Φυσικά, στην παιδική της ηλικία πέρασε όλες τις «χαρές» της συναναστροφής με τα άλλα παιδιά. Την κορόιδευαν και της τραβούσαν συνέχεια το μαντήλι που της έδενε η μαμά της στο κεφάλι. Έκλαιγε και έτρεχε σπίτι της. Αλλά ένα φυσιολογικό παιδί δεν μπορεί να μείνει κλεισμένο μέσα, έχει ανάγκη την παρέα. Κι εκεί πάλι τα ίδια.

Με τον καιρό όμως όλοι συνήθισαν. Αν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού έφευγε το μαντήλι της Νάστιας, κάποιος το σήκωνε και φώναζε:
— Νάσκα, σου έφυγε η περούκα!
Πέρασαν τα παιδικά χρόνια, ήρθε η νιότη. Οι πρώτοι έρωτες, τα ραντεβού, οι βόλτες στο φεγγαρόφωτο. Εκεί άρχισαν τα συμπλέγματα για τη Νάστια:
— Ποιος θα με θέλει εμένα έτσι; Γιατί με φέρατε στον κόσμο; — ξέσπαγε σε υστερίες. Την μεγάλωναν μόνο η μαμά και η γιαγιά της. Ο πατέρας της είχε εξαφανιστεί προς άγνωστη κατεύθυνση πριν καν γεννηθεί.
Έτσι, η μαμά και η γιαγιά ζορίστηκαν, μάζεψαν χρήματα, έδωσαν την αγελάδα, πούλησαν το γουρούνι, και πήγε η Νάστια με τη μαμά της στη μεγάλη πόλη, σε ένα γνωστό ιατρικό κέντρο. Μετά από μια εβδομάδα επιστρέφουν. Η Νάστια είχε στο κεφάλι της μικρές κόκκινες μπούκλες. Όλοι βέβαια έμειναν άφωνοι — τι θαύμα ήταν αυτό!
Κι εκείνη, μ’ ένα απότομο τράβηγμα, βγάζει τις μπούκλες από το κεφάλι της.
— Περούκα είναι! — λέει γελώντας.
Μετά όμως μελαγχόλησε. Αποδείχθηκε ότι για να γίνει επέμβαση χρειαζόντουσαν πάρα πολλά χρήματα. Τα παράτησε όλα και πήγε να δουλέψει ως κτηνοτρόφος στη φάρμα. Η περούκα έμεινε πάνω στον καθρέφτη, στερεωμένη σε ένα γυάλινο βάζο τριών λίτρων.
Εγώ τότε σπούδαζα στην πόλη. Γυρίζω για διακοπές και μου λένε:
— Η Νάστια παντρεύεται! Έναν πρωτευουσιάνο, και μάλιστα όμορφο!
Έτρεξα αμέσως σπίτι της, με έτρωγε η περιέργεια. Μπαίνω μέσα, το νυφικό κρεμασμένο σε περίοπτη θέση. Πρώτα θαύμασα την ομορφιά του και μετά ρώτησα τη Νάστια:
— Λέγε λοιπόν, πώς γνωριστήκατε; Ποιος είναι;
Εκείνη γέλασε με την καρδιά της και μου διηγήθηκε την εξής ιστορία…
— Στον γείτονά μας, τον θείο Κώστα, ήρθε ένας μακρινός συγγενής. Η Όλγα, η φίλη μου, έτρεξε αμέσως να μου το πει. Τα είχε μάθει όλα: ότι τον λένε Ηλία, είναι είκοσι οκτώ χρονών, ανύπαντρος και ήρθε για ένα μήνα. Και άρχισε να μοιράζεται τα σχέδιά της — πώς θα τον εντυπωσίαζε και, αν τα κατάφερνε, θα τον παντρευόταν. Εγώ γέλασα, αλλά μετά μου μπήκε η περιέργεια να δω ποιος είναι.

