Θα πάω. Αλλά μόνο για χάρη σας. Δεν τσιγκουνευτήκατε ολόκληρη περιουσία για μένα, μόνο και μόνο για να μην εγκαταλείψω τον γιο σας. Πρέπει να είμαι ευγνώμων. Αλλά σας το λέω από τώρα: Τον Αλέξανδρο δεν τον συγχώρεσα και δεν σκοπεύω να τον συγχωρέσω. Θα έχω για πάντα μπροστά στα μάτια μου το πρόσωπό του τη στιγμή που με έδιωχνε.
Το τέλος
Ο σύζυγος ζητούσε συγγνώμη. Την διαβεβαίωνε ότι δεν ήταν ο εαυτός του, ότι δεν ήξερε τι τον έπιασε. Υποσχόταν ότι δεν θα ξαναγίνει ποτέ.
– Φυσικά και δεν θα ξαναγίνει, είπε ψυχρά η σύζυγος, μαζεύοντας τα πράγματά της σε μια βαλίτσα. Έδειχνε υπέροχη. Το πρόσωπό της είχε φρεσκάρει, είχε ένα μοντέρνο κούρεμα, και το σώμα της… το καινούργιο μαγιό θα της πήγαινε γάντι.
– Στην ηλικία σου δεν πάνε πια σε θέρετρα ολομόναχες, είπε ο σύζυγος, πιέζοντας επιδεικτικά το χέρι στο στήθος του.
– Δεν είμαι μόνη, είμαι με μια παιδική μου φίλη.
– Την ξέρω εγώ αυτή τη φίλη, αντέτεινε ο άντρας.
– Ναι, η Όλια είναι μια αρκετά ιδιαίτερη γυναίκα, χωρίς κανένα σύμπλεγμα, συμφώνησε η σύζυγος. Και ξέρεις κάτι; Εγώ σου φέρομαι πολύ καλύτερα. Ακόμα κι αν αποφασίσω να «παραστρατήσω», εσύ δεν θα το μάθεις ποτέ. Άρα, δεν θα πληγωθείς κιόλας.

– Μα ήδη ανησυχώ. Μήπως να ακυρώσεις το εισιτήριο;
– Θα το ήθελα. Αλλά η προσβολή από την πράξη σου δεν με αφήνει να ησυχάσω. Σας φαντάζομαι συνέχεια μαζί. Πρέπει να κάνω κάτι γι’ αυτό. Τα νεύρα μου δεν είναι από ατσάλι. Θα επιστρέψω όταν αποβάλω όλη την αρνητικότητα με την οποία με τάισες με το ζόρι.
Η πόρτα έκλεισε και ο άντρας κάθισε θλιμμένος στον καναπέ, προσπαθώντας να μη σκέφτεται με ποιον ακριβώς τρόπο η πληγωμένη του σύζυγος θα «απέβαλλε την αρνητικότητα».