— Παραφύλαξα πότε θα βγει στον κήπο και τον κατασκόπευσα πίσω από τις φυλλωσιές. Δεν θα το πιστέψεις, Νατάσα, ήταν σαν κεραυνός. Τον ερωτεύτηκα μέχρι τα μπούνια. Σκέφτηκα: «Ξέχνα τον, Όλγα, δικός μου θα γίνει».
— Έβγαλα την κόκκινη περούκα μου και τη φόρεσα. Ζεσταινόμουν απίστευτα, αλλά υπέμενα — η ομορφιά θέλει θυσίες. Οι δικές μας βατομουριές είναι ακριβώς δίπλα στον φράχτη του θείου Κώστα. Βλέπω τον Ηλία να πλησιάζει και να τρώει βατόμουρα. Παίρνω ένα μπολ και πάω κι εγώ. Στεκόμαστε οι δυο μας — αυτός από τη μια μεριά, εγώ από την άλλη. Κοιταζόμαστε, αλλά δεν μιλάμε.
— Κάποια στιγμή σκύβω κάτω από τις φυλλωσιές να πιάσω ένα μεγάλο βατόμουρο και ξαφνικά νιώθω μια δροσιά στο κεφάλι μου. «Αυτό ήταν», λέω, «πάει, καταστράφηκα». Σηκώνω το κεφάλι και όντως, οι μπούκλες μου κρέμονταν πάνω στα κλαδιά. Λίγο ήθελα να βάλω τα κλάματα. Τον κοίταξα, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Και μετά βάζει μια φωνή:
— Κοπέλα μου, σας έπεσαν τα μαλλιά! — με έναν τρόμο στα μάτια, άλλο πράγμα.
— Παίρνω την καταραμένη την περούκα, τη στερεώνω στο κεφάλι μου και μου φάνηκε τόσο αστείο… η κατάσταση, ο εαυτός μου… άρχισα να χλιμιντρίζω σαν άλογο από τα γέλια. Φαίνεται το κατάλαβε και ο γείτονας και διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια. Έτσι γνωριστήκαμε.
— Και ξέρεις, Νατάσα, ποιο είναι το καλύτερο;
— Και ξέρεις, Νατάσα, ποιο είναι το καλύτερο; Δεν τον νοιάζει καθόλου αν έχω μαλλιά στο κεφάλι μου ή όχι. Και οι γονείς του είναι καλοί άνθρωποι, η μητέρα του μάλιστα είπε ότι δείχνω πολύ στυλάτη. Είμαι τόσο ευτυχισμένη που δεν υπάρχουν λόγια να το περιγράψω.
Μετά το γάμο, ο Ηλίας πήρε τη Νάστια μαζί του στην πόλη. Σύντομα ήρθαν αλλαγές και στη δική μου ζωή. Παντρεύτηκα και μετακόμισα με τον άντρα μου στην περιοχή της Οδησσού.
Πριν από έναν χρόνο ανταμώσαμε ξανά. Είχα πάει με τα παιδιά επίσκεψη στη μητέρα μου. Καθώς πήγαινα στο κατάστημα, βλέπω μια κυρία εξαιρετικά κομψή. Φορούσε ένα καλοκαιρινό ταγιέρ, μαντήλι στο κεφάλι και γυαλιά που κάλυπταν το μισό της πρόσωπο. Σαν φωτομοντέλο, τίποτα λιγότερο. Πλησιάζω και βλέπω πως ήταν η Νάστια.
Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και αρχίσαμε την κουβέντα για τα δικά μας, τα γυναικεία. Εγώ για τη ζωή μου κι εκείνη για τη δική της. Με τον Ηλία παραμένουν ευτυχισμένοι στον γάμο τους και μεγαλώνουν δύο κόρες.
— Και ξέρεις τι είναι το περίεργο; Και οι δύο έχουν μαλλιά μακριά και πυκνά, που δεν χτενίζονται με τίποτα. Φαίνεται πως ο Θεός τις αντάμειψε με τέτοια πλούσια χαίτη για χάρη μου — μου είπε.
Σταθήκαμε για λίγο και χωρίσαμε, δίνοντας ραντεβού το βράδυ για να τα πούμε αναλυτικά. Όμως δεν τα καταφέραμε, αναγκάστηκε να φύγει εσπευσμένα για κάτι που αφορούσε τη δουλειά της. Δεν προλάβαμε ούτε να αποχαιρετιστούμε.

Αυτό που θέλω να πω είναι το εξής: Αν είναι γραφτό σου από τη μοίρα να είσαι ευτυχισμένη, δεν έχει σημασία αν είσαι φαλακρή ή με πλούσια μαλλιά, αδύνατη ή γεμάτη. Όπως έλεγαν σωστά οι γιαγιάδες μας — η μοίρα θα σε βρει ακόμα και κρυμμένη πίσω από το φούρνο!
Γράψτε στα σχόλια τη γνώμη σας για το θέμα και πατήστε like!
Απαγορεύεται αυστηρά η ολική ή μερική αναδημοσίευση!